Home » , » Σαν σήμερα στις 12 Οκτώβρη 1944 η απελευθέρωση της Αθήνας απ' τους Γερμανούς κατακτητές

Σαν σήμερα στις 12 Οκτώβρη 1944 η απελευθέρωση της Αθήνας απ' τους Γερμανούς κατακτητές

Από ΒΑΘΥ ΚΟΚΚΙΝΟ , Πέμπτη 12 Οκτωβρίου 2017 | 10:04 π.μ.

Σαν σήμερα στις 12 Οκτώβρη 1944, το ΕΑΜ και ο ΕΛΑΣ ελέγχουν απόλυτα την Αθήνα, αφού οι Γερμανοί κατακτητές κάτω απ’ την πάλη του λαού αναγκάζονται να την εγκαταλείψουν.
Μια τεράστια λαοθάλασσα ξεχύνεται στην πόλη με συνθήματα για μια Ελλάδα λαοκρατική να δονούν τον αέρα και τεράστια πανό του ΚΚΕ και του ΕΑΜ να γεμίζουν την Αθήνα.

Η σκλαβιά στον φασισμό είχε πια τελειώσει με τους μαχητές του ΕΛΑΣ να ανεβάζουν στην Ακρόπολη την ελληνική σημαία.

Ο «Ριζοσπάστης της ίδιας μέρας, προτρέπει τον λαό να δείξει αυτοσυγκράτηση απέναντι στα ντόπια δοσιλογικά καθάρματα που είχαν συνεργαστεί με τον κατακτητή, ενώ οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ εξαπέλυσαν επίθεση στις γερμανικές δυνάμεις που υποχωρούσαν.
Στις 13/10 οι ΕΛΑΣίτες έδωσαν ηρωική μάχη για να σώσουν το εργοστάσιο παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος στον Πειραιά.


Από την ιστοσελίδα της Εργατικής Αλληλεγγύς αντιγράφουμε:

 Η Αθήνα της απελευθέρωσης

Το πρωινό της 12ης Οκτωβρίου ο βασανισμένος λαός της Αθήνας δονούνταν από την κραυγή «φεύγουν». Η Κατοχή έδινε τη σκυτάλη σε μια νέα εποχή ανελέητων συγκρούσεων. Τα δύο μεγάλα συλλαλλητήρια του ΚΚΕ στις 13 Οκτωβρίου και των αστικών οργανώσεων στις 15 Οκτωβρίου 1944 φωτογράφιζαν ένα απόλυτο ταξικό χάσμα.

Πρώτο κατέβηκε το ΚΚΕ. Την επόμενη της εορταστικής μέρας, ένα τεράστιο «λαϊκό κύμα» με την καθοδήγηση όλων των Αχτίδων της ΚΟΑ, ξεχύθηκε από τους προσφυγικούς συνοικισμούς στη λεωφόρο Πανεπιστημίου με ζητωκραυγές υπέρ του ΕΑΜ και του Κόμματος και ζητώντας την παραδειγματική τιμωρία των προδοτών –το πιο «καυτό» αίτημα των ημερών. Στο πλήθος ξεχώριζαν παπάδες (μερικοί με κόκκινες σημαίες), γριές γυναίκες και μικροί μαθητές.

O συγγραφέας Γιώργος Θεοτοκάς, από τους πιο διεισδυτικούς παρατηρητές της τότε αθηναϊκής καθημερινότητας, δήλωνε στο ημερολόγιό του πως αυτά τα πρωτόγνωρα κοινωνικά φαινόμενα, όπως και τα χιλιάδες σφυροδρέπανα που είχαν πλημμυρίσει τους τοίχους «ξεσκέπαζαν, σε μια απότομη στροφή της ιστορίας, μια πρωτεύουσα κόκκινη», ενώ παραλλήλισε αυτή την έκρηξη ελευθερίας και την κοινωνική πολυχρωμία των ενθουσιασμένων Εαμιτών με την Κομμούνα των Παρισίων. Πέρα από οποιαδήποτε ανάλυση, αυτή η τολμηρή σύγκριση τεκμηριώνει πως ο ριζοσπαστισμός που διαπερνούσε όλα τα στρώματα του πληθυσμού στο τέλος της Κατοχής, όσο κι αν έμοιαζε ιδεολογικά ανώριμος, ήταν απόλυτα γνήσιος. Οι συνθήκες της φασιστικής κατοχής και οι αγώνες κατά των κατακτητών και των συνεργατών τους, είχαν αναδείξει σε μάρτυρες και ήρωες τα λαϊκά στρώματα που δικαιωματικά αξίωναν πλέον την άνευ όρων ανακατονομή της πολιτικής τράπουλας.

