Νεοτερα

Τότε Χίτες και Ταγματασφαλίτες σήμερα Χρυσαυγίτες. Πάντα δολοφόνοι και κακοποιοί.

Από giorgis , Δευτέρα, 23 Ιουλίου 2018 | 7:17 π.μ.


Του Γ. Γ.

Είναι γνωστό ότι ένα απ' τα αγαπημένα συνθήματα των Χρυσαυγιτών είναι το "Τιμή σε Χίτες και Ταγματασφαλίτες".
(Οι Χίτες και οι ταγματασφαλίτες ήταν κάτι άθλια υποκείμενα, βασιλόφρονες, δοσίλογοι, και οτιδήποτε «πατριωτικό» υπήρχε στο χώρο της άκρας δεξιάς που  στην διάρκεια της κατοχής εξοπλίστηκαν απ’ τους Γερμανούς για να πολεμήσουν τον ΕΛΑΣ, διαπράττοντας παράλληλα τεράστιες θηριωδίες σε βάρος του άμαχου ελληνικού λαού).

Γιατί το θυμήθηκα αυτό τώρα; Ο λόγος είναι γιατί συνάντησα στον "Ριζοσπάστη" ο οποίος κυκλοφορούσε σαν σήμερα το 1946, άλλο ένα κοινό που έχουν οι οπαδοί και τα μέλη της δικαζόμενης σήμερα εγκληματικής συμμορίας, με τους ιδεολογικούς προγόνους τους.
Οτι δηλαδή πέρα από δολοφόνοι και τραμπούκοι είναι και κακοποιοί κάθε είδους.
Για σεσημασμένους λωποδύτες με την ταμπέλα του Χίτη κάνει λόγο ο "Ριζοσπάστης" του '46, με τα μπραβιλίκια και την προστασία που "πουλούσαν" οι χρυσαυγίτες σε μετανάστες και νυχτερινά μαγαζιά ασχολήθηκε πρόσφατα το δικαστήριο στην δίκη της Χ. Α.

Στο παρελθόν είχαμε αναφέρει για τον χρυσαυγίτη βουλευτή Γ. Λαγό που ασφαλίτικη έκθεση τον παρουσιάζει  «μαστροπό, εκβιαστή και προστάτη νυχτερινών κέντρων».
Αλλη ανάρτησή μας, επίσης την τιτλοφορούσαμε «Νταβατζιλίκι, "προστασία", εκβιασμοί η ... φιλοσοφία των χρυσαυγιτών».

Αυτό πάντως που είναι στην κυριολεξία ανατριχιαστικό, περιέχεται σε ένα απόσπασμα από υποκλαπείσα συνομιλία του στελέχους της Χρυσής Αυγής Ν. Αποστόλου και ακούστηκε στην ακροαματική διαδικασία της Χ.Α
Πέρα απ' το γεγονός ότι ο νεοναζί ομολογεί ότι πουλούσαν προστασία σε Πακιστανούς, ακούγετε να λέει και το συγκλονιστικό: «Είχαμε μαζί έναν Αλβανό. Αυτός ήταν πρωτοπαλίκαρο στην Αθήνα! Βγάζει πιστόλι και ρίχνει αβέρτα (...) έχει βγάλει ισόβια για διπλή δολοφονία και τεμαχισμό! Μάλλον θα δουλέψουμε μαζί τώρα (σ.σ. σε γνωστό νυχτερινό κέντρο)...» 

Υ.Γ: Η αρχική φώτο είναι από τον "Οδηγητή"

Ο "φρούραρχος" της Ν. Μπακογιάννη, μπάτσος Γ. Σαραντόπουλος, διώκεται ποινικά για "εμπορία επιρροής από κοινού κατ' εξακολούθηση και σύσταση συμμορίας"

Ο τύπος που παρουσιάζεται στην φωτογραφία δίπλα απ' την Ντόρα Μπακογιάννη είναι αξιωματικός της ελληνικής αστυνομίας και λέγεται Γιάννης Σαραντόπουλος.

Απ' ότι μας πληροφορεί δημοσίευμα της εφημερίδας Documento ο μπάτσος αυτός είναι επικεφαλής της αστυνομικής φρουράς της πρώην υπουργού των εξωτερικών και έχει να επιδείξει ανάλογη δραστηριότητα όπως πολλών ομόσταυλων του.
Μόνο που αυτός είχε την "ατυχία" να υπάρξουν καταγγελίες σε βάρος του και το τμήμα Εσωτερικών υποθέσεων της μπασκηναρίας να συντάξει και να στείλει στην αρμόδια εισαγγελία πόρισμα σε βάρος του με αποτέλεσμα να ασκηθεί ποινική δίωξη εναντίον του.

Συγκεκριμένα ο μπάτσος αυτός διώκεται ποινικά για "εμπορία επιρροής από κοινού κατ' εξακολούθηση και σύσταση συμμορίας με σκοπό την διάπραξη αδικημάτων για να αποκομίσει οικονομικό όφελος". 
Οπως αναφέρει το δημοσίευμα συνομιλούσε τακτικά -ακόμη και από τα τηλέφωνα του γραφείου της Ν. Μπακογιάννη- με συγκεκριμένες δικαστικές επιμελήτριες για να ικανοποιηθούν οι επιθυμίες του "πολλάκις καταδικασμένου Παναγιώτη Μπαμπάτση".

Προφανώς και δεν γνωρίζουμε αν ο συγκεκριμένος μπάτσος ενεργούσε με δική του πρωτοβουλία ή κατόπιν εντολών της πρώην υπουργού η οποία "φέρεται να γνωρίζει προσωπικά τον Π. Μπαμπάτση, κάτι που μέχρι σήμερα δεν έχει διαψεύσει" όπως αναφέρει το δημοσίευμα.

Εδώ να συμπληρώσουμε ότι ο καταδικασμένος αυτός τύπος για λογαριασμό του οποίου λειτουργούσε ο "φρούραρχος" της Ντόρας έχει κατηγορηθεί για εκβιασμό, ενώ έχει πρωταγωνιστικό ρόλο στο κύκλωμα της Τήνου που εκμεταλλευόταν τα πολύτιμα μέταλλα των ταμάτων του "χριστεπώνυμου ποιμνίου" με τις πλάτες του δεσπότη Δωρόθεου. (Περισσότερα διαβάστε εδώ).

Φυσικά τίποτα το εντυπωσιακό. Σε ποιον άλλωστε θα ανέθετε να φροντίζει την ασφάλεια της η Μπακογιάνη; Σε κανένα τυχαίο πρόσωπο, χωρίς τα "προσόντα" που συγκεντρώνει ο μπάτσος . Σαραντόπουλος;

23/07/1974: Καταρρέει η χούντα των συνταγματαρχών. Στρατιωτικό κατεστημένο και αστοί πολιτικοί γνωρίζοντας την ταξική νομιμοφροσύνη του Κ. Καραμανλή του αναθέτουν την διακυβέρνηση της χώρας.

Σαν σήμερα, 23/07/1974, η επτάχρονη χούντα των συνταγματαρχών υπό το βάρος της Τουρκικής εισβολής στην Κύπρο, καταρρέει.

Το πρωί της 23ης Ιούλη 1074 σε σύσκεψη που πραγματοποιεί ο "Πρόεδρος της Δημοκρατίας" στρατηγός Φαίδωνας Γκιζίνης με την συμμετοχή των αρχηγών των Ενόπλων Δυνάμεων διαπιστώνεται η αναγκαιότητα της εναλλαγής στην κυβερνητική εξουσία. Από τους καραβανάδες να περάσει στους αστούς πολιτικούς.
Η απόφαση αυτή ανακοινώνεται στον "αόρατο" δικτάτορα Ιωαννίδη, και γίνεται αποδεκτή, χωρίς να προβάλλει αυτός καμιά αντίρρηση.
Η κυβέρνηση Ανδρουτσόπουλου, που ήταν πειθήνιο όργανο του Δ. Ιωαννίδη παραπαίει αδυνατώντας να πάρει καμιά σοβαρή απόφαση και για την δικτατορική κυβέρνηση ήταν μονόδρομος να προσφύγει στους αστούς πολιτικούς. (Προφανώς υπήρξαν και τα υπόγεια μαγειρέματα με την Αμερικανική Πρεσβεία κλπ).

Το μεσημέρι της ίδιας μέρας ο Γκιζίκης καλεί σε σύσκεψη μια σειρά αστούς πολιτικούς -Παναγιώτης Κανελλόπουλος της ΕΡΕ, Γεώργιο Μαύρο της «Ενώσεως Κέντρου», Ευάγγελο Αβέρωφ, Σπύρο Μαρκεζίνη, Πέτρο Γαρουφαλιά, κ.α) και τους ανακοινώνει την απόφαση που είχαν πάρει πρωτύτερα οι αρχικαραβανάδες.

Στρατιωτικό κατεστημένο και παροπλισμένοι μέχρι τότε αστοί πολιτικοί, γνωρίζοντας την ταξική νομιμοφροσύνη του Κ. Καραμανλή του ανέθεσαν την διακυβέρνηση της χώρας. Τον θεωρούν το πιο ιδανικό πρόσωπο να αναλάβει τα ηνία της χώρας σε μια κρίσιμη στιγμή για το πολιτικό σύστημα. (Θα εκτίμησαν και το πολιτικό παρελθόν του "Εθνάρχη" αφού επί εποχής διακυβέρνησής του η Ελλάδα γνώρισε το πιο σκληρό πρόσωπο της δεξιάς με παρακρατικούς μηχανισμούς –με πιο χαρακτηριστική περίπτωση την δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη- με πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων, με βουλευτικές εκλογές βίας και νοθείας, όπως το 1961 τότε που ψήφιζαν και τα δέντρα).

Ετσι, λοιπόν, ο Ευάγγελος Αβέρωφ, που ήταν το πρόσωπο το οποίο πρότεινε τη λύση Καραμανλή, ήλθε σε επαφή με τον πρώην πρωθυπουργό, που ζούσε στο Παρίσι από το 1963, όπου είχε αναγκαστεί να καταφύγει με το ψευδώνυμο "Τριανταφυλίδης" και τον προσκαλεί να ρθει στην Ελλάδα και να σχηματίσει κυβέρνηση. Αυτό πραγματοποιήθηκε την επόμενη μέρα.

Διαβάστε επίσης ένα αφιέρωμα για την αμερικανοκίνητη δικτατορία των Συνταγματαρχών
.

23 Ιούλη 1990: 28 χρόνια μετά τα γεγονότα «ΑΙΜΑ ΚΑΙ ΜΑΤ» της Νομαρχίας Χανίων – Όταν ο Μητσοτάκης είπε στα σώματα ασφαλείας: “Εσείς είστε το κράτος”

Σήμερα συμπληρώνονται 28 χρόνια από την ημέρα όπου ο λαός των Χανίων βγήκε μαζικά στους δρόμους για να προασπίσει την αξιοπρέπειά του, αλλά και για να διατρανώσει τα φιλειρηνικά αισθήματά του, την πίστη του στην ελευθερία.

Για πρώτη φορά στην ιστορία της Κρήτης, ειδικές δυνάμεις καταστολής βρέθηκαν σε αυτό τον τόπο. Βρέθηκαν εδώ για να κτυπήσουν αυτούς που διαδήλωναν ενάντια στην ύπαρξη των στρατιωτικών βάσεων του ΝΑΤΟ και των ΗΠΑ στα φιλειρηνικά Χανιά. Που ήθελαν συμβολικά να περικυκλώσουν τη νομαρχία για να διαμαρτυρηθούν για την ανανέωση της Σύμβασης για τη νατοϊκή και αμερικανική Βάση. 

Ήταν τότε, που ο πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Μητσοτάκης είπε απευθυνόμενος στα σώματα ασφαλείας: «Εμπιστεύομαι την Eλληνική Aστυνομία. Eσείς είστε το κράτος».

Πολίτες κατεβαίνουν στους δρόμους. Είναι καθήκον. Είναι για την αξιοπρέπεια του τόπου. Για την ιστορία του. Για την υστεροφημία του.
Άλλοι είναι εξοργισμένοι, κάποιοι αρκετά φοβισμένοι για ότι μπορεί να συμβεί. Κατεβαίνουν από τα βουνά και τα χωριά ακόμα, έτοιμοι για ότι προκύψει, «άνδρες, γυναίκες και παιδιά».
Πολλοί κατέβηκαν με όπλα στα χέρια. Πιο αποφασισμένοι παρά ποτέ…

Εκείνη τη μέρα οι Χανιώτες δε δέχτηκαν αυτή την προσβολή. Δε δέχτηκαν μία βία που ήθελε να τους αρνηθεί το δικαίωμα της επιθυμίας τους για ειρήνη. Οι Χανιώτες πολέμησαν. Οι άνδρες των ΜΑΤ αφοπλίστηκαν. Πολλούς, τους έριξαν μέσα στο λιμάνι. 

Διαβάστε περισσότερα

Αδωνης VS Βαξεβάνης

Από ΒΑΘΥ ΚΟΚΚΙΝΟ , Κυριακή, 22 Ιουλίου 2018 | 11:59 μ.μ.

Νέος γύρος αντιπαράθεσης μεταξύ Βαξεβάνη - Γεωργιάδη σημειώθηκε σήμερα. Οπως αναφέρει ο αντιπρόεδρος της Ν.Δ σε ανάρτησή του στο twitter σήμερα επιδόθηκε εξώδικο του στην εφημερίδα Documento με την οποία καλεί να "ανασκευάσει" σημερινό δημοσίευμα της στο οποίο αναφέρεται σε "προβληματικό| πόθεν έσχες του Αδωνη Γεωργιάδη, Στο ίδιο δημοσίευμα επίσης εκφράζονται ερωτηματικά για την αντιμετώπιση από είχε ο νεοδημοκράτης βουλευτής από την επιτροπή της βουλής που υποτίθεται ελέγχει την δηλωθείσα περιουσιακή κατάσταση των βουλευτών. 

Δεν θα μπούμε τώρα στην ουσία του θέματος. Περιμένουμε να δούμε αν ο νεοδημοκράτης βουλευτής θα καταθέσει αγωγή, όπως απειλεί, εναντίον της εφημερίδας και πώς θα αντιδράσει ο εκδότης του Documento.

Αλλωστε η πάγια άποψη μας για το πόθεν έσχες των πολιτικών είναι ότι πρόκειται για ένα καραγκιοζλίκι και τίποτε άλλο.

Εμείς κάποιες φορές όμως πιστεύουμε και επαυξάνουμε τα λεγόμενα του τηλέμπορα βουλευτή. Οπως τότε π.χ που ο Γεωργιάδης ήταν βουλευτής του πολιτικού μορφώματος του Καρατζαφέρη και δήλωνε δημόσια: "Οποιος από δω και μπρος, στις επόμενες εκλογές ψηφίσει ΠΑΣΟΚ ή Ν.Δ δια της ψήφου του, νομιμοποιεί την κλοπή του δημοσίου χρήματος. Κανένας πολίτης αυτής της χώρας δεν μπορεί να πηγαίνει πλέον στην κάλπη υποκρινόμενος ότι δεν ξέρει ότι τα κόμματα αυτά τα δύο είναι και κλέφτες και ψεύτες|".

Εντάξει, η αξιοπιστία αυτού του ανδρός δοκιμάστηκε κάποιες φορές με τις κολοτούμπες του και την ασυνέπεια λόγων και έργων του ... αλλά αυτό συμβαίνει και με τους καλύτερους πολιτικάντηδες

Επίθεση του "Ρουβίκωνα" στο υπουργείο Εξωτερικών

Δεύτερη παρέμβαση μελών του "Ρουβίκωνα" αυτή την φορά στο υπουργείο Εξωτερικών. Αυτή την φορά τα μέλη της αναρχικής ομάδας αιτιολόγησαν, με κείμενο που ανάρτησαν στο indymedia, την δράση τους σαν μια καταγγελία απέναντι στην στάση που κρατάει η ελληνική κυβέρνηση απέναντι στο κράτος - τρομοκράτη του Ισραήλ
"Το Ελληνικό κράτος έχει συνάψει συμμαχία με το Ισραηλινό στην ανατολική μεσόγειο. Μια συμφωνία με τις ευλογίες των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ που ανάμεσα στους στόχους της είναι η κυριαρχία του Ισραήλ ως περιφερειακή υπερδύναμη στην περιοχή σε άξονα τόσο με το φασιστικό καθεστώς της Αιγύπτου όσο και (τι ειρωνεία) με την αιματοβαμμένη Ισλαμική θεοκρατία της Σ. Αραβίας", αναφέρουν χαρακτηριστικά στο κείμενο τους.

