Ενας από τους σημαντικότερους παράγοντες που συμβάλλουν στην αύξηση των γυναικοκτονιών είναι η στάση της αστυνομίας απέναντι σε όσες περνούν την πόρτα των αστυνομικών τμημάτων με σκοπό να καταγγείλουν την έμφυλη βία.
Η Ελένη Τοπαλούδη είχε απευθυνθεί στις αρχές για να καταγγείλει τον βιασμό της. Ωστόσο την απέτρεψαν να καταθέσει μήνυση.
Η Αγγελική Πέτρου είχε προσπαθήσει να προστατευτεί από τον βίαιο πατέρα της μέσω της αστυνομίας. Παρ’ όλα αυτά η ΕΛΑΣ ξεμπέρδεψε κάνοντάς του απλώς κάποιες συστάσεις.
Το ίδιο είχε συμβεί και με την Κωνσταντίνα Τσάπα στη Μακρινίτοα. Πολύ προτού ο εν διαστάσει σύζυγός της τη δολοφονήσει είχε απευθυνθεί στην αστυνομία. Η ανεπάρκεια των αστυνομικών αρχών στα ζητήματα της έμφυλης βίας αποδεικνύεται σταθερά εγκληματική διότι, ενώ θα έπρεπε να λειτουργεί ως σύνδεσμος μεταξύ καταγγέλλοντος και αρμόδιων φορέων για την προστασία των θυμάτων, στέλνει ξανά τις γυναίκες στους κακοποιητές τους. ...
Οι δεκάδες γυναικοκτονίες που σημειώνονται κάθε χρόνο στην Ελλάδα περνούν στα αρχεία της αστυνομίας ως «συνηθισμένες» δολοφονίες. Δεν καταγράφεται η σχέση των θυμάτων με τον δράστη ούτε βέβαια η προηγούμενη ψυχοσωματική βία που έχουν υποστεί και πιθανώς καταγγείλει στις αρχές. Δεν καταγράφονται δηλαδή ως αυτό που είναι: γυναικοκτονίες.
Παράλληλα είναι φανερή η προσπάθεια αποϊδεολογικοποίησης του εγκλήματος, το οποίο από μεγάλη μερίδα των μέσων ενημέρωσης εμφανίζεται όχι ως αυτό που πραγματικά είναι αλλά σαν έγκλημα πάθους λόγω έρωτα, ζήλιας ή ακόμη, όπως στην περίπτωση της Καρολάιν Κράουτς, επειδή το θύμα «απειλούσε τον δράστη με διαζύγιο», ενώ τα ίδια τα εγκλήματα παρουσιάζονται συνήθως σαν οικογενειακές τραγωδίες και τα θύματα απλώς ως άτυχες γυναίκες.
Δημοσίευση σχολίου