Αστικός κόσμος

Τρεις μέρες αργότερα θα ριχνόταν στη «μάχη των εντυπώσεων» και ο αστικός κόσμος. Στο εξίσου ογκώδες συλλαλλητήριο, το παρόν έδινε η ευπαρουσίαστη αστική τάξη της Αθήνας: ώριμοι άντρες, οικογενειάρχες, φοιτητές και καλοντυμένες κοπέλες, μια ετερόκλητη συμμαχία με πολιτικές τοποθετήσεις που ποίκιλαν από την φιλελεύθερη δημοκρατία έως τον «μοναρχοφασισμό».

Η έντονη αντιεαμική συνείδηση των μεσοαστικών και μεγαλοαστικών στρωμάτων θα τροφοδοτούσε ένα «μαύρο μέτωπο» το οποίο στις μάχες του Δεκέμβρη θα συναποτελούσαν ο αναβαπτισμένος ελληνικός στρατός της Μέσης Ανατολής (Ιερός Λόχος, ΙΙΙ Ορεινή Ταξιαρχία Ρίμινι), τα Σώματα Ασφαλείας (Αστυνομία Πόλεων, Χωροφυλακή, Ασφάλεια) και –φυσικά– οι άνδρες και αξιωματικοί των Ταγμάτων Ασφαλείας που περίμεναν υπομονετικά στους στρατώνες του Γουδή, την εξιλέωση στο πρόσωπο της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης και των Βρετανών. Αυτές οι «χρυσές εφεδρείες», που θα αποδεικνύονταν σωτήριες την ώρα της σύγκρουσης, δρούσαν ήδη σαν εμπροσθοφυλακή της βρετανικής επέμβασης σκοτώνοντας ύπουλα και μαζικά, χωρίς προσχήματα. Την προηγούμενη μάλιστα μέρα του συλλαλλητηρίου των «αστών», ένοπλα παραστρατιωτικά σώματα κάθε προέλευσης (ΕΔΕΣ Αθήνας, Χίτες και άνδρες της Ειδικής Ασφάλειας) που είχαν οχυρωθεί στα ξενοδοχεία της Ομόνοιας αιματοκύλησαν από τα παράθυρα με πολεμικά όπλα και χειροβομβίδες μια αντιδιαδήλωση του ΕΑΜ που κατέβηκε στα Χαυτεία, περιστατικό αδιαμφισβήτητο που ωστόσο σπάνια αναφέρεται στις πηγές.

Ο «εθνικόφρων» φοιτητής Πολυτεχνείου Μ.Β., πρώην μέλος της Χ, που βρέθηκε τυχαία στο δρόμο, περιέγραψε πρόσφατα στον γράφοντα μερικές εικόνες χαρακτηριστικές: «Έρχεται από την Καισαριανή μια τεράστια διαδήλωση που κρατούσε ένα πλακάτ, μια γυναίκα δεμένη με αλυσίδες. Ξαφνικά βλέπω να κυνηγάνε έναν ο οποίος έτρεξε στην είσοδο του ξενοδοχείου που μέναν οι Εδεσίτες, απέναντι απ’ το ΡΕΞ και οι σύντροφοί του Εδεσίτες πυροβόλησαν. Όταν λέμε σκοτωμός, δε μπορείτε να φανταστείτε πόσοι πυροβολισμοί και πόσες χειροβομβίδες πέσανε. Μακελειό, ουρλιαχτά...Όπως έπεσα κάτω –στεκόμουνα στο περίπτερο ανάμεσα στο Τιτάνια και το ΡΕΞ– χώθηκα σε ένα ρολογάδικο. Μια κοπέλα θυμάμαι, τα γυαλιά της ήταν γεμάτα αίματα. Μες στο ρολογάδικο είχαν καταφύγει τραυματίες. Ενός το πόδι ήταν κομμένο από χειροβομβίδα, κι ήταν κι ένας παπάς που είχε φάει σφαίρα στο στήθος...».