Κάνοντας μια γενικότερη αναφορά στις θηριωδίες που αντιμετωπίζει καθημερινά ο Παλαιστινιακός λαός, από τις Ισραηλινές ένοπλες ομάδες, το κείμενο του "Ρουβίκωνα" συμπληρώνει:  "Το ελληνικό κράτος είναι συνένοχο. Ο Κοτζιάς, ο κάθε Κοτζιάς, γίνεται συνυπεύθυνος με τον κάθε Νεντανιάχου. Στο όνομα του καθεστωτικού ρεαλισμού χτίζει συμμαχίες με τους ομοίους του. Στο όνομα του ρεαλισμού του κοινωνικού αγώνα τις πολεμάμε υπερασπίζοντας του ομοίους μας".

Σύμφωνα με ειδησεογραφικές πηγές η αστυνομία συνέλαβε το μέλος της αναρχικής ομάδας που είχε επιφορτιστεί να βιντεοσκοπήσει την συγκεκριμένη δράση.

"Εφυγε" ένας ξεχωριστός καλλιτέχνης. Ο Μάνος Ελευθερίου.

Τσογλάνια, αλήτες και ρουφιάνοι στις γωνιές
φορούν παράσημα χρυσά για ρουφιανιές.
Το μέλλον έρχεται θολό και απατηλό
κι εγώ τους στίχους μου στο τίποτα πουλώ.
Αυτά μ’ αρρώστησαν, γιατρέ, με κυνηγούν.
Μ’ αυτά πορεύτηκα κι αυτά μ’ αιμορραγούν.

Μάνος Ελευθερίου - Από την ποιητική του συλλογή «Τα ομοιοκατάληκτα»

Ενας ξεχωριστός καλλιτέχνης -ποιητής, στιχουργός, συγγραφέας- άφησε σήμερα την τελευταία του πνοή. Στα 80 του χρόνια, ο Μάνος Ελευθερίου, εγκατέλειψε τα εγκόσμια από ανακοπής καρδιάς.

«Έχω μεγαλώσει. Εφτασα σε μια ηλικία που διασκεδάσεις, γάμοι, βαφτίσια, στρατοδικεία όχι δικά μου φίλων μου, λογής λογής διαδηλώσεις, έρωτες, πάθη, διαβάσματα, θέατρα, κινηματογράφοι όλα αυτά που συνθέτουν τη ζωή ενός ανθρώπου μου φαίνονται τώρα σαν να έγιναν όλα μαζί χθες το βράδυ. Συμπυκνώθηκε ο χρόνος» έλεγε ο ίδιος, σχετικά πρόσφατα, σε μία από τις τελευταίες συνεντεύξεις του. («Εφημερίδα των Συντακτών», 24.03.2018).

«Ξημερώματα Κυριακής η ποίηση και το τραγούδι ορφάνεψαν. Ο Μάνος Ελευθερίου περνάει στην αιωνιότητα. Υπήρξε ένας πολυγραφότατος ποιητής, στιχουργός και πεζογράφος. Στο έργο του αποτυπώνεται η ιστορία του τόπου. Οι στίχοι του ζυμώθηκαν μαζί με το χτυποκάρδι του απλού ανθρώπου για τον έρωτα, την αγωνία της βιοπάλης και τον αγώνα για μια καλύτερη ζωή, εκεί που οι συνθήκες μετατρέπουν τον εργάτη, το φοιτητή σε ήρωα και εντέλει σε Άνθρωπο», σημειώνει σε ανακοίνωση του το Γραφείο Τύπου του ΚΚΕ.

Για το έργο και την βιογραφία του Μάνου Ελευθερίου μπορείτε να διαβάσετε εδώ.  

Ο σπουδαίος δημιουργός είχε μιλήσει τον Οκτώβριο του 2017 στο Documento και τη Στέλλα Χαραμή. Διαβάστε την συνέντευξή του:

Ξεκινήσατε σπουδάζοντας θέατρο, σωστά;

Δεν ήθελα να γίνω ηθοποιός. Με ενδιέφερε όμως να μάθω κάποια πράγματα για το θέατρο, κυρίως να δω πώς γράφεται ένα θεατρικό έργο. Βεβαίως, αυτό το έμαθα διαβάζοντας έργα και παρατηρώντας τις κομπίνες που κάνουν οι συγγραφείς από τον Σαίξπηρ έως τους αρχαίους και τους σύγχρονους Ελληνες. Πώς δηλαδή φτάνει η στιγμή όπου μια μοιραία λέξη γίνεται πρωταγωνίστρια.

Ποια είναι η πιο δυνατή ανάμνηση από τα χρόνια της εμπλοκής σας με τα θεατρικά πράγματα;

Ετυχε να είμαι ευνοούμενος του Αγγελου Τερζάκη που ήταν υπεύθυνος δραματολογίου στο Εθνικό και του Αιμίλιου Χουρμούζη που ήταν καλλιτεχνικός διευθυντής του. Και έτσι οι δυο τους με άφηναν να παρακολουθώ μαθήματα στη δραματική σχολή και πρόβες παραστάσεων. Κάπως έτσι πρόλαβα να δω μια ατέλειωτη σειρά παραστάσεων στο Εθνικό και στο Θέατρο Τέχνης. Κάποτε σταμάτησα να βλέπω κινηματογράφο και θέατρο, ασχολήθηκα με τα δικά μου. Και όταν αποφάσισα να επιστρέψω, συνειδητοποίησα πως είχαν περάσει τα χρόνια.

Γι’ αυτό άργησε τόσο πολύ το πρώτο σας θεατρικό;

Μου πήρε πολλά χρόνια να τελειώσω τον «Πατέρα του Αμλετ»· είναι ένα κείμενο που είχα ενσωματώσει σε ένα μυθιστόρημα, στη συνέχεια το απομόνωσα και το ξαναδούλεψα. Και μάλιστα θα κυκλοφορήσει σε βιβλιαράκι από τις Εκδόσεις Μικρή Αρκτος.

Περιέχει αυτοβιογραφικά στοιχεία;

Εχει πραγματάκια που με αφορούν. Αλλά πάντα ένας συγγραφέας προσθέτει τέτοια στα έργα του. Το κυρίως θέμα του είναι ο πατέρας του Αμλετ που έρχεται από τον Κάτω Κόσμο και του δίνει συμβουλές. Και δεν ξέρουμε τελικά αν είναι γεγονός αυτή η συνάντηση, αν είναι όνειρο ή φαντασίωση.

Είναι και μια αναφορά στον πατέρα σας;

Οχι, καθόλου.

Το ρωτώ γιατί τον μνημονεύετε συχνά. Τι θυμάστε από αυτόν;

Στιγμές. Βλέπετε, όταν μεγαλώνει κανείς δεν φέρει ολόκληρες αναμνήσεις.

Ο πατέρας σας σας κληροδότησε το ενδιαφέρον για την Αριστερά;

Μονάχος μου ανακάλυψα την Αριστερά. Οι αντιδράσεις μου ήταν σωστές – θυμάμαι, διάβαζα το άρθρο ενός ποιητή που λάτρευα, του Κώστα Βάρναλη, στην εφημερίδα «Αυγή» να σχολιάζει την επέμβαση των Ρώσων στην Ουγγαρία γράφοντας πως «από αυτή την άποψη έχουν δίκιο οι Σοβιετικοί». Αναρωτήθηκα λοιπόν πώς είναι δυνατόν να υπάρχει δίκιο σε μια σφαγή. Τότε έκανα παρέα με κάποιους αριστερούς –ιδιαίτερα με έναν διάσημο τροτσκιστή– και θυμάμαι πως ήταν και αυτοί μαγκωμένοι για τον ίδιο λόγο.

Μαγκωθήκατε και άλλες φορές μέσα στην πορεία σας στην Αριστερά;

Βέβαια, πάρα πολλές. Ομως, τα κόμματα της Αριστεράς έδιναν πάντα ελπίδα στους ανθρώπους. Θα μου πεις, ελπίδα δίνει και ο χριστιανισμός λέγοντας στους πιστούς πως θα βρουν καλύτερη ζωή στον παράδεισο.

Η Αριστερά είναι ένα είδος πίστης;

Και πίστης και ελπίδας.

Χάσατε την πίστη σας προς αυτήν;

Οχι, ποτέ.

Μολονότι σταθήκατε με κριτική ματιά στα πεπραγμένα της.

Ναι, παρόλα αυτά.

Δείχνετε κατανόηση στα πρόσωπα της εξουσίας;

Νομίζω πως οι άνθρωποι της εξουσίας έχουν κάτι το τραγικό. Τους λυπάμαι. Δεν είμαστε μόνο εμείς χωμένοι μέσα στα σκατά, είναι και αυτοί. Θα πρέπει και αυτοί να υποφέρουν έστω κρυφά. Πάντως, έτσι όπως είναι τα πράγματα, το μόνο που θα ήθελα είναι αυτός που ηγείται σε μια κυβέρνησης να νιώθει έτοιμος· αλλά, βλέπετε, όλοι βιάζονται.

Η ελπίδα σας διατηρείται με την πρώτη (αυτοαποκαλούμενη) αριστερή κυβέρνηση στην Ελλάδα;

Οχι, δεν βλέπω ελπίδα πουθενά. Τίποτε δεν ανθίζει. Πέρασα αυτές τις σκέψεις μου σε ένα τραγούδι που έγραψα για τον Σταύρο Ξαρχάκο και εκεί λέω τα εξής: «Πέτρες θα τρώμε και θα ζούμε σε σπηλιές. Δεν θα υπάρχουνε πουλιά, μήτε φωλιές. Θα υπάρχει μόνο μοναξιά, τρομοκρατία και μια Ιθάκη βουλιαγμένη πολιτεία». Το τραγούδι λέγεται «Για ποιαν Ιθάκη μου μιλάς;».

Πώς βιώνετε αυτή την εποχή;

Με μια αξιοπρεπέστατη σύνταξη των 600 ευρώ!

Χαμηλοσυνταξιούχος δηλαδή.

Και πάλι καλά να λέτε. Υπάρχουν άνθρωποι που παίρνουν 250 ευρώ.

Δεν θεωρείτε, ωστόσο, πως κάποιος που έχει συμβάλει στο πνευματικό μας κεφάλαιο, όπως εσείς, θα έπρεπε να διαβιεί καλύτερα στα γηρατειά του;

Δεν πιάνουν αυτά. Εδώ μου έκοψαν εντελώς το επικουρικό, το οποίο πλήρωνα επί 40 χρόνια. Μου το κόβουν ενώ δεν έκανα καμιά απάτη, δεν πρόδωσα την πατρίδα μου.

Θυμώνετε;

Ξέρω ότι η Ελλάδα αναπνέει με μηχανική υποστήριξη. Τι να πω...

Το έργο σας πάντως παραμένει πολιτικό.

Μόνο πολιτικό ήταν. Ακόμη γράφω πολιτικά τραγούδια.

Εχετε ανέκδοτα κείμενα στο συρτάρι σας;

Δεν τα κρύβω ποτέ, πάνω στο γραφείο τα αφήνω.

Γράφετε από την ίδια ανάγκη ή και για να διασκεδάσετε το γεγονός ότι μεγαλώνετε;

Και τα δύο συμβαίνουν. Ο Σωκράτης Μάλαμας έχει τραγουδήσει έξοχα εκείνο το τραγούδι μου για τους «Γέρους»: «Αυτά που εκείνοι χάσανε κανένας πια δεν τα ’χει κι από μια αυλαία κόβουνε κομμάτια να ντυθούν, ρίχνουν πασιέντζες, γδύνονται, παραμιλούν μονάχοι κι είναι αργά για να σωθούν και κάτι ν’ αρνηθούν».

Ζήσατε μια ζωή όπως τη θέλατε;

Ναι, βέβαια. Αν και οι πίκρες και οι αποτυχίες ήταν περισσότερες από τις ευτυχισμένες στιγμές. Ομως υπάρχουν και άνθρωποι που έχουν ποτιστεί με πίκρες δέκα φορές περισσότερο από μένα. Οπότε πρέπει να είμαι ευχαριστημένος για ό,τι έζησα.

Ποια ευτυχισμένη στιγμή σάς έρχεται στον νου;

Κάμποσες αλλά δεν πρέπει να τις σκέφτομαι. Οταν περνάς ένα δύσκολο παρόν αυτά τα πράγματα δεν πιάνουν· έχεις την εντύπωση πως έχουν συμβεί σε κάποιον άλλο. Αφήνεις λοιπόν τον παλιό σου εαυτό εκεί, τον οποίο έτυχε και τον γνώρισες μια φορά, είπατε «χαίρω πολύ», ήπιατε και ένα ποτό μαζί και τελείωσε η υπόθεση.

Δεν παντρευτήκατε ωστόσο.

Ο σοβαρός κόσμος παντρεύεται για να έχει έναν σύντροφο. Δεν είναι μόνο ο έρωτας που φέρνει δύο ανθρώπους μαζί· είναι η αγάπη, η στοργή, η συντροφικότητα. Οσα χρόνια σέρνομαι στα νοσοκομεία έχω δει γυναίκες να ξαγρυπνούν δίπλα στον άνθρωπό τους, γυναίκες τυραννισμένες που έρχονται με το πρώτο λεωφορείο από την άκρη της Αττικής για να είναι πρωί πρωί δίπλα στον αγαπημένο τους. Αυτή η ανάγκη για συντροφικότητα δεν θα πάψει να με συγκλονίζει.

Επομένως σας λείπει ένας σύντροφος.

Οπως σε κάθε μοναχικό άνθρωπο.

Θα μπορούσατε να είχατε γίνει πατέρας;

Ενα παιδί μέσα στον κόσμο είναι μια ελπίδα, αν και από την άλλη σκέφτεσαι σε τι κόσμο-μπορντέλο θα το φέρεις. Ομως, δεν θα ήθελα να έχω παιδί γιατί απλούστατα δεν μπορούσα να κουμαντάρω τον εαυτό μου.

Αν μπορούσατε, τι άλλο θα κάνατε διαφορετικά;

Οταν ήμουν νέος μου δόθηκε η ευκαιρία να ζήσω στη Νέα Υόρκη ή στο Παρίσι. Δεν ξέρω τι θα είχα καταφέρει – πιθανότατα να έγραφα πάλι τραγούδια.

Τι θέλετε να μείνει από το έργο σας;

Τίποτε. Αν και τα τραγούδια μου θα μείνουν. Αισθάνομαι πως το πιο σημαντικό είναι πως ο κόσμος τραγουδάει στις συναυλίες τους στίχους μου. Εκείνη τη στιγμή δεν είμαι εγώ αυτός που τα έχει γράψει· χαίρομαι όμως όταν είμαι αφορμή για να πάει ψηλότερα ο κόσμος.

Χαίρεστε που στη συλλογική συνείδηση είστε εγγεγραμμένος ως στιχουργός;

Γιατί όχι; Ολοι μου λένε ότι γράφω καλά τραγούδια, αλλά οπωσδήποτε θα έχω γράψει και πατάτες.

Είχατε αγωνία να ακούσετε τι μουσική θα βάλουν στα λόγια σας και ποιοι θα τα ερμηνεύσουν;

Στάθηκα τυχερός γιατί όσοι μελοποίησαν στίχους μου ήταν στις καλύτερές τους στιγμές. Και όσοι τα τραγούδησαν επίσης: Μοσχολιού, Νταλάρας, Μητσιάς, Μητροπάνος.

Θα δίνατε τραγούδια σας σε έναν νέο συνθέτη;

Βεβαίως! Τελευταία κάνω παρέα με έναν συνθέτη 23 χρόνων – εκπληκτικός.

Ακούγεστε χαρούμενος γι’ αυτό.

Φυσικά, δεν τους κυνηγάω εγώ. Για να με ζητούν αυτοί κάτι αξίζω. Δεν το κάνουν από λύπη τύπου «για να δούμε τι γράφει ο σκατόγερος!».

Ποιητής, μυθιστοριογράφος, στιχουργός, ερευνητής. Ποια από τις ιδιότητές σας σας έχει προσφέρει μεγαλύτερες συγκινήσεις;

Η έρευνα που κάνω. Αυτό το ψάξιμο σε εφημερίδες, σε περιοδικά, σε αρχεία έχει μια μαγεία.

Στο άθροισμά τους ήταν πολλά όλα αυτά;

Πολλές φορές σκέφτομαι ότι θα μπορούσα να έχω κάνει περισσότερα. Αλλά μάλλον καταλήγω ότι θα έπρεπε να έχω κάνει λιγότερα... Πάντως, το ένα με ξεκούραζε από το άλλο.

Ανατρέχετε στο παρελθόν;

Δεν έχω καλή σχέση με τη μνήμη.

Με ποιες σκέψεις ξυπνάτε κάθε μέρα;

Κάνω τον σταυρό μου που επέζησα και άλλη μια νύχτα. Λέω «δόξα σοι ο Θεός» που θα ζήσω και σήμερα.

Πιστεύετε στον Θεό;

Ενας Θεός το ξέρει! Χρειάζεται η πίστη, κυρίως η πίστη για έναν καλύτερο κόσμο. Και θέλω να πιστεύω ότι έβαλα ένα λιθαράκι για να τον ομορφύνω."

Μέλη του "Ρουβίκωνα" προκαλούν υλικές ζημιές στο κτήριο που στεγάζεται η ΔΟΥ Ψυχικού

Σε βίντεο που ανάρτησε ο "Ρουβίκωνας" στο διαδίκτυο, παρακολουθούμε τις υλικές ζημιές που προκάλεσαν μέλη της αναρχικής ομάδας, σήμερα τα ξημερώματα, στο κτίριο που στεγάζεται η ΔΟΥ Ψυχικού.

Το κείμενο που συνοδεύει το βίντεο και στο οποίο αιτιολογείται η ενέργεια του Ρουβίκωνα αναφέρει:

Επίθεση στην ΔΟΥ Ψυχικού

Τι είναι οι φόροι; Αυτό το ερώτημα δεν μπορεί να απαντηθεί αν δεν προσδιορίσεις το σε ποιούς αναφέρεσαι. Γιατί είναι άλλο πράγμα οι φόροι που επιβάλλονται στο κεφάλαιο και άλλο οι φόροι που επιβάλλονται στην κοινωνική βάση. Οι πρώτοι είναι ένα νταραβέρι ανάμεσα στους δύο πόλους εξουσίας την πολιτική και την οικονομική για το κόστος που πρέπει να πληρώσει η δεύτερη στην πρώτη για να συνεχίσει να δουλεύει το μαγαζί της εκμετάλλευσης των πολλών από τους λίγους.

Οι φόροι όμως στην βάση είναι κάτι άλλο. Είναι το δεύτερο κύμα υπεραξίας που κλέβεται από τους εργαζόμενους. Αφού το αφεντικό εξασφαλίσει τα κέρδη του, έρχεται το κράτος να μαζέψει ότι έμεινε.

Δεν υπάρχουν και πολλά να πούμε.

Εκατοντάδες κατασχέσεις γίνονται διαρκώς σε ότι περιουσίες έχουν απομείνει σε χέρια φτωχών. Περιουσίες που πρώτα έχουν επιβαρυνθεί με ΕΝΦΙΑ. ΕΝΦΙΑ που πληρώνεται από πετσοκομμένους μισθούς και αφού αυτοί έχουν ήδη φορολογηθεί. Και ας μην αναφερθούμε καν στους έμμεσους φόρους. Και που πάνε αυτοί οι φόροι; Που αλλού από την λειτουργία του καθεστωτικού μαγαζιού που αυτή την περίοδο πρέπει να πληρώνει δανεικά, εξοπλισμούς, παρασιτικούς μηχανισμούς από τις κλίκες εξουσίας και βέβαια να καλύψει την τεράστια φοροδιαφυγή και εισφοροδιαφυγή των αφεντικών που έχουν πάντα τους τρόπους να μετατρέπουν σε πλασματικούς τους κατ όνομα μεγάλους φορολογικούς τους συντελεστές.

Δεν υπάρχουν και πολλά να πούμε γιατί όλα είναι μπροστά στα μάτια μας. Ενώ το κράτος απομυζά όλο και περισσότερη υπεραξία από τον κόσμο της εργασίας, το κράτος πρόνοιας εξαφανίζεται, οι συντάξεις μειώνονται, οι παροχές χάνονται. Και η ροή του πλούτου συνεχίζει ακάθεκτη απο την βάση προς την κορυφή.

Θα πρέπει να κλείσουμε τα αυτιά μας στην προπαγάνδα της δεξιάς: η μείωση των φόρων που ζητά δεν αφορά τους εργάτες. Δεν αφορά καν τα μικροαστικά στρώματα που προλεταριοποιούνται αναπόφευκτα. Αφορά τα μεγάλα αφεντικά. Και θα αυξήσει την πίεση στη βάση να δώσει κι άλλα για να καλύψει την διαφορά.

Θα πρέπει να κλείσουμε και τα αυτιά μας στην προπαγάνδα του Σύριζα. Είναι τουλάχιστον προκλητικό να μιλάνε για προστασία των αδυνάτων αυτοί που τους συντρίβουν καθημερινά και το ντύνουν με αριστερή φρασεολογία.

Θα πρέπει να εμπιστευτούμε μόνο τους ομοίους μας και να στραφούμε ενάντια στους εχθρούς μας. Μαχητικά και αδιάλλακτα. Εμείς συνεχίζουμε να ανταποκρινόμαστε σε αυτό το κάλεσμα. Και ελπίζουμε ότι θα ακολουθήσουν τόσο πολύ περισσότεροι που θα φτάσουμε κάποια στιγμή να μπορούμε να κοιτάμε κράτος και κεφάλαιο στα μάτια. Και τότε να μετρηθούμε μαζί τους.

Αναρχική Συλλογικότητα Ρουβίκωνας

Ο αναρχικός Ερρίκο Μαλατέστα που πέθανε σαν σήμερα το 1932 μας γράφει για το "Το πρόβλημα της αγάπης και του έρωτα"

Ο Ερρίκο Μαλατέστα που πέθανε σαν σήμερα 22 Ιούλη του 1932 θεωρείτε η σημαντικότερη φυσιογνωμία του ιταλικού αναρχισμού. Ο Μαλατέστα πίστευε ότι η αναρχική επανάσταση θα ερχόταν σύντομα, και ότι η βία θα ήταν απαραίτητο συστατικό από την στιγμή που το κράτος βασιζόταν ολοκληρωτικά στον βίαιο εξαναγκασμό.
Ο Μαλατέστα, σύμφωνα με αυτή τη λογική, υποστήριζε τη βία ως απαραίτητο μέρος της χειραφέτησης της εργατικής τάξη.

Πέρασε μεγάλο μέρος της ζωής του εξόριστος από την Ιταλία και πάνω από μια δεκαετία στη φυλακή για τις απόψεις του ενώ από μικρός έδειξε τις διαθέσεις του απέναντι στην εξουσία. Από τα δεκατέσσερά του χρόνια, συνελήφθη από τις αρχές, επειδή έγραψε ένα «αναιδέστατο» γράμμα στον βασιλιά Βίκτωρα-Εμμανουήλ Β’ προκειμένου να διαμαρτυρηθεί για την αδικία που επικρατούσε στην περιοχή.

Ο ιστορικός και βιογράφος του Μαλατέστα Τζιαμπιέτρο «Νίκο» Μπέρτι, αναφέρει:  «Ο Μαλατέστα είναι ο μεγαλύτερος επαναστάτης της εποχής του, αυτό είναι δεδομένο. Αλλά, κατά τη γνώμη μου, αναφορικά με το ηθικό του βάρος, είναι κι ένας από τους μεγαλύτερους ανθρώπους της εποχής του, συγκρινόμενος μ’ έναν Γκάντι, έναν Τολστόι, μ’ αυτούς τους γίγαντες του 19ου και 20ού αιώνα … Πως μπορούμε ν’ αρνηθούμε αυτό το μεγαλείο; Σαφώς ο Μπακούνιν επινόησε τον αναρχισμό, αλλά ο Μαλατέστα είναι ο ολοκληρωμένος αναρχικός και ακόμη ο πλέον σύγχρονος, και το αναρχικό κίνημα και ο αναρχισμός θα ήταν αδιανόητα χωρίς αυτόν».

Την βιογραφία και αρκετά από τα έργα του Μαλατέστα εύκολα κάποιος μπορεί να τα εντοπίσει στο διαδίκτυο.

Εμείς παραθέτουμε ένα απόσπασμα από το κεφάλαιο "Το πρόβλημα της αγάπης και του έρωτα" που περιλαμβάνεται στο βιβλίο του "στο δρόμο για την αναρχία"


... Από την άλλη μεριά, η αγάπη κι ο έρωτας είναι αυτά που είναι. Οταν κάποιος αγαπάει πολύ, αισθάνεται την ανάγκη για επαφή, για αποκλειστική κατοχή του αγαπημένου του.

Η ζήλια, αν την πάρουμε με την καλύτερη σημασία της λέξης, φαίνεται ότι αποτελεί, και γενικά αποτελεί πραγματικά, ένα με τη αγάπη.
Θλιβερό ίσως γεγονός, δεν μπορεί όμως ν' αλλάξει με διάταγμα, για όσους τουλάχιστον την αισθάνονται.

Για μας, η αγάπη και ο έρωτας είναι πάθη που κρύβουν μέσα τους τραγωδίες. Αυτές οι τραγωδίες δεν
θα μετατραπούν υποχρεωτικά σε πράξεις βίας και κτηνωδίας. Αν ο άνθρωπος σεβόταν την ελευθερία των άλλων, αν ήταν αρκετά κύριος του εαυτού του ώστε να καταλάβαινε ότι ένα κακό δεν διορθώνεται μ' ένα κακό μεγαλύτερο, κι αν η κοινή γνώμη δεν είχε πια, όπως έχει σήμερα, μια νοσηρή συμπάθεια για τα εγκλήματα πάθους... ο χωρισμός δεν θα ταν λιγότερο θλιβερός.

Οσο οι άνθρωποι θα έχουν τα αισθήματα που αισθάνονται τώρα - και δεν νομίζουμε ότι ένας πολιτικός και οικονομικός μετασχηματισμός της κοινωνίας θα αρκούσε για να τα μεταβάλλει ριζικά - η αγάπη θα φέρνει ταυτόχρονα μεγάλες χαρές και μεγάλες λύπες. Θα ήταν δυνατό να τις μικρύνουμε και να τις αμβλύνουμε αν εξαλείφαμε όσα αίτιά τους μπορούσαμε, η ολοκληρωμένη τους καταστροφή, όμως, θα ήταν αδύνατη.

Είναι αυτό λόγος για να μη δεχτεί κάποιος τις ιδέες μας και να παραδεχτεί την τωρινή κατάσταση: Θα φερνόταν τότε σαν κάποιον που, μη μπορώντας ν' αγοράσει ακριβά ρούχα, θα ήθελε να μείνει γυμνός, ή σαν κάποιον που, μη μπορώντας να τρώει κάθε μέρα ορτύκια, δεν θα έτρωγε ούτε ψωμί ή σαν το γιατρό που, αφού η σημερινή ιατρική επιστήμη είναι ανήμπορη απέναντι σε κάποιες αρρώστιες, θα αρνιόταν να θεραπεύσει κι εκείνες που θα μπορούσε.

Ας καταργήσουμε την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, ας χτυπήσουμε την κτηνώδη στάση του άντρα που θεωρεί τον εαυτό του αφέντη της γυναίκας, ας σβήσουμε τις θρησκευτικές, κοινωνικές και πολιτικές προκαταλήψεις, ας εξασφαλίσουμε σ’ όλους, άντρες, γυναίκες και παιδιά, την καλοπέραση και την ελευθερία, ας επεκτείνουμε σ' όλους την εκπαίδευση, κι έπειτα θα μπορούμε δικαιολογημένα να χαιρόμαστε αν τα μόνα δεινά που θα μείνουν θα είναι τα δεινά του έρωτα και της αγάπης.

Κι ύστερα, όσοι θα 'ναι άτυχοι στον έρωτα, θα μπορούν να γυρεύουν άλλες χαρές, γιατί δεν θα υπάρχουν πια, όπως σήμερα, σαν μοναδικές παρηγοριές για τους περισσότερους ανθρώπους ο έρωτας και το αλκοόλ.

Αθήνα 22 Ιούλη 1943 - Παλλαϊκό ματοβαμμένο συλλαλητήριο - Αφιέρωμα στην 17χρονη Επονίτισσα Παναγιώτα Σταθοπούλου

Σαν σήμερα στις 22 Ιούνη του 1943 είχαμε ένα μεγαλειώδη συλλαλητήριο στην Αθήνα οργανωμένο απ’ το ΕΑΜ.
Αιτία ήταν οι απόφαση των Γερμανών κατακτητών να αντικαταστήσουν με βουλγαρικά φασιστικά στρατεύματα τις δικές τους μονάδες κατοχής σε όλη την Μακεδονία,

Μόλις έγινε γνωστή η απόφαση των χιτλερικών η Κεντρική Επιτροπή του ΕΑΜ και η Κ.Ε του ΕΛΑΣ οργανώνουν μια τεράστια κινητοποίηση ματαιώνοντας την παράδοση της Μακεδονίας στους Βουλγάρους κατακτητές.

«Σε φοβερό, συνταρακτικό ξεσήκωμα κινήθηκε ξανά η Αθήνα και ο Πειραιάς. Το κύμα της λαϊκής πάλης που στα δυο χρόνια της σκλαβιάς ανεβαίνει όλο και ψηλότερα, χτες έφτασε στα μεσούρανα. Πάνω από τριάκοσες χιλιάδες άνθρωποι – άντρες, γυναίκες, γέροι, παιδιά- πλημμύρισαν το κέντρο της Αθήνας. Και αντιλάλησε η πολεμική τους κραυγή: Θάνατος στους Γερμανοϊταλούς κατακτητές, στους δορυφόρους τους και στους εθνοπροδότες» γράφει πρωτοσέλιδα ο «Ριζοσπάστης» στις 23 Ιούνη 1943.

Τα ναζιστικά κατοχικά στρατεύματα με τανκς και ενόπλους προσπαθούν χωρίς επιτυχία να διαλύσουν την διαδήλωση, Δολοφονούν 30 διαδηλωτές, τραυματίζουν πάνω από 200 ενώ συλλαμβάνουν περίπου 500.

Ας δώσουμε όμως τον λόγο στον Νίκο Καραντινό μέσα από τις σελίδες του «Ριζοσπάστη» να μας περιγράψει το γεγονός:

ΠΑΝΕΘΝΙΚΟΣ ξεσηκωμός. Ολόκληρη η Ελλάδα, πολιτείες και χωριά ζούσαν στου ΕΑΜ τους ρυθμούς σε συναγερμό για να ματαιωθούν των κατακτητών τα σχέδια που πρόβλεπαν την επέκταση της βουλγαρικής κατοχής. Σχέδιο, που, στην ουσία, αν πετύχαινε, θα οδηγούσε στο ξεκλήρισμα και στον αφανισμό της Μακεδονίας και της Θράκης.

ΑΣ θυμηθούμε το φλογερό εκείνο κάλεσμα, που απηύθυνε σε κάθε πατριώτη η ΚΕ του ΕΑΜ: «...Να ενωθούμε σ' ένα πανεθνικό, παλλαϊκό μέτωπο για τη σωτηρία της Μακεδονίας, για το ξεσκλάβωμα της χώρας».
Αυτά τόνιζε, στο κάλεσμά του, το ΕΑΜ.

Να θυμηθούμε, όσοι τη ζήσανε, όσοι την κρατούν φωτιά αναμμένη στην καρδιά τους εκείνη τη γιγάντια λαοθάλασσα, που για πολλές ώρες τρικύμιζε στην Αθήνα και ως τις πιο μακρινές άκρες της ελληνικής γης.

ΠΟΙΟΣ συναγωνιστής απ' όσους έλαχε να ζήσουν, να δούνε, εκεί στη γωνία, στην τράπεζα, τη σπαθάτη εκείνη κοπέλα, τη 18χρονη Παναγιώτα Σταθοπούλου και την Κούλα Λίλη, τον Θώμη Χατζηθωμά, τον Θανάση Τεριάκη ν' αψηφούνε τα τανκς και το θάνατο.

Κι αυτή ακριβώς είναι η στιγμή που θα διαλέξει να θυμηθεί και να χαράξει αιώνια για τα ελληνικά νιάτα της Αντίστασης ο καθηγητής και πρόεδρος της ΠΕΕΑ Αλέξανδρος Σβώλος.

Σ' ΕΚΕΙΝΗ τη συνέντευξη, στο περιοδικό μας, τη «Νέα Γενιά», ο Αλ. Σβώλος, ανάμεσα στ' άλλα, μας έλεγε, σε μια δική του δωρική διατύπωση και τούτα τα λόγια: «...Σας είδα ηρωικά αγόρια και κορίτσια, σας είδα μια πυρωμένη μέρα τον Ιούλιο του 1943 να τρέχετε σ' έναν καλπασμό προς το ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ

Δηλώσεις μετανοίας και δηλωσίες. Μέρος 6ο

Από giorgis , Σάββατο, 21 Ιουλίου 2018 | 9:52 μ.μ.


Από τα χρόνια που η χώρα μας στέναζε κάτω από την κατοχή των στρατιωτικών δυνάμεων του άξονα το θέμα όσων μελών και στελεχών υπέγραψαν δηλώσεις μετανοίας κατά την περίοδο της Μεταξικής δικτατορίας απασχόλησε έντονα το ΚΚΕ.

Είναι χαρακτηριστική η τοποθέτηση του Γιώργη Σιάντου κατά τις διαδικασίες Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης του ΚΚΕ που έγινε τον Δεκέμβρη του 1942.
Το στέλεχος του Κομμουνιστικού κόμματος αφού αναφέρει τις «βάρβαρες μέθοδες βίαιας απόσπασης δηλώσεων» εκτιμάει ότι «η μέθοδος των εξευτελιστικών δηλώσεων "αποκήρυξης" του κομμουνισμού» εξυπηρετούσαν δυο βασικές στοχεύσεις του καθεστώτος: «Απ’ το ένα μέρος καταρράκωνε το κύρος και την ατομικότητα των ίδιων των δηλωσιών πράγμα που μπορούσε να τους σπρώξει και ως τη διαφθορά του χαφιεδισμού, και απ’ το άλλο να ρεζιλέψει το ΚΚΕ στα μάτια του ελληνικού λαού σαν οργάνωση δήθεν χωρίς αρχές και πίστη σε ανώτερες ιδεολογίες».