Στην Αθήνα της Απελευθέρωσης συναντάμε όλα τα ορόσημα που συνθέτουν την ιστορία της κατοχικής Ελλάδας. Έχοντας βιώσει την απόλυτη φρίκη ενός λιμού, τον παλλαϊκό ενθουσιασμό των διαδηλώσεων, την τρομοκρατία των εκτελέσεων και των μπλόκων και τους νέους πολιτικούς διαχωρισμούς σε όλη τους την ένταση, η πόλη ήταν κυριολεκτικά σκισμένη στα δυο. Στις 14 Οκτωβρίου οι πρώτοι Βρετανοί στρατιώτες που αποβιβάζονταν στον Πειραιά, διάβαζαν στην Επιχειρησιακή Διαταγή του ταξιάρχου Ronald Scobie, πως, εκτός από το αρχιτεκτονικό θαύμα του Παρθενώνα, θα έβλεπαν και «μάχες ανάμεσα σε αντίπαλες φατρίες». Ήταν μια εύστοχη παρατήρηση για μια πόλη που έβραζε από το ταξικό μίσος.

Ιάσονας Χανδρινός
_______________

Μία παρά φύση “συγκυβέρνηση”

Υπάρχει μια σκηνή απαθανατισμένη σε φωτογραφίες και στα κινηματογραφικά επίκαιρα της εποχής που υποτίθεται ότι αποδίδει την ατμόσφαιρα της απελευθέρωσης της Αθήνας τον Οκτώβρη του 1944. Είναι ο Γεώργιος Παπανδρέου, πρωθυπουργός της κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας, να υψώνει την γαλανόλευκη στο Βράχο της Ακρόπολης. Εκτός από το αναπόφευκτο των κοριτσιών με παραδοσιακές ενδυμασίες που του παρέδωσαν τη σημαία, ο συμβολισμός της τελετής ήταν καλά μελετημένος. Τιμές απέδιδαν τρία αγήματα: 50 Βρετανοί αλεξιπτωτιστές, 50 αντάρτες του ΕΛΑΣ και 50 άνδρες του Ιερού Λόχου. Η «εθνική ενότητα» στο πλευρό των «Μεγάλων Συμμάχων μας, Άγγλων» σε μικρογραφία.

Η τελετή έγινε στις 18 Οκτώβρη, μια βδομάδα μετά την απελευθέρωση της Αθήνας και ενώ οι δρόμοι της έβραζαν από τις διαδηλώσεις –και τις συγκρούσεις. Εκείνη τη μέρα είχε καταφθάσει στον Πειραιά από την Ιταλία η κυβέρνηση της «Εθνικής Ενότητας» που είχε συγκροτηθεί στις 2 Σεπτέμβρη. Σ’ αυτή συμμετείχε το ΕΑΜ-ΚΚΕ με τέσσερις θέσεις. Υπουργοί ήταν ο Γ. Ζεύγος (Γεωργίας) και Μ. Πορφυρογένης (Εργασίας) και οι δυο μέλη του Πολιτικού Γραφείου της ΚΕ του ΚΚΕ, ο Η. Τσιριμώκος (Εθνικής Οικονομίας) και ο Ν. Ασκούτσης (Δημοσίων Έργων).

Η κυβέρνηση ήταν προϊόν της Συμφωνίας του Λιβάνου που υπογράφτηκε τον Μάη του 1944. Με πρωτοβουλία της αγγλικής κυβέρνησης, αντιπροσωπείες της κυβέρνησης του Καϊρου και των αντιστασιακών οργανώσεων από την Ελλάδα, κλείστηκαν σε ένα ξενοδοχείο ενός ορεινού θέρετρου του Λιβάνου, σχεδόν κρατούμενοι, χωρίς τη δυνατότητα επικοινωνίας με τον έξω κόσμο. Εκεί, μετά από τρεις μέρες συνεχών επιθέσεων στο ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, οι αντιπρόσωποί του υποχώρησαν σε όλες τις διεκδικήσεις τους και υπέγραψαν ένα κατάπτυστο κείμενο που ανάμεσα στ’ άλλα καταδίκαζε τους «άφρονες οργανωτές» του αντιφασιστικού κινήματος των φαντάρων και των ναυτών της Μέσης Ανατολής τον Απρίλη και το αποκαλούσε «εθνικό έγκλημα».

Ο «Λίβανος» είχε προκαλέσει μια έκρηξη αποδοκιμασίας στις οργανώσεις του ΕΑΜ και του ΚΚΕ. Η ηγεσία αποφάσισε να διαπραγματευθεί ξανά για να διορθώσει την συμφωνία. Το τελικό αποτέλεσμα, όμως, δεν διέφερε επί της ουσίας. Μετά την συγκρότηση της κυβέρνησης ήρθε η συμφωνία της Καζέρτα. Οι εκπρόσωποι του ΕΛΑΣ αποδέχτηκαν σαν ανώτερο στρατιωτικό διοικητή όλων των ένοπλων σχηματισμών έναν εγγλέζο ανώτερο αξιωματικό, τον στρατηγό Ρόναλντ Σκόμπι. Και επί της ουσίας ο ΕΛΑΣ δεσμεύτηκε να μην μπει στην Αθήνα όταν θα αποχωρούσαν οι Γερμανοί.