Είναι επίσης αμείλικτο το κατηγορώ που αποδίδει στους δηλωσίες: «...Μα το κακό που προξενούν τέτοιοι λιποτάχτες σε τέτοιες στιγμές είναι εξαιρετικά μεγάλο, γιατί η πολύμορφη αντίδραση κάνει πως δεν βλέπει τις χιλιάδες των ηρώων μας που πεθαίνουν για τα συμφέροντα της χώρας και του εργαζόμενου λαού ολόκληρες δεκαετηρίδες μέσα στις φυλακές, τις εξορίες και στρατόπεδα συγκέντρωσης. Πάνε να σκεπάσουν αυτό τον πρωτοφανή ηρωισμό με τη λιποταξία ελάχιστων λιγόψυχων. ... Πράγμα που σημαίνει ότι η πάλη κατά των ατιμωτικών δηλώσεων υποταγής ήταν και είναι ένας ηρωικός επαναστατικός αγώνας κατά των εχθρών του λαού μας».

Στο ίδιο μήκος κύματος με τις απόψεις Σιάντου είναι και οι θέσεις του τότε γ.γ της Κ.Ε του ΚΚΕ, Νίκου Ζαχαριάδη:

«...Η μακρόχρονη νόμιμη και μισονόμιμη ύπαρξή του ΚΚΕ συνετέλεσε στο να προωθηθούν στην κομματική ιεραρχία και άνθρωποι που διαθέτανε λίγες είτε πολλές διανοητικές ικανότητες, χωρίς όμως να έχουν μπολσεβίκικη ψυχή (Σκλάβαινας, Μανωλέας και σία.). ... Τους έλειπε το πνεύμα θυσίας και της αυτοθυσίας. Όποιος δεν ξέρει να πεθαίνει όταν χρειάζεται, δεν ξέρει να ζει και στη ζωή του θ’ αποτύχει. Όποιος φοβάται μην πέσει, πρέπει σε όλο του το βίο να σέρνεται χάμου. Είναι ευτύχημα για το κόμμα ότι πρόδωσαν, όπως πρόδωσαν. Γιατί αφού κρύβανε μέσα τους το σπέρμα της προδοσίας, κάποτε θα πρόδιδαν και τότε θα 'χαμε πολύ πιο μεγάλες ζημιές. Η ανάπτυξη λοιπόν του πνεύματος του ηρωισμού του Μαλτέζου, του Βαλιανάτου και τόσων άλλων, είναι το δεύτερο δίδαγμα, το ίδιο σπουδαίο, αν όχι πιο σπουδαίο από το πρώτο. Το μπολσεβίκο τον συγκροτούν: γερό μυαλό, γερή καρδιά. Αυτοί νικούν και όταν πέφτουν».

Και ο Μήτσος Παρτσαλίδης φέρεται να διακατέχεται από τις ίδιες αντιλήψεις. Δέχεται τα σφοδρά χτυπήματα που δέχτηκε το ΚΚΕ στην διάρκεια του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου που σ' αυτά συνέβαλλαν αποφασιστικά και οι "προδότες του κόμματος" αλλά υποστηρίζει πως «οι πολιτικές δολοφονίες, τα βασανιστήρια στις ασφάλειες και τις φυλακές και ο χαφιεδισμός και η προβοκάτσια, η ατιμία των δηλώσεων δεν στάθηκαν ικανά να λυγίσουν το κόμμα».

Και σ' αυτό, εκ του αποτελέσματος αποδεικνύεται ότι έχει δίκιο. Όπως είχαμε αναφέρει σε προηγούμενη ανάρτησή μας πριν την επιβολή της μεταξικής δικτατορίας τα μέλη του ΚΚΕ υπολογίζονταν σε 17.500. Λόγο της καθοριστικής συμμετοχής του ΚΚΕ στην δημιουργία και λειτουργία του ΕΑΜ καθώς και του ενόπλου τμήματός του. ΕΛΑΣ, αμέσως μετά την απελευθέρωση το κύρος και η δύναμη του ήταν στα ύψη.
Οπως αναφέρει στο βιβλίο της "Γράφοντας από τη φυλακή" η Δ. Λαμπροπούλου στις παραμονές της απελευθέρωσης τα μέλη του ΕΑΜ υπολογίζονται σε 1.520.000 μέχρι 2.120.000 και του ΚΚΕ σε 400.000 - 450.000. 

 Εδώ θεωρούμε σκόπιμο να παραθέσουμε ολόκληρο το κομμάτι της εισήγησης του Γ. Σιάντου κατά την Πανελλαδική του ΚΚΕ στα τέλη του 1942 όσο αφορά την αντιμετώπιση των δηλωσιών από το ΚΚΕ κι αυτό γιατί σε ένα σημείο της είναι πιο "διαλλακτική" όσο αφορά ένα τμήμα των ατόμων που έκαναν δηλώσεις μετανοίας:

 «Η θέση μας έναντι στους λιποτάχτες δηλωσίες είναι ξεκαθαρισμένη. Κανένας απ’ αυτούς δεν έχει θέση στις γραμμές του κόμματός μας. Μα πρέπει επίσης να ξέρουμε πως όλη η μάζα των δηλωσιών δεν είναι ένα πράμα. 

Υπάρχουν δηλωσίες σαν τον Μανωλέα και τον Τυρίμο που έγιναν χαφιέδες του εχθρού, δηλωσίες σαν τον Σκλάβαινα που ατίμασαν τα ανώτερα πόστα που το κόμμα μας τους είχε εμπιστευθεί. 
Αυτοί είναι λίγοι άτιμοι προδότες που η θέση τους θα ξεκαθαριστεί απ’ τα λαϊκά δικαστήρια όταν οι περιστάσεις το επιτρέψουν. 

Υπάρχουν δηλωσίες που πήγαν στο σπιτάκι τους και δεν θέλουν να ανακατευτούν σε καμία πολιτική δράση. Μ’ αυτούς δεν υπάρχει κανένας λόγος να ασχοληθούμε. 

Υπάρχουν όμως και δηλωσίες που μετάνιωσαν σκληρά για την πράξη τους και θέλουν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στον αγώνα κάτω απ’ την καθοδήγηση του κόμματός μας. 
Τέτοιοι ευτυχώς είναι η πλειοψηφία της μάζας των δηλωσιών. 
Αυτούς πρέπει να τους βοηθήσουμε να παλέψουν σαν εξωκομματικοί για δύο λόγους. Απ’ το ένα μέρος, ό,τι και να προσφέρουν είναι ωφέλιμο στον αγώνα του λαού μας και απ’ το άλλο δίνεται η δυνατότητα στους δηλωσίες αυτής της κατηγορίας να ξεπλύνουν μόνοι τους το σφάλμα τους και να ξεκαθαρίσουν την από δω και πέρα θέση τους έναντι στον εργαζόμενο λαό». 

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Ακόμα δεν αφόρισαν οι σεπτοί ιεράρχες μας την καθηγήτρια θεολογίας Φ. Σταυρακοπούλου που ισχυρίζεται ότι η Βίβλος "είναι ένα παραμυθάκι";

Αντανακλαστικά Ρανταπλάν διαπιστώνουμε από τους σεπτούς ιεράρχες της επικρατούσας θρησκείας μπροστά στην απαράδεκτη επίθεση που δέχεται το "το κατ’ εξοχήν θρησκευτικό βιβλίο της ανθρωπότητας" το οποίο περιέχει "υπό του Θεού αποκαλυφθείσα στους ανθρώπους αλήθεια". Και προφανώς αναφερόμαστε στην Βίβλο στην σύνταξη της οποίας "συνεργάσθηκε με το Θείο παράγοντα και ο ανθρώπινος παράγοντας. Και ο μεν Θείος παράγοντας, δηλαδή το Άγιο Πνεύμα, εξασφαλίζει στην Βίβλο το αλάθητο, αφού είναι θεόπνευστη, άρα είναι και αλάθητη", όπως αναφέρει θρησκευτική ιστοσελίδα.

Γιατί γράφουμε όλα τα παραπάνω; Ο λόγος είναι ότι αναγνώστης μας, μας έστειλε -και τον ευχαριστούμε- ένα βιντεάκι στο οποίο εμφανίζεται σε τηλεοπτικό σταθμό η ελληνοβρετανίδα καθηγήτρια θεολογίας Φραντσέσκα Σταυρακοπούλου, η οποία λογικά πρέπει να αφοριστεί άμεσα για την αντιθρησκευτική προπαγάνδα που κάνει.
Κι αυτό γιατί δεν μπορεί η κυρία επιστήμονας η οποία τυγχάνει ειδική στην μελέτη των βιβλικών κειμένων να παρουσιάζεται δημόσια και να μας λέει  ότι η Βίβλος είναι ένα παραμύθι με φανταστικά πρόσωπα!

Εμείς δεν δεχόμαστε τίποτε απολύτως απ' όσα μας λέει η καθηγήτρια θεολογίας στο παρακάτω βίντεο.
Περιμένουμε την άμεση απάντηση του σεβασμιότατου μητροπολίτου Πειραιώς Σεραφείμ και αν κωλύεται ο ίδιος ας τον αντικαταστήσει ο άγιος Θεσσαλονίκης Ανθιμος, αφού προφανώς ο πλέον αρμόδιος, για να αποστομώσει την "ασεβή νεαρά", ποιμενάρχης Καλαβρύτων Αμβρόσιος. έχει αποσυρθεί δια να "προετοιμάσει την ψυχή του", πριν εγκαταλείψει τα εγκόσμια. όπως έχει δηλώσει. 

53 χρόνια απ' την δολοφονία του Σωτήρη Πέτρουλα - Μοναδικά οπτικά-ηχητικά ντοκουμέντα σε βίντεο

Σαν σήμερα, μετά τη νύχτα της 21ης Ιούλη 1965 δολοφονήθηκε από τους ένστολους πραιτοριανούς της ιουλιανής εκτροπής ο νεολαίος αγωνιστής, και στέλεχος της Δημοκρατικής Νεολαίας Λαμπράκη, Σωτήρης Πέτρουλας.

Ηταν 15 Ιούλη 1965. Η άρνηση του βασιλιά να υπογράψει την αποπομπή του φιλοβασιλικού Πέτρου Γαρουφαλιά από το υπουργείο Εθνικής Άμυνας οδήγησε στην  παραίτηση του πρωθυπουργού Γ.  Παπανδρέου.

Λίγες ώρες μετά, ο βασιλιάς διορίζει την πρώτη κυβέρνηση των αποστατών υπό τον Γ. Αθανασιάδη-Νόβα.
Από εδώ και εμπρός ξεκινά η μεγαλύτερη λαϊκή κινητοποίηση μετά τον Εμφύλιο που θα κρατήσει περίπου 70 ημέρες.

 Έξι μέρες αργότερα δολοφονείται ο αριστερός φοιτητής Σωτήρης Πέτρουλας. Γεννημένος στο Οίτυλο της Μάνης ο Πέτρουλας, εμβληματική μορφή της αριστεράς και της αριστερής αμφισβήτησης της πολιτικής γραμμής της ΕΔΑ της εποχής, έχασε τη ζωή του στη διασταύρωση των οδών Σταδίου και Χρ. Λαδά κάτω από αδιευκρίνιστες μέχρι σήμερα συνθήκες –πολλοί υποστηρίζουν ότι είχε στοχοποιηθεί και στραγγαλίστηκε- σε μια από τις μαχητικές λαϊκές διαδηλώσεις

 Ο διαδικτυακός μας ραδιοσταθμός «ΒΑΘΥ ΚΟΚΚΙΝΟ» και η εκπομπή «Το βάθος του ουρανού είναι κόκκινο» είχε κάνει εκπομπή αφιερωμένη στη δολοφονία του Σωτήρη Πέτρουλα με τον Μάκη Παπούλια να μιλάει για τον επιστήθιο φίλο, συμμαθητή και συναγωνιστή του Σωτήρη Πέτρουλα.

Συμμαθητές στο νυχτερινό, συμφοιτητές αργότερα στην ΑΣΟΕΕ και συναγωνιστές στους μεγάλους αγώνες της Αριστεράς, συμμετείχαν και οι δύο στη συγκέντρωση και πορεία της ΕΦΕΕ. Ο ένας δεν γύρισε ζωντανός, ο άλλος έζησε και θυμάται: Την καραμανλική τρομοκρατία, την ΕΚΟΦ, τις μεγάλες και μαχητικές διαδηλώσεις. Τις νυχτερινές ‘επιχειρήσεις’ της σπουδάζουσας στην Ακρόπολη και τα κτίρια της Αθήνας.

Την απαγωγή της σορού και την απόπειρα του κράτους να θάψει κρυφά τον νεκρό αγωνιστή. Την αποφασιστικότητα και την άμεση κινητοποίηση των συντρόφων του που ματαίωσαν αυτά τα σχέδια.
 («Σε χρόνο μηδέν, ο κόσμος της Αριστεράς από την Κοκκινιά, τον Πειραιά και τις γύρω συνοικίες γέμισε το Γ’ Νεκροταφείο έτσι ώστε ήταν αδύνατο να πραγματοποιήσουν το σχέδιό τους…»)

Την πορεία με το φέρετρο στους ώμους που ξεκίνησε από το σπίτι του Πέτρουλα στον Κολωνό και περνώντας μέσα από τις λαϊκές συνοικίες έφτασε στο κέντρο να έχει 200.000 κόσμο. Τον φίλο και συναγωνιστή στην ανθρώπινή του διάσταση. Το τραγούδι «Στα περβόλια» που τραγουδήθηκε πολλές φορές δίπλα στο φέρετρο την τελευταία νύχτα…

Με την σεμνότητα που τον διακρίνει, ο συνομιλητής μας περιγράφει και κάποια γεγονότα που δεν είναι σήμερα ευρύτερα γνωστά, όπως ότι κατά σύμπτωση στο ξενοδοχείο ΕΣΠΕΡΙΑ, στο σημείο δηλαδή ακριβώς που χτυπήθηκε η πορεία και δολοφονήθηκε ο Πέτρουλας (Σταδίου και Χρ. Λαδά), είχαν καταλύσει Γάλλοι δημοσιογράφοι του περιοδικού "PARIS MATCH" οι οποίοι κινηματογράφησαν όλη τη σκηνή. Θα μπορούσε λοιπόν να βρεθεί και ο φυσικός αυτουργός της δολοφονίαςοι ηθικοί και πολιτικοί αυτουργοί ήταν έτσι κι αλλιώς γνωστοί.

Αναφέρεται επίσης και στην ΠΑΝΔΗΚ- Πανσπουδαστική Δημοκρατική Κίνηση ‘Σωτήρης Πέτρουλας’ που ίδρυσαν οι σύντροφοί του.

Συγκινημένος ο συνομιλητής μας, περιγράφει τον φίλο του με δυο λόγια: «Ήταν διαβασμένος, ήταν ευαίσθητος, ξύπνιος, ήταν ‘μαγκάκι’, καλοσυνάτος, εργατικός… Είμασταν του νυχτερινού, δουλεύαμε σε καταστήματα με ρούχα, συμμετείχαμε σε όλες τις διαδηλώσεις, για το Κυπριακό κ.α.»

Επειδή όμως αυτές τις μαρτυρίες όπως και τα οπτικά-ηχητικά ντοκουμέντα που μας πρόσφερε ο Μ. Παπούλιας, απ’ το προσωπικό του αρχείο, επιθυμούμε να τα αναπαράγουν και οι φίλοι και σύντροφοι που έχουν μπλοκ-ιστοσελίδες τα αναρτούμε σε βίντεο. 


Δείτε επίσης
 
Διαβάστε ακόμα:

Σαν σήμερα το 1928 "φεύγει" ο ποιητής και πεζογράφος Κ. Καριωτάκης

«Αν τουλάχιστον, μέσα στους ανθρώπους
αυτούς, ένας επέθαινε από αηδία...
Σιωπηλοί, θλιμμένοι, με σεμνούς τρόπους,
θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία».


"Πρέβεζα" - Κώστας Καρυωτάκης

Σαν σήμερα στις 21 Ιούλη 1928 φεύγει απ’ την ζωή ο διεθνώς αναγνωρισμένος ποιητής και πεζογράφος Κώστας Καρυωτάκης. Αφησε πίσω του όμως ένα έργο που εξακολουθεί να διδάσκεται σε αρκετά Πανεπιστήμια της Ελλάδας και του εξωτερικού, ενώ τα δημιουργήματά του έχουν μεταφραστεί σε δεκάδες ξένες γλώσσες.