Το ΕΑΜ κυριαρχούσε σχεδόν σ’ όλη την Ελλάδα. Οι εργάτες, οι αγρότες και η νεολαία που είχαν ματώσει στην πάλη ενάντια στον φασισμό, στους γερμανοτσολιάδες, έβλεπαν σαν έπαθλο των θυσιών τους μια κοινωνία ριζικά διαφορετική από την Ελλάδα του μεσοπολέμου, της φτώχειας, της ανεργίας, της καταπίεσης και θεωρούσαν ότι το ΕΑΜ και το ΚΚΕ σαν τις δυνάμεις που θα πετύχουν αυτό το αποτέλεσμα. Όμως, η ηγεσία δεχόταν να μπει σε μια κυβέρνηση που διακηρυγμένο στόχο είχε να αποτρέψει αυτή την προοπτική. Ήταν η έμπρακτη εφαρμογή μιας συνολικής στρατηγικής που θυσίαζε την επαναστατική δυναμική του κινήματος στην «εθνική ενότητα» με τους καπιταλιστές και την «αντιφασιστική συμμαχία» με τους άγγλους ιμπεριαλιστές.

Με το ζόρι

Παρόλα αυτά, επρόκειτο για ένα «γάμο με το ζόρι» που όσο περνούσαν οι μέρες έμοιαζε να διαλύεται στην καυτή ατμόσφαιρα της απελευθερωμένης Αθήνας. Τα πλήθη που κατέβαιναν από τους συνοικισμούς στο κέντρο σαν ανταριασμένα ποτάμια, ένιωθαν ότι είχαν να κανονίσουν λογαριασμούς που εκκρεμούσαν όχι μόνο από τα χρόνια της Κατοχής αλλά πήγαιναν πολύ πιο πίσω, έφταναν στη δεκαετία του ’20 και του ’30.

Όταν ο Γ. Παπανδρέου ανέβηκε στην εξέδρα που είχε στηθεί απέναντι από τον Άγνωστο Στρατιώτη, διακοπτόταν συνεχώς από το σύνθημα «Λαοκρατία! Λαοκρατία!». Εκνευρισμένος, αναγκάστηκε να πει τη φράση που έχει μείνει στην ιστορία: «Πιστεύομεν και εις την Λαοκρατίαν!». Λίγες μέρες πριν είχε ζητήσει από τον Τσόρτσιλ να στείλει στην Ελλάδα «επιβλητικές δυνάμεις» γιατί «τα πολιτικά μέσα διά την αντιμετώπισιν της κρισίμου καταστάσεως δεν ήσαν πλέον επαρκή».

Το συγκεντρωμένο πλήθος ξέσπασε σε χειροκροτήματα. Όμως, οι ρητορικές νίκες ενός έμπειρου πολιτικού των κοινοβουλευτικών εδράνων, δεν μπορούσαν να εξαφανίσουν το ταξικό χάσμα που είχαν ανοίξει οι αγώνες και οι θυσίες της Κατοχής. Από μια διαφορετική πλευρά, το ίδιο πρόβλημα αντιμετώπιζαν και οι ηγεσίες του κινήματος.

Υπάρχει μια άλλη φωτογραφία, τραβηγμένη δυο-τρεις βδομάδες μετά: σε ένα από τα ατελείωτα συλλαλητήρια τα πλακάτ των διαδηλωτών απαιτούν: «Να τιμωρηθούν οι προδότες» και «Να ανοίξουν τα κλειστά εργοστάσια».

Η έκρηξη δεν θα αργούσε να έρθει, τον Δεκέμβρη του 1944.

Λέανδρος Μπόλαρης
_______________________

Από τον "Ριζοσπάστη"

 73 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ
Χρήσιμα διδάγματα από έναν ηρωικό λαϊκό αγώνα

Σε όλη την περίοδο της Κατοχής, η ψυχή και ο κύριος αιμοδότης του λαϊκού απελευθερωτικού αγώνα ήταν το ΚΚΕ. Ξεκινώντας από την πρώτη στιγμή της εισβολής των Γερμανών στην Ελλάδα, το ΚΚΕ, με ελάχιστες τότε οργανωμένες δυνάμεις και με τους εξόριστους που δραπέτευσαν από τα νησιά, όπου τους είχε εκτοπίσει η δικτατορία της 4ης Αυγούστου, πήρε την πρωτοβουλία για τη συγκρότηση του ΕΑΜ και στη συνέχεια του ΕΛΑΣ και της ΕΠΟΝ. Στις γραμμές τους συσπειρώθηκε σε μια πορεία η μεγάλη πλειοψηφία του λαού. Αυτές οι δυνάμεις, δίνοντας ποταμούς αίματος, συνέβαλαν στην απελευθέρωση της Ελλάδας, ήταν το μοναδικό φόβητρο των τριών κατοχικών δυνάμεων (Γερμανίας, Ιταλίας, Βουλγαρίας).

Εδώ και χρόνια, ακόμα περισσότερο σήμερα, επιχειρούνται από αστικές δυνάμεις (Χρυσή Αυγή κ.ά.) η κατασυκοφάντηση και η διαστρέβλωση των τότε γεγονότων, στο πλαίσιο της αντικομμουνιστικής επίθεσης, υπεράσπισης της αστικής εξουσίας. Από άλλες αστικές δυνάμεις (ΣΥΡΙΖΑ κ.ά.) επιχειρείται με επίθεση «φιλίας» ο αποχρωματισμός της αντιστασιακής πάλης, με στόχο να συγκαλυφθεί ο ρόλος του ΚΚΕ σ' εκείνον το μεγάλο αγώνα και να παρουσιαστεί η Αντίσταση ως κάτι το «γενικά λαϊκό»! Ομως, η πραγματικότητα έχει πολύ πείσμα. Ο λαός, ιδιαίτερα οι νέες γενιές, έχουν όφελος να μάθουν την αλήθεια και κυρίως όλοι μαζί να διδαχτούμε από αυτή.

Στις 8 Σεπτέμβρη 1944, ο Κόκκινος Στρατός μπήκε στη Βουλγαρία καταδιώκοντας το γερμανικό στρατό. Η προέλαση του Κόκκινου Στρατού στα Βαλκάνια υποχρέωσε τη γερμανική διοίκηση να αρχίσει την απόσυρση των δυνάμεών της από την Ελλάδα. Ο διευθυντής της εφημερίδας «Εστία» Αχιλλέας Κύρου έγραψε: «Εν τω μεταξύ είχε αρχίσει η μεταφορά μεγάλου μέρους του γερμανικού στρατού από τα διάφορα νησιά του Αιγαίου προς την Αττική και την πρωτεύουσα (...) τριάντα ως πενήντα αεροπλάνα κάνουν δύο φορές κάθε νύχτα το ταξίδι μεταξύ Αθηνών και νήσων. Από τις 7 δε Σεπτεμβρίου ταξιδεύουν και την ημέρα. Αλλά και με καΐκια, μικρά πλοία κάθε είδους (...) προξενεί δε κάποιαν περίεργη εντύπωση το γεγονός ότι οι σύμμαχοι που παρακολουθούν με τα ανιχνευτικά των όλη αυτή την κίνηση αφήνουν τους Γερμανούς σχεδόν ανενόχλητους στις μεταφορές των».

Ηδη από το 1943, η συντριβή του Αξονα άρχισε να γίνεται χειροπιαστή ελπίδα και βεβαιότητα των λαϊκών μαζών, αλλά και βάσιμη πρόβλεψη των διεθνών και εγχώριων αστικών επιτελείων που προχώρησαν έγκαιρα στις αναγκαίες αναπροσαρμογές της στρατηγικής τους. Ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος εκ των πραγμάτων δημιούργησε σε μια σειρά χώρες - αλλού νωρίτερα και αλλού στην πορεία - συνθήκες επαναστατικής κατάστασης, όπου ο λαός έπαιρνε μέρος στην ένοπλη πάλη, είτε από τις γραμμές του αστικού στρατού είτε οργανωμένος σε αντάρτικα τμήματα και σχηματισμούς.
Το έναυσμα για αναπροσαρμογές στην αστική στρατηγική στην Ελλάδα είχε δώσει στις αστικές δυνάμεις η εποποιία του Κόκκινου Στρατού στο Στάλινγκραντ, από το πρώτο διάστημα αυτής της χρονιάς, σε συνδυασμό με την άνοδο του ΕΑΜικού κινήματος και την πορεία ανάπτυξης του ΚΚΕ. Ο αστικός σχεδιασμός υπήρξε αταλάντευτος στο ζήτημα της θωράκισης και υπερασπιστής της κλονισμένης εξουσίας του.