O Κώστας Καρυωτάκης γεννήθηκε στις 30 του Οκτώβρη του 1896 στην Τρίπολη στο σπίτι της μητέρας του Αικατερίνης (Κατίγκως) Σκάγιαννη.
Είχε ακόμη έναν αδελφό, τον Θάνο, που γεννήθηκε το 1899 και σταδιοδρόμησε ως τραπεζικός υπάλληλος και μια αδελφή ένα χρόνο μεγαλύτερή του, τη Νίτσα, που παντρεύτηκε το δικηγόρο Παναγιώτη Νικολετόπουλο.
«Ο ίδιος ήταν κοντός, αδύνατος, ένα λυμφατικό αγοράκι», θα γράψει η Λιλή Ζωγράφου, «που δε θύμιζε σε τίποτα τα γεροδεμένα κι όμορφα αδέλφια του, δίνοντας την εντύπωση ενός μάλλον κουτούτσικου παιδιού. Το ντροπαλό και λιγομίλητο παιδί γίνεται ο δειλός και χωρίς σιγουριά άντρας».

Το επάγγελμα του πατέρα του Γεώργιου Καρυωτάκη – πολιτικός μηχανικός του Υπουργείου Δημοσίων Έργων – τον ανάγκασε να ζήσει σε διάφορες επαρχιακές πόλεις, όταν εκείνος έπαιρνε μεταθέσεις ως νομομηχανικός.
Έτσι έζησε κατά καιρούς στη Λευκάδα, την Κεφαλονιά, την Καλαμάτα, την Πάτρα, την Αθήνα, μα και στα Χανιά.
Στην κρητική πρωτεύουσα -τα Χανιά- έζησε τον περισσότερο καιρό, εκεί τελείωσε το Γυμνάσιο κι εκεί περνούσε τα καλοκαίρια του ως φοιτητής.

Ο Καρυωτάκης στα Χανιά δεν έκανε πολλές παρέες, ήταν ένα παιδί δειλό, ασθενικό και πάντα φοβισμένο. Δεν τον “έπαιζαν” οι συμμαθητές του, τον φώναζαν “γέρο” και τον απέφευγαν συστηματικά: «Όσο είναι μικρός, λοιπόν, ο Καρυωτάκης, τα παιδιά τον αποφεύγουν. Δε θα τρέξει, δε θα ξεφωνίσει, δε θα ξεκαρδιστεί. Περήφανος και τρομοκρατημένος, ίσως, να καταλαγιάσει φυλακίζοντας μέσα του ένα σμάρι πουλιά που λαχταρούν να ορμήσουν στο πανηγύρι του σούρουπου», θα γράψει με τρυφερότητα και λυρισμό για τον ποιητή η Λιλή Ζωγράφου. «Ο λιγοστός αυθορμητισμός, που πιθανόν να του άφησε η “αυστηρή ανατροφή”, θα ξεψυχήσει στην αμείλικτη και άκαρδη αδιαφορία των συνομηλίκων του».

Είναι αυτή η σκληρότητα των συμμαθητών του που τον έκανε να ζει, σχεδόν, μόνος του στα Χανιά, με συντροφιά τη μελαγχολία του, προσπαθώντας ν” αντλήσει από μέσα του τη δύναμη της παρηγοριάς, μελετώντας αδιάκοπα, ώστε με την πνευματική του ανωτερότητα, ν' αντιδράσει στην πληκτική αδιαφορία που τον κύκλωνε. Έτσι, όντας γεννημένος ποιητής, ρίχτηκε με πάθος να δημιουργήσει μια γενναία ξεχωριστή πραγματοποίηση, μια καινούρια ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ

Μνήμες από τον καύσωνα του 1987

Από ΒΑΘΥ ΚΟΚΚΙΝΟ , Παρασκευή, 20 Ιουλίου 2018 | 11:28 μ.μ.

Γράφει ο mitsos175

Το 1987 ήταν μια εξαιρετικά θερμή χρονιά. Κυριολεκτικά και μεταφορικά.
Ο μεγάλος καύσωνας του Ιουλίου εκείνου του έτους είχε βρει εντελώς απροετοίμαστο τον κόσμο. Θυμάμαι και παλαιότερα τα καλοκαίρια να κάνει φοβερή ζέστη, όμως το 1987 είχαμε τουλάχιστο μια βδομάδα καύσωνα με θερμοκρασίες άνω τον 40 βαθμών και το χειρότερο η θερμοκρασία ήταν πάνω από τους 30 ακόμα και το βράδυ κάνοντας την ατμόσφαιρα αποπνικτική.

Σαν σήμερα, 20 Ιούλη, το θερμόμετρο το 1987 στην Αθήνα έδειχνε 44 βαθμούς. Κι ήταν μόνο η αρχή. Στη Θεσσαλία, είχε φτάσει 47, ενώ κάποιοι μιλούσαν ακόμα και για 49 βαθμούς Κελσίου! Μέση θερμοκρασία στη χώρα ήταν 43 βαθμοί, ενώ το βράδυ 31!
Είχαν πεθάνει σε λίγες μόνο μέρες, πάνω από 1300 άτομα (1115 στην Αττική), οι περισσότεροι ηλικιωμένοι, αλλά και εργαζόμενοι, που ψήνονταν στην κυριολεξία στον ήλιο. Τα τσιμεντένια διαμερίσματα μετατρέπονταν σε φούρνους (όπως και τα αμάξια στο δρόμο), κάνοντας κόλαση τη ζωή μας.

Οι φυλλάδες της αντιπολίτευσης είχαν τότε επιχειρήσει να καπηλευτούν τους θανάτους. Μιλούσαν για άνω των 1800 νεκρών, για αδιαφορία του κρατικού μηχανισμού κλπ. Βέβαια, όταν έλεγαν για απροετοίμαστο κράτος, είχαν δίκιο.
Τα κλιματιστικά ήταν πολυτέλεια και υπήρχαν ως τότε ελάχιστα, ακόμα και σε νοσοκομεία. Οι ανεμιστήρες ήταν κι αυτοί λίγοι.

Εκτός της αφόρητης ζέστης και των πολλών νεκρών έμεινε χαραγμένη στη μνήμη μου η προσπάθεια κάποιων να εκμεταλλευτούν την κατάσταση. Τιμές σε νερά και αναψυκτικά απογειώθηκαν. Όταν λέω “νερά” ακόμα και ποτήρια με νερό βρύσης μοσχοπουλούσαν κάποιοι στο δρόμο! Όπως ανέβηκαν κι οι τιμές στα είδη κλιματισμού. Κάποιοι κέρδιζαν πολλά και ήταν οι μόνοι, που ήθελαν να παραμείνει όσο το δυνατό περισσότερο ο καύσωνας.

Ακόμα υπήρχε η αναλγησία πολλών αφεντικών. Ενώ έβραζε ο τόπος, πολλοί εργάτες δούλευαν ή έστω προσπαθούσαν να εργαστούν, κάτω από τρομερή ζέστη. Βέβαια πολλοί σταματούσαν, αλλά υπήρχαν αφεντικά, που επέμεναν να βγει η δουλειά. Τα περιστατικά θερμοπληξίας ήταν αμέτρητα ενώ τέτοιες τακτικές ισοδυναμούσαν με βασανιστήρια.
Βλέπετε σε οποιαδήποτε συμφορά, κάποια όρνεα, κάποια αρπακτικά, μικρά ή μεγάλα, βρίσκουν ευκαιρίες.
Όσο για την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ τότε, είχε περιοριστεί σε ευχολόγια “να φυσήξει Βοριάς”, ενώ τα μέτρα ήταν κάποιες απλές συμβουλές...

Μετά ο περισσότερος κόσμος έμαθε να προφυλάσσεται μόνος του, κι οι δημόσιες υπηρεσίες, τα νοσοκομεία, απέκτησαν επιτέλους κλιματιστικά, πιστεύω μόνο και μόνο, για να αποφύγουν οι κυβερνώντες το πολιτικό κόστος των άδικων θανάτων.

Τραγικότερη μοίρα όλων είχαν οι δεκάδες ηλικιωμένοι που έμειναν κλεισμένοι στα σπίτια τους στην Αθήνα, αφού οι δικοί τους φύγανε διακοπές. Θυμάμαι τα δελτία “Παρακαλούνται οι... να επικοινωνήσουν με τις αρχές, για επείγουσα οικογενειακή τους υπόθεση...”

Στα χείλη της Σιωπής!: Τα πεζογραφήματα του Τάκη Φίτσου

 Η πρόσφατη ενασχόλησή μας με το περιοδικό «Ο Νουμάς», μας έφερε απρόσμενα εμπρός σε έξι μικρά λογοτεχνικά έργα του γεννημένου στην Υπάτη, Τάκη Φίτσου. Από την περαιτέρω έρευνα διαπιστώθηκε ότι δεν υπάρχουν πολλά στοιχεία γύρω από τη ζωή του. Οι πληροφορίες γι’ αυτόν είναι λίγες και αποσπασματικές, οι περισσότερες από μαρτυρίες συναδέλφων και συναγωνιστών του. Υπ’ αυτούς τους όρους για να σκιαγραφηθεί η φιγούρα, το πρόσωπο του Τάκη Φίτσου, θα πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη ο χρόνος – εποχή και ο χώρος που έζησε και λειτούργησε. Όπως επίσης τα προαναφερθέντα γραπτά κείμενά του.
 
Ο Φίτσος ήταν δημοσιογράφος. Η ιδιότητα αυτή, την συγκεκριμένη εποχή (πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα), διαφοροποιείται ποιοτικά κατά πολύ από τα σημερινά δεδομένα της κυρίαρχης ηλεκτρονικής δημοσιογραφίας. Κατ’ αρχάς γίνεται λόγος για δημοσιογράφο του Τύπου. Ο δημοσιογράφος του τότε, κατά κανόνα διαθέτει ευρεία μόρφωση, γράφει, διαβάζει πολύ, γνωρίζει καλά την γλώσσα, γνωρίζει λογοτεχνία, ιστορία της τέχνης και των ρευμάτων της κ.ο.κ. Είναι γνωστό ότι πάρα πολλοί Έλληνες λογοτέχνες από τα τέλη του 19ου αιώνα και κατά τις επόμενες δεκαετίες δημοσιογραφούν και αρθρογραφούν σε εφημερίδες και περιοδικά. Εξυπακούεται βέβαια ότι ο δημοσιογράφος παρακολουθεί, αναλύει και επηρεάζεται από τις διεθνείς και ελληνικές κοινωνικές, πολιτισμικές και πολιτικές εξελίξεις.
 
Όσον αφορά στον κοινωνικό του κύκλο, οι συντροφιές στις περισσότερες περιπτώσεις είναι κοινές με εκείνες των λογοτεχνών, εικαστικών, μουσικών, γενικότερα των διανοουμένων. 1 Από αυτό το κλίμα δεν ξεφεύγει και ο Φίτσος, ο οποίος πηγαίνοντας στην Αθήνα, ως φοιτητής Νομικής συμμετείχε στις φιλολογικές παρέες με τους Βάρναλη, Βουτηρά, Φιλήντα, Καρούσο, Βέλμο, Κατηφόρη κ.α.
 
Παράλληλα, την ίδια εποχή, πολλοί από τους Έλληνες διανοούμενους και καλλιτέχνες εμπνέονται από τις ρηξικέλευθες ιδέες κινημάτων και επαναστάσεων στην Ευρώπη και τον κόσμο.
Ενδεικτικά μπορούν να αναφερθούν η Οκτωβριανή επανάσταση του 1917 στη Ρωσία. Οι επαναστάσεις στη Φινλανδία και στη Γερμανία το 1918. Η κήρυξη της Ουγγαρίας σε σοβιετική δημοκρατία το 1919. Το επαναστατικό εργατικό κίνημα που ανθεί στην Αμερική καθώς και η ενδυνάμωση των εθνικό-απελευθερωτικών κινημάτων στις αποικίες. Διόλου τυχαία βέβαια το 1918 ιδρύεται στην Ελλάδα το Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα Ελλάδας (ΣΕΚΕ), που το 1924 μετονομάζεται σε ΚΚΕ.

Ο Τάκης Φίτσος, από τα υπάρχοντα στοιχεία, φαίνεται ότι ενστερνίζεται τις ιδέες αυτές, οι οποίες στο πρώιμο στάδιό τους μεταξύ 1919-1921, καταγράφονται στα έξι δημοσιευμένα πεζογραφήματά του, που παρουσιάζονται στη συνέχεια.
 
Μια σύντομη, ελλιπής βιογραφία: Ο Τάκης Φίτσος γεννήθηκε στην Υπάτη το 1898. Λίγα χρόνια αργότερα η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στη Λαμία όπου τελείωσε το γυμνάσιο.
Χρήστος το όνομα του πατέρα του, καπνέμπορος το επάγγελμα και η μητέρα του Ελισάβετ το γένος Ράπτη. Είχε επίσης δύο αδελφές την Ιφιγένεια και την Ζωή.
 
Δούλεψε ως δημοσιογράφος στο «Ριζοσπάστη» από το 1922 και το 1924 ανέλαβε τη διεύθυνσή του. Πριν το «Ριζοσπάστη» δούλεψε ως αρχισυντάκτης στο περιοδικό «Νεολαία» της ΟΚΝΕ (σημ. Κομμουνιστική Νεολαία).   
Στα χρόνια που ακολούθησαν φυλακίζεται και εξορίζεται πολλές φορές για τις ιδέες και τη δράση του. Το 1927 βρίσκεται στις φυλακές Συγγρού και το 1933 εξόριστος στη Γαύδο.   
Στο Μεσοπόλεμο κατά πάσα πιθανότητα βρέθηκε επίσης κρατούμενος στις φυλακές Αίγινας και εξόριστος στη Φολέγανδρο. Το διάστημα 1936-1943 κρατείται στις φυλακές Ακροναυπλίας. Από το Γενάρη του 1943 περνά ως κρατούμενος κατά σειρά από Κατούνα-Βόνιτσα-Λαζαρέτο απ’ όπου απελευθερώνεται το Σεπτέμβρη του ίδιου χρόνου.
 
Αμέσως μπαίνει στην Αντίσταση, αναλαμβάνει γραμματέας του ΕΑΜ Στερεάς και συμμετέχει στην Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης (ΠΕΕΑ), γνωστή ως κυβέρνηση του βουνού.
 
Στο Εθνικό Συμβούλιο αναλαμβάνει τον Τομέα Αυτοδιοίκησης και τοποθετείται Πρόεδρος Δυτικής Στερεάς. Το 1944 με την ιδιότητα αυτή εισέρχεται στην απελευθερωμένη Λαμία, με τους Σημίτη, Άρη Βελουχιώτη και τον αρχιμανδρίτη Γερμανό Δημάκο (Ανυπόμονο), όπου εκφωνεί λόγο στην πλατεία Ελευθερίας.

Το διάστημα 1945-1947 δούλεψε και πάλι στο «Ριζοσπάστη». Το 1947 εξορίζεται στην Ικαρία, το 1949 περνά έκτακτο στρατοδικείο στη Χαλκίδα, καταδικάζεται για τις ιδεολογικές του πεποιθήσεις και την κοινωνικο-πολιτική του δράση.

ΤονΑπρίλη του ίδιου χρόνου εκτελείται μαζί με άλλους επτά συγκρατούμενους και συγκρατούμενες.

Το συγγραφικό του έργο:
   
Ο Τάκης Φίτσος από τα εφηβικά του χρόνια έγραφε ποιήματα και πεζά. Στη νεότητά του, όπως σημειώθηκε προηγουμένως, συνεργάστηκε με το περιοδικό «Ο Νουμάς», στον οποίο δημοσίευσε με χρονολογική σειρά τα ακόλουθα έργα:

Ένα όνειρο..., τομ. 16, αριθ. 629, 1919, σ. 296.
Οι αλήτες, τομ. 16, αριθ. 641, 1919, σ. 483.
Στοχασμοί, τομ. 16, αριθ. 643, 1919, σ. 519.
Άνθρωποι, τομ. 17, αριθ. 710, 1920, σ.σ. 309-310.
Η φυλακή, τομ. 18, αριθ.730, 1921, σ.σ. 215-216.
Τρικυμία, τομ. 18, αριθ. 736, 1921, σ.σ. 309-310.

Λίγα λόγια για το «Νουμά»:
 
«Ο Νουμάς» ήταν μαχητικό λογοτεχνικό περιοδικό των δημοτικιστών, η έκδοση του οποίου ξεκίνησε το 1903, από τον Δημήτρη Ταγκόπουλο και διακόπηκε οριστικά το 1931. Ενδιάμεσα διέκοψε την έκδοσή του κατά τα έτη 1917-1918 και 1924-1929.
Εκτός του γλωσσικού ζητήματος το περιοδικό ταυτίστηκε και με τον αγώνα για την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση.
 