Προετοίμαζαν την αλλαγή φρουράς

Ηδη από τα μέσα Οκτώβρη του 1943, είχε έρθει στην Ελλάδα ο Νεοζηλανδός λοχαγός Ντον Σκοτ, που ήταν σύνδεσμος της Βρετανικής Στρατιωτικής Αποστολής με τα τμήματα του ΕΛΑΣ στην Αττικοβοιωτία. Στο Αρχείο του ΚΚΕ βρίσκεται εμπιστευτική έκθεση του δημάρχου Αθηναίων Αγγελου Γεωργάτου, που αναφέρεται σε συνάντηση που οργάνωσε ο ίδιος και στην οποία μετείχαν ο Σκοτ και ο συνταγματάρχης των Γερμανών Λος, με αντικείμενο τις μεταπολεμικές εξελίξεις. Ο Θ. Χατζής στο «Η νικηφόρα επανάσταση που χάθηκε» σημειώνει πως «βασικό θέμα των επαφών ήταν ο συνδυασμός ενεργειών των Γερμανών με τους Αγγλους για την "αλλαγή φρουράς" έτσι που να μην καταληφθεί η πρωτεύουσα από τις δυνάμεις του ΕΑΜ - ΕΛΑΣ».

Είχε, στο μεταξύ, ήδη αποφασιστεί από τις 5 Ιούλη 1943 η υπαγωγή του ΕΛΑΣ στο Βρετανικό Στρατηγείο Μέσης Ανατολής, υπαγωγή που θα πληρωθεί πολύ ακριβά σύντομα. Ακολούθησε η διάσκεψη του Λιβάνου (17 έως 20 Μάη του '44), που κατέληξε στο «Εθνικό Συμβόλαιο», το οποίο υπέτασσε τον ένοπλο λαϊκό αγώνα στις επιδιώξεις των αστικών δυνάμεων (επί της ουσίας προανήγγειλε διάλυση του ΕΛΑΣ στο όνομα της δημιουργίας του «εθνικού στρατού»). Στο Λίβανο οι αστικές πολιτικές δυνάμεις, με τη στήριξη της Βρετανίας, υπερασπίζονταν την αστική εξουσία στην Ελλάδα, που είχε κλονιστεί και που γι' αυτό δεν μπορούσαν ακόμα και να επιστρέψουν δίχως τη συμφωνία του ΕΑΜ - ΕΛΑΣ.

Στις 7 Αυγούστου, το ΕΑΜ ενέκρινε τη συμμετοχή του σε κυβέρνηση «εθνικής ενότητας», ενώ την ίδια ώρα οι Βρετανοί με τη συγκατάθεση των Αμερικανών ετοιμάζονταν να επέμβουν για να συντρίψουν το εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα.

Στο σχέδιο της επιχείρησης έδωσαν το όνομα «Μάννα», που πρόβλεπε απόβαση στη νότια Ελλάδα, έτσι ώστε όταν οι Γερμανοί εγκαταλείψουν την πρωτεύουσα, να μην επιτραπεί στο ΕΑΜ να αναλάβει την εξουσία. Το σχέδιο ανακοίνωσε ο ίδιος ο Τσόρτσιλ στον Παπανδρέου στις 21 Αυγούστου. Στις 15 Σεπτέμβρη ο στρατηγός Στέφανος Σαράφης πήρε τηλεγράφημα του στρατηγού Ουίλσον, που τον καλούσε να πάει στην Ιταλία μαζί με τον Ζέρβα. Στις 24 - 26 Σεπτέμβρη έγινε στην Καζέρτα η σύσκεψη του Στρατηγείου Συμμαχικών Δυνάμεων της Μεσογείου, της βρετανικής και ελληνικής κυβέρνησης και της αντιπροσωπείας του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ. Στη σύσκεψη αποφασίστηκε ο διορισμός του Αγγλου στρατηγού Σκόμπι ως διοικητή όλων των στρατιωτικών δυνάμεων στην Ελλάδα. Επίσης, διορίστηκε στρατιωτικός διοικητής Αττικής ο Π. Σπηλιωτόπουλος, που ήταν αρχηγός Χωροφυλακής του Τσολάκογλου! Μια από τις πρώτες πράξεις του ήταν να διατάξει να μη χτυπηθούν οι Γερμανοί φεύγοντας.

Η Συμφωνία της Καζέρτας επισφράγιζε την παράδοση του ΕΛΑΣ στους Αγγλους και τους επέτρεπε να έρθουν στην Ελλάδα με την έγκριση του ΚΚΕ προκειμένου να γίνουν το αποφασιστικό στήριγμα της εγχώριας αστικής εξουσίας. Ετσι ο ΕΛΑΣ στις 12 του Οκτώβρη, με την αποχώρηση των Γερμανών, δεν κατέλαβε την πρωτεύουσα παρότι την είχε στα χέρια του.