Σταδιακά συγκέντρωσε γύρο του τους κυριότερους δημοτικιστές όπως: Παλαμά, Ψυχάρη, Πάλλη, Εφταλιώτη, Φωτιάδη, Τριανταφυλλίδη, Δελμούζο, Χατζόπουλο,Δραγούμη, Γληνό, Μαλακάση και δεκάδες άλλους.
 
Το περιοδικό από το 1920 και μετά μετεξελίχθηκε σε λογοτεχνική επιθεώρηση.
 
Το παρόν σημείωμα έχει στόχο να παρουσιάσει το συγγραφικό έργο του Τάκη Φίτσου, και σε καμία περίπτωση να κρίνει τη λογοτεχνική του αξία ή το ιδεολογικό του υπόβαθρο. Έτσι περιορίζεται σε δύο μόνο παρατηρήσεις:
 
Α) Ως προς τη φόρμα, χρησιμοποιεί παραπάνω από το σύνηθες τα σημεία στίξης, ιδιαίτερα την τελεία και το κόμμα, δίνοντας κάποιες φορές την εντύπωση ότι γράφει στίχο και όχι πεζό. Όπως προαναφέρθηκε ο ίδιος έγραφε στίχους. Επίσης, αρκετές φορές ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιεί τα σημεία στίξης, το κείμενο του δεν θυμίζει γραπτό λόγο αλλά προσομοιάζει με ομιλία (προφορικό λόγο). Αυτό πιθανώς να οφείλεται στις γενικότερες αντιλήψεις του για την δημοτική γλώσσα.
 
Β) Ως προς το περιεχόμενο, στα τέσσερα πρώτα κείμενά του: «Ένα όνειρο», «Οι αλήτες», «Στοχασμοί», «Άνθρωποι» είναι εμφανέστατος ο παραλληλισμός του Ιησού με τον κοινωνικό επαναστάτη, που συνοδεύεται από διάφορους συμβολισμούς και στοχασμούς για την ανθρώπινη ύπαρξη. Το ακάνθινο στεφάνι, το μαρτύριο από τον Άννα στον Καϊάφα, ο Γολγοθάς των κατάδικων, ο χλευασμός του πλήθους, η καρτερικότητα, η απάρνησή του από τους ανθρώπους, ο αλτρουισμός, η θυσία, η «τρέλα» του θυσιαζόμενου, η δυσπιστία των ανθρώπων, η συγχώρεση και η προσμονή μιας καινούριας ζωής, αποτελούν τα κύρια χαρακτηριστικά τους. Στοιχεία που αυθόρμητα μας παραπέμπουν σε αντιλήψεις πουσυναντάμε στο έργο του φίλου του Κώστα Βάρναλη. 

Στα δύο τελευταία χρονολογικά έργα του: «Η φυλακή» και «Τρικυμία», περιγράφονται η μεγάλη δοκιμασία της φυλακής και η παράνομη συνωμοτική δουλειά, που καταλήγει σε λαϊκό ξεσηκωμό. Έντονο στοιχείο σχεδόν σε όλα τα γραπτά του η «σιωπή».
 
Το εντυπωσιακό είναι ότι όσα περιγράφει μοιάζουν προφητικά για τη μετέπειτα πορεία του, καθώς λίγα χρόνια μετά τη δημοσίευσή τους και έως το τέλος της ζωής τα βίωσε ο ίδιος σε υπερθετικό βαθμό.

Ο Τάκης Φίτσος ήταν ένας ιδεολόγος διανοούμενος και εάν το δεύτερο φαίνεται, έστω και από τα λίγα διαθέσιμα στοιχεία, για το πρώτο θα μπορούσε να ληφθεί υπ’ όψη ότι μολονότι προερχόταν από εύπορη οικογένεια και είχε δυνατότητα πολλών επιλογών για τη ζωή του,διάλεξε ένα δύσκολο και επώδυνο δρόμο.
 
Δυστυχώς η ταραγμένη μεταπολεμική εποχή και το εμφυλιακό διχαστικό κλίμα «επέβαλαν» μια «σιωπή» γύρω από αυτόν τον σημαντικό άνθρωπο. Μια «σιωπή» για την οποία ο ίδιος είχε γράψει στα πεζογραφήματά του, αλλά και στα συγκλονιστικά, ως περιέχον και περιεχόμενο, σημειώματα που άφησε λίγο πριν την εκτέλεσή του 2.
 
Η μεταφορά των πεζογραφημάτων που ακολουθούν, έγινε βάσει των πρωτότυπων κειμένων, χωρίς κάποια παρέμβαση στη γραμματική και στη σύνταξή τους.
 
Για τεχνικούς λόγους εδώ χρησιμοποιείται το μονοτονικό σύστημα.


ΕΝΑ ΟΝΕΙΡΟ ... (1919) 
 
Ο Ιησούς ήταν ένα ώμορφο μελαχροινό παιδάκι, με μάτια μεγάλα που έλαμπαν σαν δυο αστέρια και με μακρυά ολόσγουρα μαλλιά. Συνήθιζε πάντα μόνος, να περπατάη ανάμεσα στις μαγευτικές τοποθεσίες της πατρίδας του, να πίνη νερό από τις κρυσταλλένιες πηγές των δασών, να μοιράζει το ψωμί του με τα γλυκόλαλα πουλιά που τον συντρόφευαν και απαλά νανούριζαν το ν ύπνο του, και να μαζεύη λουλούδια ολόδροσα πλέκοντας στεφάνια για να στολίζει κάθε πρωί μ’ αυτά ένα μικρό αγαλματάκι, που μόνος αυτός τόχε ανακαλύψει κάτωαπό πυκνές βατομουριές. Έτρεφε ιδιαίτερη αγάπη για τα λευκά λουλούδια και του φαίνονταν πολύ ευχάριστο να τραγουδάη την άφταστη ωμορφιά των κρίνων. Ζούσε τόσον ειρηνικά και ωραία...
 
Ένα δειλινό, την ώρα που ο ήλιος ξεψυχούσε εκεί ψηλά στις κορυφές των βουνών και ο ουρανός ήταν κεντημένος από κίτρινα χλωμά τριαντάφυλλα, ο Ιησούς ήταν βυθισμένος σε κάποιο όνειρο. - Ηδονικά ζαλισμένος από παράξενα μεθυστικά αρώματα και τριγυρισμένος από χιλιάδες χερουβείμ έπλεε μέσα σε μια θάλασσα φωτός και γαλήνης... Και κάτι εκεί μακρυά τον επρόσμενε... Ω! ας μπορούσε με τα μάτια της ψυχής να ιδή εκεί μακρυά!...
 
Ένας παράξενος όμως ερημίτης, που κατοικούσε εκεί κοντά, χωμένος μέσα σε μια σπηλιά, ένας γόης, ένας συχαμένος ζητιάνος, ένας τρελλός μάγος, ήρθε σα φίδι, συρνάμενα, και τον άγγιξε στον ώμο. Ο Ιησούς άφοβα τον κοίταξε με τα μεγάλα εκείνα ονειροπόλα μάτια. Τότε ο ερημίτης παίρνοντας ένα στεφάνι από αγκάθια και τσουκνίδες το έβαλε πάνω στο κεφάλι του. Άρχισε να πονή και να σκούζη και το αίμα έτρεχε αυλακώνοντας το εμπυασμένο εκείνο πρόσωπο κ’ έτσι φάνηκε ένα ανυπόφορο συχαμερό ζώο ο άνθρωπος.
   
Η τρυφερή όμως καρδιά του Ιησού γεμάτη από άπειρον οίκτο για τη δυστυχία αυτού του τρελλού, δε  βάσταξε και φώναξε:
    – Δος μου εμένα αυτό το στεφάνι...
    Τότε ο τρελλός με ανέκφραστη αγωνία τον κοίταξε και ανάμεσα στους πνιγμένους λυγμούς που έβγαζαν τα σκελεθρωμένα στήθια του, είπε και τούτα:
    – Δε μπορώ!...
    Ο Ιησούς έτρεξε και με υπεράνθρωπους αγώνες έβγαλε από το κεφάλι του δυστυχισμένου αυτό το στεφάνι. Αλλά και τότε ο τρελλός δεν έπαψε να ουρλιάζη και να χτυπάη τα πόδια του σα δαιμονισμένος κάτω στο χώμα.
    Ο Ιησούς θέλησε και αυτός να φορέση εκείνο το στεφάνι. Και τα αγκάθια χώθηκαν στο τρυφερό μέτωπό του και οι τσουκνίδες τον εβασάνιζαν τρομερά.
    Και οι δυο τότε έκλαιαν-έκλαιαν το αιώνιο της συμφοράς των.
Λαμία

ΤΑΚΗΣ ΦΙΤΣΟΣ

ΟΙ ΑΛΗΤΕΣ (1919) 
 
Κουρασμένοι, τα πόδια τους βουτηγμένα σ’ ένα πηχτό, μαυροκόκκινο αίμα, που τρεχε ακατάπαυστα από τις πληγές, τα κορμιά τους γδαρμένα από τους ραβδισμούς, παραμορφωμένοι, ελεεινοί, σκονισμένοι, κατάμαυροι από τον ήλιο και τη βροχή, σκυφτοί, αμίλητοι ανέβαιναν από ανηφορικό δρόμο, μισή ώρα έξω από τη Λαμία. Η πείνα είχε σκάψει το πρόσωπό τους και η δίψα είχε κάνει απαίσια τη φωνή τους. Ως τόσο περπατούσαν...
 
Πίσω τους, πάνω σε ωραία άλογα, έρχονται πλήθος στρατιώτες. Και οι χρεμετισμοί των αλόγων, ανακατωμένοι με τις βρισιές και τα τραγούδια των καβαλάρηδων, και οι αναστεναγμοί οι βαρειοί και θλιβεροί εκείνων που περπατούσαν μπροστά, έδειχναν μια εικόνα φρίκης και αποτροπιασμού.
 
Τους είχαν εξορίσει από την Αθήνα και τους έστελναν σ’ ένα χωριουδάκι της Μακεδονίας. Εκεί θα τους ανάγκαζαν να εργαστούν. Και το ψωμί τους λίγο και ηουλειά πολλή και βαρειά. Ολόκληρα ημερονύχτια περπατούσαν. Στη Θήβα κάποιος σύντροφος έπεσε κάτου. Έσκουζε γοερά από τον πόνο. Και ύστερα από λίγην ώρα ξεψύχησε. Το πτώμα του το έθαψαν αμέσως για να μη βρωμίση.  Και η λοιπή συνοδεία τράβηξε το δρόμο της.
 
Βρισκόντουσαν τώρα σε μια ανοιχτή πεδιάδα, όταν ολόκληρος ο τόπος εκείνος αχολόγησε από τα κλάματα μιας γυναίκας. Έρχονταν τρεχάτη κουνώντας νευρικά τα χέρια της, και τα αχτένιστα μαλλιά της, σα φείδια, ανέμιζαν στον αέρα. Φώναζε δυνατά κάποιο όνομα. Οι στρατιώτες από περιέργεια σταμάτησαν. Εκείνη τότε σύρθηκε κάτου από την κοιλιά των αλόγων και τους παρακαλούσε θερμά να την αφήσουν ν’ αγκαλιάση τον αδερφό της. Ναι. Τον είχαν πάρει μαζί με τους άλλους. Αυτή την άλλη ήμερα που τόμαθε, πως δεν της ήρθε ο θάνατος. Αχ, και τι καλός που ήταν μαζί της!...·Πόσο την αγαπούσε ο Γιώργης! Γιατί να της τον πάρουν; Τώρα πως θα ζούσε αυτή; Ποιοι είναι αυτοί που χώρισαν τον αδερφό από τηναδερφή; Γιώργηηηη! και γέμισε τον αέρα από θρήνους.
 
Οι στρατιώτες γελούσαν. Οι αλήτες έκλαιγαν. Κι ο αδερφός της ορμούσε να την αγκαλιάση.
 
Σε λίγο άρχισε να βρέχη. Τότε κάποιος από τους στρατιώτες, βλαστημώντας φριχτά, χτύπησε με το θηκάρι του σπαθιού του τη γυναίκα.

– Για το Θεό! τον αδερφό μου... φώναξε το δυστυχισμένο εκείνο πλάσμα, πέφτοντας στο χώμα.
 
Και δόθηκε διαταγή να βαδίσουν. Ύστερα από λίγην ώρα η συνοδεία χάθηκε, σα σύννεφο, στο μάκρος του ολόϊσου δρόμου.
 
Και ενώ από πάνου ο ουρανός βογγούσε, το άθλιο εκείνο πλάσμα σηκώθηκε,αργά και βαρειά προχωρώντας προς το μέρος που τράβηξε η  συνοδεία, ωλόλυζε:
 
Αδερφούλη μου... Αχ, αδερφούλη μου!...

Λαμία

ΤΑΚΗΣ ΦΙΤΣΟΣ

ΣΤΟΧΑΣΜΟΙ (1919)  

Η νύχτα απλώνονταν απαλά και ήρεμα στους χλοερούς κάμπους. Το φεγγάρι κρεμασμένο στον ανοιχτό γαλαζοδιάφανο φόντο τουρανού, σαν ένα κομμάτι από ασήμι ραντισμένο με τη λεπτή σκόνη του χρυσαφιού, σκόρπιζε νοσταλγικά τις χλωμές του φωτεινόλουστες αχτίδες. Από μακρυά έρχονταν, όμοια με το τραγούδι ενός πληγωμένου κύκνου, το σιγανό κελάρυσμα του ποταμιού, και οι ψηλές λευκόθωρες λεύκες κουνούσαν ρυθμικά τη μαρμαρένια κορμοστασιά τους στην άπιαστη και μυρόπνοη ανάσα του βραδυνού αγεριού.
 
Πιο πέρα, λευκοί και αστραφτεροί, φάνταζαν οι μαρμαρόχτιστοι τάφοι κάτου από μια λουρίδα φωτός δειλά ξεγλυστρώντας ανάμεσα απ’ τις πυκνές φυλλωσιές των μαύρων κυπαρισσιών. Και η μικρή καμπάνα του κοιμητηρίου έκλαιε σιγά και πονούσε τον ανείπωτο πόνο των ωχρών πεθαμένων. Μα δεν πρέπει κανέναςνα φοβάται τους πεθαμένους...
 
Κάποιος συνείθιζε να κοιμάται πάνου στις κρύες πλάκες των τάφων. Και αγαπούσε τόσο τους πεθαμένους, ώστε το μίσος του ήταν φανερό πια για τους ζωντανούς. Η αγάπη του εκείνη, η αλλόκοτη, είχε μέσα της κάτι από το πέραν τήςΖωής και του Θανάτου. Βαθειά τη νύχτα, τα μεσάνυχτα, κολλούσε τα πορφυρά χείλη του στους κιτρινόθωρους σκελετούς. Ύστερα αρρώστησε και ως τόσο φαίνονταν πολύ καλά στην υγειά του. Και όλοι τον έλεγαν τρελλό...
 
Αλήθεια! Πώς μπορεί ν’ αγαπήσει κανείς τους πεθαμένους; Πρέπει να έχη ματώσει με τα ίδια του τα χέρια το πρόσωπό του και να ρίξη τα μάτια του στα πεινασμένα σκυλιά. Να, το φεγγάρι, φοβισμένο, κρύβεται σ’ ένα λευκό, πουπουλένιο σύννεφο. Και το ποτάμι έπαψε ν’ αργοκυλάη τραγουδώντας ηδονικά τα όργια κάποιας νεράιδας. Και οι λεύκες είναι τόσο λεπτές, πολύ λεπτές, που χάνονται κι εξαϋλώνονται μέσ’ στον απέραντο ωκεανό του Απείρου.
 
Στα χείλη της Σιωπής!

...Και μόνον ή καμπάνα, η μικρή καμπάνα του κοιμητηρίου, κλαίει σιγά και πονεί τον ανείπωτο πό νο των ωχρών πεθαμένων.

Λαμία

ΤΑΚΗΣ ΦΙΤΣΟΣ

ΑΝΘΡΩΠΟΙ (1920) 

...Κ’ ύστερα, ολάκερο εκείνο το αφηνιασμένο μπουλούκι, χύμηξε αγριεμένο καταπάνω του.
 
Μερικοί, βλέποντας τη γαλήνη που είταν απέραντη χυμένη πάνω στα γερά χαραχτηριστικά του προσώπου του, κι όταν ακόμα άρχισαν να τον γιουχάρουν για τις αλλόκοτες κείνες ιδέες, που τις έλεγε λεύτερα προς το πλήθος, γύρισαν πίσω ξαφνιασμένοι, σαν από κάπιο απόμακρο προαίστημα. Οι περισσότεροι όμως, και είντουσαν μέσα σ’ αυτούς και πολλές γυναίκες, χύμηξαν καταπάνω του μανιασμένοι, βρίζοντας φριχτά, χειρονομώντας και πιάνοντάς τον άλλος από το κεφάλι κι άλλος από τα πόδια, άρχισαν να τονε σπρώχνουν δυνατά, να τον χτυπούν, να τον φτύνουν κατά πρόσωπο, και να του χώνουν πίσω στις πλάτες μικρά καρφιά. Έπειτα του δέσανε τα χέρια με χοντρά σχοινιά και του σφίξανε τα δεσίματα με τόση δύναμη, που οι κόμποι μπαίνανε μες στο κρέας του. Κι ολάκερο εκείνο το παλιάσκερο ουρλιάζοντας και χτυπώντας τα πόδια του κάτου στο χώμα από χαρά, ερχόντανε μπροστά του και τον κορόιδευε.
 