Η μέρα της απελευθέρωσης

Πέμπτη 12 του Οκτώβρη 1944. Οι Γερμανοί δεν έχουν προλάβει ακόμα να εκκενώσουν την πόλη κι ο λαός της πρωτεύουσας, από τις συνοικίες, τα εργοστάσια, τα σχολεία, τα υπουργεία, τα καταστήματα, ξεχύνεται στους αθηναϊκούς δρόμους ζητωκραυγάζοντας για την απελευθέρωσή του. Τεράστια πανό του ΕΑΜ και του ΚΚΕ υψώθηκαν και τα συνθήματα για μια νέα Ελλάδα, λαοκρατική, περνούν σε όλα τα χείλη.

Για την Αθήνα, το κύριο γεγονός είναι ότι εκείνη τη μέρα η εξουσία άρχισε να περιφέρεται ορφανή στο δρόμο και να μην την παίρνει κανείς. Κανείς; Οχι ακριβώς:
Μια σειρά χώροι στο κέντρο της Αθήνας που άφησαν οι Γερμανοί καταλαμβάνονταν από χωροφύλακες και άλλους συνεργάτες των Γερμανών που συνέρρεαν στην Αθήνα από την ύπαιθρο. Κατελήφθησαν τα ξενοδοχεία γύρω από την Ομόνοια «Μητρόπολις» «Ερμής» «Πάνθεον» κ.ά. Στο Σύνταγμα - Μακρυγιάννη κλείστηκαν οι χωροφύλακες και από την Ομόνοια έως το Σύνταγμα εγκαταστάθηκαν οι βρετανικές υπηρεσίες, ενώ σε ολόκληρο το χώρο κυκλοφορούσαν Μπουραντάδες και Χίτες, προκαλώντας με συνθήματα «Σόφια - Μόσχα - Κατοχή».

Ολα μαρτυρούν ότι ήταν διαμορφωμένη επαναστατική κατάσταση (το ξεκίνημά της μπορεί να προσδιοριστεί την άνοιξη του '44), καθώς υπήρχε αποδιάρθρωση των πιο σημαντικών λειτουργιών του αστικού κράτους, ο γερμανικός στρατός που στήριζε την αστική εξουσία είχε αποχωρήσει, ελάχιστες ήταν ακόμα οι βρετανικές δυνάμεις, ενώ χιλιάδες στρατιώτες της Μέσης Ανατολής είχαν περάσει με το μέρος του ΕΑΜ - ΕΛΑΣ. Η κυβέρνηση ήταν ακόμα στο Κάιρο και δεν μπορούσε να αποβιβαστεί στον Πειραιά δίχως την έγκριση του ΚΚΕ και του ΕΑΜ. Το ίδιο και οι στρατιωτικές δυνάμεις του αστικού στρατού (Ορεινή Ταξιαρχία κ.ά.) που είχαν απομείνει στη Μέση Ανατολή, ενώ ο ΕΔΕΣ ήταν εγκλωβισμένος από τον ΕΛΑΣ στην Ηπειρο. Το ίδιο το κύρος των αστικών δυνάμεων στο λαό είχε πέσει σε κατώτερο σημείο, ενώ και οργανωτικά ήταν σε κατάσταση διάλυσης. Σε αυτό ας προστεθούν και οι μεταξύ τους έντονες αντιπαραθέσεις. Η αστική τάξη εκείνη την περίοδο έδινε μάχη αναστήλωσης της εξουσίας της.

Το κρίσιμο ήταν ο υποκειμενικός παράγοντας, οι διαθέσεις της εργατικής τάξης, των λαϊκών στρωμάτων. Αρχικά και κυρίως υπήρχε το ΚΚΕ, που η οργανωμένη δύναμή του ξεπερνούσε τα 400.000 μέλη. Αυτό αντανακλούσε αυξημένες εργατικές - λαϊκές διαθέσεις και τη δυνατότητα να περάσουν στη λαϊκή πλειοψηφία συνθήματα επαναστατικής ανατροπής. Επιπλέον, κατά πολύ περισσότερες δυνάμεις αναγνώριζαν στο ΚΚΕ τον καθοδηγητικό του ρόλο στην απελευθέρωση, όπως και τον καθοριστικό ρόλο της Σοβιετικής Ενωσης στο τσάκισμα του φασισμού.