Εκείνος, σαν ξένος σ’ όλα που γινόντουσαν γύρω του, με τα μεγάλα ονειροπόλα μάτια του καρφωμένα σε μακρινά πράμματα, φαινότανε σα να μην ακούει ούτε να βλέπει.
 
 Άρχισε να βραδιάζει. Τ’ αεράκι ανάλαφρο περνούσε απαλά και κουνούσε ρυθμικά τα χλωμοπράσινα φύλλα των δέντρων.
 
Τον διατάξανε να περπατήσει. Και πίσω του και μπροστά, ακολουθούσε ο λαός, και τούδειχνε τις σφιγμένες γροθιές του.
 
 Πολλοί φωνάζανε:
    – Κατάρα στον άθεο!
    – Λυώστε το βρωμερό κορμί του κάτω από τις φτέρνες σας!
 
Πέρασαν έτσι αρκετούς δρόμους, και σαν έφτασαν στην κεντρική πλατεία, στάθηκαν να σκεφτούνε που έπρεπε να τον παραδώσουν, χωθήκανε στριμωγμένοι αλληλοβρίζοντας και ουρλιάζοντας σε κάτι στενοδρόμια, κ’ ύστερα από κάμποσην ώρα φτάσανε όξω από την Αστυνομία.
 
Σε όλο αυτό το διάστημα της βασανιστικής πορείας ο κατάδικος ούτε μια λέξη παραπόνου δεν πρόφερε. Πάντοτε γαληνεμένος, περπατούσε ανάμεσα σε δυο πυκνές σειρές αγριεμένου πλήθους, με το μέτωπο ψηλά.
 
Όταν περνούσε κάτου από τα παράθυρα, δεχότανε με ανέκφραστη σιωπή όλες τις βρισιές και τα περιγέλια των κοριτσιών, που τον κοιτούσαν πάντα με συμπόνια και φόβο μαζί, συμμαζεμένα κοντά στις μαννάδες τους. Είδε πολλούς φίλους του να τον κοροϊδεύουν και να τονε δείχνουν σ’ όσους δεν τον ξέρανε. Όλοι εκείνοι, που άλλοτε τους είχε φανερώσει τις ιδέες του, και τον άκουσαν πρόθυμα, και που του είχανε υποσχεθεί να τονε συντρέξουν, τώρα, κατατρομαγμένοι, είχαν ανακατευτεί κι αυτοί με το εξα γριωμένο εκείνο πλήθος.
 
Τον έρριξαν σ’ ένα σκοτεινό υπόγειο.
 
Τώρα πια, με τα μάτια σκεπασμένα από σταγόνες αίμά του, άθλιος, ελεεινός, κ’ ενώ η παγωνιά του θανάτου ξαπλωνότανε σιγά-σιγά στα πονεμένα μέλη του, άρχισε να συλλογίζεται για πρώτη φορά το ανώφελο της διδασκαλίας του. Ο λαός, που αυτός για χάρη του είχε δουλέψει κ’ είχε θυσιάσει τα καλλίτερα χρόνια της ζωής του, για να τον οδηγήσει προς το Καλό και την Αλήθεια, αυτός ο ίδιος ο λαός τον είχε δικάσει και καταδικάσει. Πίστευε στη δύναμη των φτωχών και των σκλάβων, κι όμως οι φτωχοί και οι σκλάβοι του αρνηθήκανε τη δύναμή τους. Και τώρα, ανάμεσα στους ισχυρούς, που τόσο πολύ τους είχε μισήσει, και στους ταπεινούς, που τόσο πολύ τους είχε αγαπήσει, άκουγε κι από τούτους κι από κείνους τα ίδια λόγια, λόγια πικρά και φαρμακερά.
 
Ένιωσε το μάταιο της ιδεολογίας του.
 
Οι άνθρωποι είναι όλοι κακοί. Το κακό είναι γεννημένο μαζί τους. Όλα αβέβαια όλα άνοστα, τίποτα το θετικό. Και μοναχά ο θάνατος, δυνατός κι ωραίος υπάρχει.
 
Κ’ έκλαψε πικρά...
 
 Έπειτα γύρισε τη σκέψη του δέκα χρόνια πίσω. Θυμήθηκε το σπίτι του, τ’ αδέρφια του, την αγαπημένη του τη μάννα. Πόση αηδία του προξενούσαν! Κι όμως τ’ αγαπούσε...
 
Και θέλησε πιο πολύ ακόμα να κλάψει, αυτός ο δυνατός της ζωής, και θέλησε να σπαράξει τις σάρκες με τα ίδια του τα χέρια, αλλά ο πόνος του έσφιγγε την καρδιά κι ο θάνατος άρχισε να βαραίνει τα βλέφαρά του.
 
Έξω η νύχτα απλωνόταν απέραντη. Τα βαριά βήματα του φρουρού ακουγόντανε ανατριχιαστικά να χτυπάνε πάνου στις μουχλιασμένα: πλάκες – πάτ, πάτ, πάτ! –και πάλι – πάτ, πάτ, πάτ... – Τίποτα άλλο.
 
Έσυρε το κορμί του αργά προς το παράθυρο.
 
Το φεγγάρι τον κοιτούσε τόσο λυπημένα... Και κάτου από το χλωμό εκείνο φως θυμήθηκε και πάλι τους φτωχούς, τους ταπεινούς, τους βασανισμένους. Αναστέναξε βαθιά, και η καρδιά του πλημμύρισε πάλι κ’ αιστάνθηκε τότε πως ο κόσμος είναι ο ίδιος ο εαυτός του και τα βάσανα του κόσμου είναι και δικά του. Και συχώρεσε εκείνους που τονε βασάνισαν τόσο άδικα, κ’ αιστάνθηκε την καρδιά του να πλημμυρίζει από χαρά. Και σαν κάποιος να του σφύριξε στ' αυτί, πως ο άνθρωπος γενιέται καλός κ’ έπειτα οι διάφοροι νόμοι τον κάνουνε τόσο άγριο. Έφερε τα μάτια του προς τα όξω. Στα ωχρά χείλια του άνθισε το γέλιο κάποιας καινούριας ζωής. Κ’ ενώ η νύχτα απλωνότανε ακόμα όξω, ο επαναστάτης ιδεολόγος ξεψύχησε τόσο γαληνεμένα και τόσο όμορφα..

 ΤΑΚΗΣ ΦΙΤΣΟΣ

Η ΦΥΛΑΚΗ (1921)

    Κείνο το βράδι μια βαρειά κι άγνωστη λύπη έσφιγγε την καρδιά μας. Είχαμε στριμωχτεί όλοι σε μιά γωνιά, με τις πλάτες μας ανταμωμένες, για να φέρουμε τη ζέστη στα ξεπαγιασμένα κορμιά μας. Σκοτάδι. Απ’ έξω, έφθανε ως τ’ αυτιά μας, το βαρύ και μονότονο βάδισμα του νυχτοφύλακα, πάνου στις χωματένιες πλάκες της αυλής. Ένα κομμάτι χαρτιού, κολλημένο στην άκρη του σπασμένου τζαμιού, είχε μισοτραβηχτεί και χτυπούσε στο κάθε δυνατό φύσημα του αγέρα, σα δυό φτερούγες πληγωμένου πουλιού. Ένας σωρός από καλάμια, ρηγμένος κάπου κει σε μιαν άκρη, έτριζε σιγά κι αθόρυβα, λες κ’ είταν σωρός από κόκκαλα στιβαγμένος κει πέρα, από χιλιάδες χρόνια. Μια υγρή μυρουδιά μούχλας και σουπλιμέ σπιρούνιζε τα ρουθούνια μας. Καμιά θύμηση περασμένης ευτυχίας δεν ερχότανε να σβήσει τη φριχτή εικόνα της ταραγμένης φαντασίας μας. Σιωπή. Κ’ η έγνοια, η κρυφή έγνοια της σκοτεινής ζωής μας, απλωνόταν απέραντη στο λογισμό μας και βούιζε πνιχτά και ξεσπούσε ολοένα σ’ ένα ατέλειωτο κλάμα.
 
Ο Μιχάλης άρχισε να βήχει. Έβηχε από πολλές βδομάδες τώρα. Και ποτέ δε μιλούσε. Μας κοιτούσε μόνο βαθειά, επίμονα, με τα μεγάλα βαθυοΐσκιωτα μάτια του.
 
Κάπιος από μας σύρθηκε ως την πόρτα. Κάτι είδαμε να φωτίζει μες στο σκοτάδι. Έν’ αναμμένο σπίρτο. Γλήγορα έσβησε. Σε λίγο τον ακούσαμε να σιγομιλάει,φτύνοντας κάτου στο πάτωμα, μοναχός του.

    – Την άτιμη! Σιδερόφραχτη... Και δε λιγάει τοσοδά...

Από μακριά ακούστηκαν τα γέλια κ’ οι φωνές μιας μεθησμένης παρέας. Το ούρλιασμα του αγέρα ανακατευότανε μαζί τους. Κ’ ύστερα, - ένα τραγούδι, που ολοένα έσβηνε απαλά και χανόταν κατόπι πέρα κει, στο βάθος του σκοτεινού δρόμου. Ένας πόθος τότε κρυφός τράνταξε τ’ ασθενικά μας κορμιά, κ’ ένα θλιμμένο χαμόγελο χαράχτηκε βαθειά πάνου στα χείλη μας τα ωχρά. Όμως έξω η νύχτα απλωνότανε βουβή απέραντη, και το σκοτάδι σερνότανε πνιχτά πάνου απ’ τους χιονόκαφτους κάμπους και πέρα από την ομιχλώδικη θάλασσα.
 
Βαθειά σιωπή.
 
Ξάφνου ακούστηκε κάπιο ροχαλητό. Κάπιον θα πήρε ο ύπνος. Το Στραβοκάνη.  Παράξενο κι αυτό το παιδί! Μας τον είχαν κουβαλήσει κει μέσα ένα δειλινό, και γω δεν ξαίρω πότε, κι από τότε ρήχτηκε με τα μούτρα στον ύπνο. Και μας σιχαινόταν όλους εμάς. Και μας έβριζε. Τα μεγάλα, αχτένιστα μαλλιά του, του κρύβανε το πρόσωπο. Ένα πρόσωπο σουβλερό, κίτρινο. Κι όταν γελούσε, το πρόσωπο αυτό το σουβλερό, το κίτρινο πρόσωπο, μίκραινε, γινότανε τοσοδά, κι ανάμεσα από τ’ ανεβοκατεβάσματα των τσιμπλιασμένων ματιών του ανάβρυζε μιάν αλλόκοτη λάμψη, μιά παράξενη, κίτρινη λάμψη.
 
Το παλιό ρολόι της Μητρόπολης άρχισε να χτυπάει. Οι χτύποι έφτασαν ως ταυτιά μας, αργά, ξεψυχισμένοι, αμφίβολοι...

    – Τρεις...
    – Τέσσερις...
    – Όχι. Είτανε το λαρύγγι του αγέρα που βούιξε έτσι...
    – Ναι...
    – Ποιος είπε, ναι;
    – Εγώ, φώναξα.
    – Ο αγέρας σου μίλησε και συ τον αρνήθηκες.
 
Και μένα, σα νάκουσα κάπιον να μου μιλάει. Τέτιοι είστε όλοι εσείς! Τιποτένιοι...Χμ... Η ώρα είναι χωμένη μες στο καύκαλο του ρολογιού. Χαμένη ώρα!...
 
Θέλησα να μιλήσω, όμως δεν τόκανα. Στριμώχτηκα πιο βαθειά, ανάμεσα στους άλλους.
 
Κάπιος μου έσφιξε το χέρι. Ένιωσα τα δάχτυλα κείνα, που σερνόντανε πάνω μου δειλά, φοβισμένα, να ξαπολάνε σ’ ολάκερο το κορμί μου μιαν αλλόκοτη κρυάδα. Θέλησα να τραβηχτώ.Όμως, σα να μίλησε κάπιος. Σε μένα μίλησε; Άκουσα: – πεινώ! – κ’ ύστερα, σα νάκλαιγε κάπιος σιγά, πολύ σιγά...
 
Ο Στραβοκάνης σηκώθηκε τότε κ’ έφυγε από κοντά μας. Όταν πέρασε αντίκρυ από το παράθυρο, το αστενικό φως που ερχόταν απ’ έξω, από το μεγάλο ηλεκτρικό γλόμπο της αυλής, τον φώτισε για μια στιγμή. Και καθώς κρατούσε σκυφτό το κορμί του, έτρεμε ολάκερος από το κρύο, ανάμεσα από το χιλιοτρυπημένο σακκάκι του, εμένα μου φάνηκε σαν ένα φάντασμα κίτρινο, που έψαχνε τρεμουλιαστά κάτι να βρει μες στο σκοτάδι.
 
Κι ο ύπνος, ο πονετικός αδελφός των βασανισμένων, κείνο το βράδι βρισκότανε μακριά από μας. Ένιωθα ολωνών τα μάτια να μένουν ανοιχτά, ορθάνοιχτα, βυθισμένα σε μιάν ομίχλη που μπροστά μας απλωνότανε βαθειά κι απέραντη, και σα ναγναντεύανε – καρφωμένα τα μάτια σε κάπιο βράχο, – μια θάλασσα, ήσυχη θάλασσα...
 
Ύστερα από λίγην ώρα η σκάλα ακούστηκε να τρίζει. Κάπιος ανέβαινε. Περπατούσε τώρα μες στο διάδρομο. Σε μας ερχόταν. Τα βήματα σταμάτησαν όξω από τη δική μας πόρτα. Αυτή την ώρα θα ψάχνει μες τις τσέπες του, αναζητώντας κάτι. Το βρήκε. Να, το δικό μας κλειδί. Άτιμο κλειδί! Η πόρτα ανοίγει, και μπαίνει μέσα. Δεν προχωρεί. Στέκεται κει στην πόρτα. Από κει φωνάζει:

    – Έ! Φτου να πάρει ο διάολος! Βρώμα μωρέ... Αμ’ κουνηθήτε, ρε παλιόσκυλα!  Εδώ είστε; Χμ...
    Σιγή. Σα να μιλάει σιγά, μονάχος του:
    – Χμ!... Το τσουβάλι θέλει σφίξιμο. Σα να χωράει κάμποσους ακόμα...
    Φεύγει. Σε λίγο ακούμε τη φωνή του:
    – Σκοπός! Φέρ’ τον απάνου...

ΙΙ

Ένας όγκος κυλίστηκε ως στα πόδια μας. Η πόρτα έκλεισε ύστερα πίσω του δυνατά.
Στο διάδρομο μιλούσανε δυό. Σε λίγο έπαψαν. Κατέβηκαν, χτυπώντας βαρειά τα πόδια τους στη σκάλα.
 
Έσκυψα να δω. Τα χέρια μου χώθηκαν σε μιά τούφα μαλλιών. Κάπιος έτρεξε να φέρει το λυχνάρι. Περιμέναμε όλοι με αγωνία. Το φυτίλι δεν άναβε. Σαν άναψε σε λίγο, είδα τα χέρια μου βουτηγμένα στο αίμα. Ταράχτηκα. Τα χέρια αυτά είναι δικά μου;
 
Ένας άνθρωπος βρισκότανε πεσμένος μπρούμυτα. Λίγο πιο πάνου απ’ το δεξί του αυτί είταν ανοιγμένη μιά μικρή τρυπίτσα κ’ έτρεχε απ’ αυτήν ακατάπαυστα το αίμα, ένα μαύρο, πηχτό αίμα, αυλακώνοντας τα μαλλιά του. Δε μιλούσε. Βογγούσε μόνο. Ω, τα βογγητά κείνα τα πανοδαρμένα, πως έρχονται, ακόμα τώρα, να μου μιλήσουν ίσια στην ψυχή!
 
Σε λίγο άρχισε να βρέχει.
    – Η μπόρα! Είπα. Και πήγα στο παράθυρο να ιδώ.
    – Ναι, η μπόρα... μίλησε σιγανά ο Μιχάλης.
 
Μια φωτεινή γραμμή χαράχτηκε γλήγορα ως πέρα βαθειά στο ουρανό. Ύστερα άλλη. Κάπου είδα ένα δέντρο, ψηλό δέντρο, να κουνιέται νευρικά εδώ και κει. Τα ξερά κλαδιά του γέρνανε ως το χώμα. Και σηκωνότανε πάλι ορθό κ’ έγερνε και βούιζε μανιακά.
 