Το κύριο ήταν πως αυτές οι δυνάμεις βρίσκονταν σε οργάνωση μάχης, έχοντας στην εμπροσθοφυλακή δικό τους μεγάλο οργανωμένο στρατό, τον ΕΛΑΣ. Αυτή η πελώρια δύναμη αγωνιζόταν για καλύτερες μέρες και το όραμά της ερχόταν σε σύγκρουση με τις επιδιώξεις των αστικών κομμάτων. Οπως έδειξαν η μάχη στο Μελιγαλά και η μάχη στο Κιλκίς, υπήρξε όξυνση της ταξικής πάλης για την εξουσία.

Αρα, το κρίσιμο ήταν αν το ΚΚΕ είχε ολοκληρωμένη και σαφή γνώση της πραγματικής κατάστασης, προγραμματική και οργανωτική ετοιμότητα να τραβήξει μπροστά για την εξουσία. Κι αυτό σήμαινε σχέδιο για κατάληψη των κέντρων εξουσίας, καθώς ήταν δυνατή η είσοδος μεγάλων στρατιωτικών δυνάμεων στην Αθήνα, για κατάληψη των εργοστασίων, δημιουργία εργατικών συμβουλίων, συγκρότηση εργατικής κυβέρνησης, γενική επιστράτευση όλου του πληθυσμού από 18 έως 45 χρόνων κ.ά.

Στις συγκεκριμένες συνθήκες το ΚΚΕ δεν ήταν έτοιμο για μια τέτοια εξέλιξη. Σε συνθήκες ραγδαίας ανάπτυξης της κομματικής του δύναμης, δεν μπόρεσε να αφομοιώσει όλα τα μέλη, πόσο μάλλον που το υπ' αριθμόν 1 πρόβλημα ήταν η μη διαπαιδαγώγηση του ίδιου του ΚΚΕ με μια επαναστατική προγραμματική βάση, αλλά αντίθετα στη βάση κυρίως της αντιφασιστικής εθνικοαπελευθερωτικής πάλης και του θολού στόχου της λαοκρατίας.

Ετσι, με την τρίμηνη συμμετοχή του στην κυβέρνηση «εθνικής ενότητας» συνέβαλε στην επαναφορά και νομιμοποίηση μιας αστικής κυβέρνησης και ενός αστικού πολιτικού συστήματος που στη δεδομένη στιγμή ήταν χρεοκοπημένα στη συνείδηση του λαού. Οπως έγραψε ο Γ. Παπανδρέου, «μόνον η συμμετοχή του ΚΚΕ εις την Κυβέρνησιν μας ήνοιγε τας πύλας της Ελλάδος. Και δια τούτο την επεδίωξα - και ευτυχώς κατορθώθη».

Στο σύνολό τους, εκείνη την περίοδο, στην καπιταλιστική δύση τα ΚΚ δε διαμόρφωσαν στρατηγική μετατροπής του ιμπεριαλιστικού πολέμου ή του απελευθερωτικού αγώνα σε πάλη για την κατάκτηση της εξουσίας. H στρατηγική του κομμουνιστικού κινήματος δεν αξιοποίησε το γεγονός ότι η αντίθεση κεφαλαίου - εργασίας περιεχόταν στον αντιφασιστικό - απελευθερωτικό χαρακτήρα του ένοπλου αγώνα για μια σειρά χώρες, ώστε να θέσει στην ημερήσια διάταξη το πρόβλημα της εξουσίας, αφού ο σοσιαλισμός και η κομμουνιστική προοπτική αποτελούν τη μόνη εναλλακτική λύση στην καπιταλιστική βαρβαρότητα. Σημειώθηκε σταδιακή υποχώρηση από τη θέση ότι ανάμεσα στον καπιταλισμό και το σοσιαλισμό δε μεσολαβεί κάποιο ενδιάμεσο κοινωνικό σύστημα, επομένως και ενδιάμεση πολιτική εξουσία ανάμεσα στην αστική και την επαναστατική εργατική εξουσία.
Μοιράσου το :

+ σχόλια + 1 σχόλια

12 Οκτωβρίου 2017 στις 10:44 π.μ.

Τα λέει όλα ο Ριζοσπάστης. Το ΚΚΕ δεν είχε Στρατηγικό στόχο τον Σοσιαλισμό όπως και η Κ.Δ απο το 1935. Ολα είναι απόλυτα ξεκάθαρα. ΕΥΡΩΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΣ.

Δημοσίευση σχολίου

 
Copyright © ΒΑΘΥ ΚΟΚΚΙΝΟ
Powered by Blogger