Οι άλλοι είταν συναγμένοι όλοι γύρω του. Σκύβανε από πάνω του αμίλητοι, κατσουφιασμένοι. Το λυχνάρι, που κόντεβε να σβήσει, έρρηχνε στ’ αδυνατισμένα πρόσωπά τους μια κόκκινη αναλαμπή. Μου φάνηκαν όλοι τους ξένοι, άγνωστοι. Ο Στραβοκάνης έλειπε. Θύμωσα για μια στιγμή μαζί του. «Κουταμάρες!», σκέφτηκα. «Να ιδεί. Σάμπως, τι μπορούσε να ιδεί; Κ’ ύστερα;».
 
Δε μπορούσα όμως να ησυχάσω . «Φυσικά...Πρέπει κανείς να βλέπει...». 
    – Έλα, τρέχα...μου φώναξε κάπιος, χωρίς να γυρίσει ναμε ιδεί.
    Πλησίασα. Οι άλλοι αποτραβιόντουσαν σιγά. Ο χτυπημένος προσπαθούσε να γυρίσει τανάσκελα, σα να ήθελε κάτι να μας πει, μα δεν μπορούσε, αχ δεν μπορούσε...
    Βογγούσε τώρα πιο δυνατά.
    – Σκασμός! Ακούστηκε μια βαρειά φωνή κάτου από την αυλή.
 
Γύρισε.
    Φρίκη! Τα μάτια του πρισμένα, αλλόκοτα πρισμένα, έτοιμα να πεταχτούν έξω από τις κόχες τους, κι από τη μύτη του ξερνούσε αίμα.
    Ο Στραβοκάνης σηκώθηκε κ’ ήρθε κι αυτός.
    – Κοίτα! Μου φώναξε, τραβώντας με από το σακκάκι. Ξουρισμένος... Τέτιος δεν είταν κι ο άλλος;
    – Φοβάμαι... είπε σιγανά ο Μιχάλης.
    – Δεν είναι τίποτα... Σε λίγο θα πεθάνει, φώναξε κάπιος.
    Ο Στραβοκάνης ξέσπασε σ’ ένα δυνατό γέλιο.
    Σιωπή.
    Ακούγαμε τη βροχή να πέφτει όξω αργά, ήσυχα, θλιβερά...

ΙΙΙ

    Κείνο το βράδι ο θάνατος μας έσφιγγε την καρδιά.
    Γύρω στεκόμασταν όλοι αμίλητοι, σκυφτοί, δακρυσμένοι...
    Από πάνου ο ουρανός βογγούσε.
    Σύννεφα μαύρα, σταχτιά σύννεφα, περνούσαν, ολοένα περνούσαν, αργά, ήσυχα, σιωπηλά...

ΤΑΚΗΣ ΦΙΤΣΟΣ

ΤΡΙΚΥΜΙΑ (1921) 

Ι

Γύρισε στο σπίτι του αργά, τα μεσάνυχτα.
 
Ο αγέρας του δρόσιζε το μέτωπο, κι από μακριά, πολύ μακριά, έφτανε το βουητό της καμπάνας. Ένα αδιάκοπο βουητό, νευρικό, που έτρεμε στον ατρικύμιστον αιθέρα, και ξεψυχούσε, κ’ ερχότανε πάλε ήσυχο, μονότονο, απελπιστικό.
 
Άνοιξε σιγά. Μια ωχρή αχτίδα φεγγαριού σύρθηκε τρεμουλιαστά, απ’ το μισανοιγμένο παράθυρο, ως τα πόδια του. Έπεσε βαρής πάνω σε μια καρέκλα. Τα μιλίγγια του χτυπούσανε δυνατά. Είτανε αρκετά ταραγμένος. Για μια στιγμή θέλησε να μη ζούσε. Του φάνηκε τόσο βαρειά η ζωή...
 
 Θύμωσε όμως. Ένα αίστημα θυμού και ντροπής τον κυρίεψε. Σηκώθηκε ορθός. Τίναξε δυνατά πίσω το κεφάλι του, σα να ήθελε να διώξει κάπια κακή σκέψη. Αυτός έπρεπε να πάει μπροστά, ολόισια, έτσι ορθός. Θυμήθηκε τους συντρόφους του. Πόσο τους αγαπούσε! Δυνατοί, ωραίοι, αγνοί, τραβήξανε ολόισια προς το θάνατο...
 
Στην πόρτα χαράχτηκε θαμπά κάπια μορφή. Έγερνε, ψάχνοντας μες στο σκοτάδι.
    – Εδώ είσαι, Πέτρο;
    Δε μίλησε. Κράτησε την αναπνοή του. Όχι, δεν έπρεπε να τον βρούνε. Πήγε κ’ έκλεισε σιγά την πόρτα.
     Στο δρόμο κάτου ακουστήκανε τώρα φωνές, τρεξίματα. Ακούστηκε η φωνή του αμαξά, κ’ ύστερα βρισιές, γέλια, σφυρίγματα.
    – Από δω! Τρεχάτε...
 
Πόρτες ανοίγανε και κλείνανε ύστερα πίσω τους βαριά χτυπώντας. Ένα τραγούδι ανέβαινε σιγά, ολοένα πιο σιγά, κ’ έσβησε ύστερα.
 
Και κείνος έστεκε έτσι ορθός, ανάμεσα στο σκοτάδι, με ψηλά το κεφάλι, κ’ είχε τα μάτια του καρφωμένα σ’ ένα μόνο σημείο ακίνητος, κι ούτε μια γραμμή του χλωμού προσώπου του δεν έδειχνε την τρικυμία που είχε ξεσπάσει και μούγγριζε πνιχτά σαν ένα πεινασμένο στοιχιό, μες στο μυαλό του. Κοιτούσε μόνο σ’ ένα σημείο, κάτου στο πάτωμα, κ’ η σκέψη του είτανε μακριά, σε κάτι που κι αυτός δεν ήθελε ναν το πιστέψει.
 
Και τώρα, έπρεπε να κατορθώσει να μάθει. Αν κάποιος τον είδε να μπαίνει, αυτή την ώρα, μέσα σ’ αυτό το σπίτι; Πήγε, πατώντας στις μύτες των ποδιών του, προς το παράθυρο. Το άνοιξε διάπλατα. Μια υγρή μυρουδιά νοτισμένου χόρτου και λεμονανθιών ώρμησε μέσα στο δωμάτιο. Πρόβαλε το κεφάλι του δειλά, ανάμεσα από τ’ ανοιγμένα παραθυρόφυλλα, και κοίταξε προς τα κάτου. Κανείς. Ανάσσανε βαθιά. Ξαφνικά, πάλε, το βουητό κείνο της καμπάνας του γέμισε ταφτιά.
 
Κούνησε αργά το κεφάλι του. Στάθηκε κει πολλήν ώρα. Τραβήχτηκε μέσα και ξέσπασε ύστερα σ’ ένα γέλιο, αθόρυβο γέλιο. Τα μάτια του λάμψανε.
    – Χτυπάτε, χτυπάτε! Απ’ το θεμέλιο ξερριζώθηκε... Ξερριζώθηκε από το θεμέλιο...
    Ξαπλώθηκε πάνου στο κρεββάτι. Ένα μεγάλο κρεββάτι, μπογιατισμένο μ’ ένα κιτρινωπό χρώμα. Το ένα του πόδι κρεμότανε όξω, σαν ένα ξύλινο πόδι, κι ακουμπούσε κάτου στο πάτωμα.
    Ναι. Ας έρθουνε όλα, όλα αύριο το πρωί. Μα πως μπορούσε να γίνει αυτό; Όχι, αν ερχότανε, δεν έπρεπε να τονέ βρούνε έτσι, ντυμένον. Μ’ αν πάλε είταν ανάγκη ναν τους ξεφύγει;
    Θυμήθηκε τον τοίχο. Ένας χαμηλός τοίχος, γεμάτος γυαλιά σπασμένα, σουβλερά.
 
Ένα γνωστό του σφύριγμα ακούστηκε, πίσω, στο πάνω μέρος του δρόμου. Αυτοί! Τα μάτια του λάψανε πάλε.
    Κ’ ένα κύμα τότε χαράς πλημμύρισε τα στήθια του και μιαν αγάπη απέραντη απλώθηκε γι’ αυτούς, τους δυνατούς, με τους οποίους ένιωθε τον εαυτό του δεμένον πια κ’ έζησε μαζί τους ολάκερη ως τώρα τη ζωή του, ανάμεσα στον πόνο και την εγκαρτέρηση, σε μιαν ολοφώτεινη σύνδεση αγάπης και αυτοθυσίας.
 
Άγνωστοι, κατατρεγμένοι, απαρνητές μιας σάπιας ζωής, είτανε μια δύναμη υπέρθεη ο καθένας απ’ αυτούς, και τις νύχτες, συναγμένοι όλοι γύρω από την εσωτερική έννοια της λευτεριάς, σκυφτοί, στριμωγμένοι μέσα σ’ ένα σκοτεινό διαμέρισμα ενός παλιού πύργου, ερειπωμένου, μισή ώρα όξω από την πόλη, έπρεπε ναποφασίσουνε να χτυπήσουν. Πρέπει η γροθιά του ανθρώπου να πέσει βαρειά, σαν ένας τεράστιος ατσαλένιος όγκος, αμείλιχτη, και να τα σαρώσει όλα, όλα!
 
Κατέβηκε γλήγορα τη σκάλα. Πήδησε τον τοίχο και βρέθηκε όξω. Στη μέση του δρόμου, κάτου από μιαν ακακία ένας άνθρωπος περίμενε.
    – Έλα γλήγορα...
    Και σε λίγο χαθήκανε στο βάθος, πέρα κει, του δρόμου.

ΙΙ

Βαδίζανε γλήγορα. Κάποτε γυρίζανε και κοιτούσανε πίσω φοβισμένοι. Άνεμος δυνατός άρχισε να φυσάει, και καθώς κρατούσαν τα καπέλλα τους στα χέρια, τους ανάδευε τα μαλλιά κ’ οι σκιές τους φαντάζανε πελώριες στο μάκρος του δρόμου και κουνιόντανε ρυθμικά κάτου απ’ το φως του φεγγαριού.
 
Χώθηκαν ύστερα μέσα σε κάτι στενά δρομάκια, κουρασμένοι, ενώ η δίψα τους βασάνιζε τρομερά, βουτώντας ως τα γόνατα στους βάλτους που κάνανε πλήθος μικρά αυλάκια από στάσιμα νερά, γεμάτα από μικρές, πράσινες φουσκαλίθρες...
    Σε λίγο φάνηκανε ξανά, μακριά στην άκρη ενός μεγάλου δρόμου.
    Από κάπιο σπίτι έβγαιναν οι τόνοι μιας κιθάρας, βγαίνανε πλήθος, πνιχτοί, μονότονοι, μελαγχολικοί...
    Σταθήκανε.
    Σα ναν τους φάνηκε τώρα πως κάπιος τους είχε πάρει καταπόδι.
    Προσέξανε καλά μέσα στης νύχτας τη σιωπή.
    Ακουγόντανε τώρα βαριοί, ρυθμικοί οι χτύποι της καρδιάς τους.
    – Πρέπει να χωριστούμε...
    – Ναι.
    Σιγή.
    Κοιταχτήκανε για μια στιγμή βαθιά στα μάτια.
    – Η φωτιά! Σκέψου, τι θείο όραμα είναι η φωτιά...
    Ο άλλος του έσφιξε το χέρι κ’ ένα χαμόγελο μιας βαθιάς καλοσύνης χαράχτηκε στα σκοτεινά πρόσωπά τους.

ΙΙΙ

Έπρεπε να φύγει. Οι μυστικοί αστυνόμοι τον είχαν ανακαλύψει σε κάποιο σπίτι, την ώρα που είταν έτοιμος να ρήξει το τελευταίο σπίρτο. Τρία μερόνυχτα τον κυνηγούσανε τώρα, αυτόν τον ξακουσμένο επαναστάτη, και δεν τον άφιναν να σταθεί πουθενά. Από κάπιον έμαθε πως δυο άλλους συντρόφους του τους είχανε πιάσει, κι αυτή την ώρα τους σέρνανε στο στρατοδικείο. Ο ένας, στο δρόμο, είχε πέσει κάτου. Βογγούσε, κι από πάνου χωροφυλάκοι, πλήθος χωροφυλάκοι νατονέ χτυπούνε, να τονέ χτυπούνε...
 
Για μια στιγμή του φάνηκε πως είδε τη μορφή του συντρόφου του. Αδύνατη, κιτρινισμένη, τον κοιτούσε στα μάτια...
    Ο λαός ανυπομονούσε να μάθει, νακούσει...
    Στα σαλόνια των πλουσίων μιλούσανε ολοένα γι’ αυτόν. Ρωτούσανε, κρατούσανε σημείωσες... Ο φόβος τους είχε παραλύσει τη σκέψη...
    Και σαν κάτι βαρύ, και φριχτό να σκέπαζε την ατμόσφαιρα όλη.
    Και ξαφνικά στις πέντε το απόγεμα, να τι έγινε:
    Μια μπόμπα είχε πέσει κάπου. Ύστερα άλλη, άλλη..
 
Για μια στιγμή όλα σταματήσανε. Σε λίγο ακουστήκανε οι καμπάνες πάλε. Χτυπούσανε όλες μαζί, βαριά, γλήγορα, φρενιασμένα. Ο κόσμος ξεχύθηκε στους δρόμους. Ο τρόμος είτανε ζωγραφισμένος παντού. Πολλοί τρέχανε να δούνε, να μάθουνε. Τα τράμια σταματήσανε. Ποιοι τα σταματήσανε; Γιατί; Μια είδηση: Οι εργάτες χτυπηθήκανε. Που; Πως; Υπάρχουν πολλοί σκοτωμένοι. Η αστυνομία τους είχε ζώσει μέσα σ’ ένα εργοστάσιο. Κείνη τη στιγμή ένα φορείο πέρασε. Ύστερα άλλο. Από κάπου ακουστήκανε τραγούδια. Τι; Ποιοι είναι; Ο κόσμος έτρεχε, πολλοί βλαστημούσανε και φωνάζανε και σηκώνανε ψηλά τις γροθιές τους...

 ΤΑΚΗΣ ΦΙΤΣΟΣ

Πηγές:
• Εθνικό Αρχείο Διδακτορικών Διατριβών.
• Καραόγλου - Ναούμ, Εγκυκλοπαίδεια του Ελληνικού Τύπου (1784-1974, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών/ Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Αθήνα, 2008.
• Βάρναλης Κώστας, Τάκης Φίτσος στο Οργή λαού, εκδ. Κέδρος
• Κοσμόπολις, Ψηφιακή συλλογή, Πανεπιστημίου Πατρών / Εταιρεία Ελληνικού Λογοτεχνικού και Ιστορικού Αρχείου (ΕΛΙΑ) / Δημοτική Βιβλιοθήκη Πατρών.
• Γκόρπας Θωμάς, Περιπετειώδες κοινωνικό και μαύρο νεοελληνικό αφήγημα, τόμοι Α’ & Β’, εκδ. Σίσυφος, Αθήνα, 1981
• Γεωργίου Βάσος, εφ. Ριζοσπάστης 12.12.1993.
• Παπαϊωάννου Μ., εφ. Ριζοσπάστης 02.02.1994.
• Τάκης Φίτσος (ηρωική μορφή του ΚΚΕ), εφ. Ριζοσπάστης, 03.05.1998.
• Βιογραφικό του Τάκη Φίτσου, εφ. Ριζοσπάστης 16.05.2004.
• Ηρωική μορφή της Δημοσιογραφίας και της Αντίστασης, εφ. Ριζοσπάστης, 06.06.2004.
• Τάκης Φίτσος, εφ. Ριζοσπάστης, 15.06.2008.
• Μην καρτεράτε να λυγίσουμε, εφ. Ριζοσπάστης, 30.05.2009.
• Φίτσιος Ι. Χαράλαμπος, Τάκης Φίτσος, περ. Υπάτη, τευχ. 51, Δεκέμβριος 2007, σ.σ. 91-98.
• Γιαννόγκωνας Βασίλης, Γαύδος-Αναμνήσεις εξορίστου, εκδ. Δίρφος, Αθήνα, 1973.

  Δημήτρης Υφαντής
Διδάκτωρ Κοινωνιολογίας
Το κείμενο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό "Υπάτη",
τεύχος 54, Δεκέμβριος 2014, σελ. 47-64

Σημειώσεις-Παραπομπές
1. Βλέπε, Γκόρπας Θωμάς, Περιπετειώδες κοινωνικό και μαύρο νεοελληνικό αφήγημα, τόμοι Α’ & Β’, εκδ. Σίσυφος, Αθήνα, 1981.
2   Βλέπε Φίτσιος Ι. Χαράλαμπος, Τάκης Φίτσος, περ. Υπάτη, τευχ. 51, Δεκέμβριος 2007, σ.σ. 96-9 

Bίντεο

 
Copyright © ΒΑΘΥ ΚΟΚΚΙΝΟ
Powered by Blogger