Συγγενείς των εκτελεσθέντων περιγράφουν στο Documento τις μνήμες και τα συναισθήματα που τους «ξύπνησαν» οι φωτογραφίες των αγωνιστών.
«Στη Μέρλιν και στη Κοραή/ χτυπάνε με ζωνάρια/και πάνω στη Καισαριανή/ σκοτώνουν παλληκάρια». Οι στίχοι του Ξενοφώντα Φιλέρη στην «Κομαντατούρα» του Γιώργου Ζαμπέτα (1975) περιγράφουν καθαρά τη ναζιστική θηριωδία στην Αθήνα της Κατοχής. Οι φωτογραφίες των 200 κομμουνιστών στιγμές πριν από την εκτέλεσή τους στην Καισαριανή την οπτικοποιούν. Χωρίς αστερίσκους, χωρίς υποσημειώσεις: Είναι τα τεκμήρια ενός από τα πολλά εγκλήματα πολέμου που διέπραξαν οι χιτλερικοί στον τόπο μας και για τα οποία δεν λογοδότησαν ποτέ. Τουλάχιστον ως τώρα.
Εκτός αυτού, οι φωτογραφίες ήρθαν με ενοχλητικό τρόπο να υπενθυμίσουν ποιοι κυνηγήθηκαν πριν και κατά τη διάρκεια της Κατοχής, ποιοι λευτέρωσαν τη χώρα από τον κατακτητή, αλλά και ποιοι φυλακίστηκαν, βασανίστηκαν, εξορίστηκαν ή και εκτελέστηκαν αφού η σβάστικα σταμάτησε να ανεμίζει στην Ακρόπολη. Έτσι, τα χαμογελαστά πρόσωπα των κομμουνιστών πριν από την εκτέλεσή τους, τα γεμάτα από την περηφάνια του ανθρώπου που ξέρει γιατί πληρώνει με τη ζωή του το σχέδιο για έναν κόσμο στο «μπόι των ανθρώπων», μόνο ως ζώσα μνήμη και πηγή έμπνευσης μπορούν να ιδωθούν. Δεν είναι θολές εικόνες σε κιτρινισμένες φωτογραφίες. Ήταν άνθρωποι όπως εμείς: Εργάτες και αγρότες. Που ύψωσαν ανάστημα και δεν προσκύνησαν μέχρι τέλους!
Φέρνοντας τη μνήμη αυτών των ανθρώπων στο σήμερα, το Documento συνομίλησε με συγγενείς μερικών εκ των 200 εκτελεσθέντων. Ποιοι ήταν αυτοί; Τι ένιωσαν όταν είδαν τις φωτογραφίες; Ποιες ιστορίες συντρόφευσαν τη δολοφονία των ανθρώπων τους; Πώς ένιωσαν όταν έμαθαν ότι αυτές οι φωτογραφίες αποτελούσαν προϊόν δημοπρασίας;
«Δε θα κάνω πίσω»
Ο πρώτος με τον οποίο συνομιλήσαμε ήταν ο Γιάννης Θεραπιώτης, ανιψιός του Ναπολέοντα Σουκατζίδη και γιος της Φωτεινής Θεραπιώτη-Σουκατζίδη, πρώτης ξαδέλφης του Ν. Σουκατζίδη. Ο Σουκατζίδης, μέλος του ΚΚΕ και συνδικαλιστής, γεννήθηκε το 1909 στην Προύσα. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή εγκαταστάθηκε οικογενειακώς στην Κρήτη (Αρκαλοχώρι). Τελειόφοιτος της Μέσης Εμπορικής Σχολής στο Ηράκλειο εργαζόταν ως λογιστής. Ήταν πολύγλωσσος, ενώ είχε και συγγραφικό έργο. Τον Ιούνιο 1936 συνελήφθη από την «κοινοβουλευτική» δημοκρατία του Μεταξά ως πρόεδρος του Σωματείου Ιδιωτικών Υπαλλήλων και μέλος του Εργατικού Κέντρου Ηρακλείου και εξορίστηκε στον Αϊ-Στράτη μέχρι τον Απρίλιο 1941 όταν οι ελληνικές αρχές τον παρέδωσαν στους ναζί. Ακολούθησαν οι φυλακές Τρικάλων και Λάρισας. Τελικά κατέληξε στο «ελληνικό Νταχάου» του Χαϊδαρίου. Εκεί λόγω των γερμανικών που γνώριζε εκτελούσε χρέη διερμηνέα.
Ογδόντα δύο χρόνια μετά ο Γ. Θεραπιώτης λέει στο Documento: «Νιώθω συγκίνηση. Είναι δύσκολο να πω κάτι άλλο. Θα ήθελα μόνο να δω πώς ήταν ο Ναπολέοντας Σουκατζίδης πριν από την εκτέλεσή του. Φυσικά είναι και το ενδιαφέρον για όλα όσα συνέβησαν τότε. Είναι γνωστό ότι η μητέρα μου, Φωφώ, κράτησε μέχρι το τέλος της ζωής της ζωντανή τη μνήμη του. Εξάλλου, όλα αυτά τα χρόνια, σε κάθε επέτειο της εκτέλεσης, υπήρχε η σχετική συζήτηση στο σπίτι. Οι μνήμες, η συγκίνηση, ένα σφίξιμο στο στομάχι. Για την αδικία, τους Γερμανούς, για όσα έγιναν μετά και χάθηκαν ανθρώπινες ζωές τόσο άδικα. Μάλιστα οι περισσότεροι νέοι άνθρωποι και πολλά υποσχόμενοι. Πέραν αυτού, στις φωτογραφίες έχουμε και τα πειστήρια ενός εγκλήματος πολέμου. Όμως από τη στιγμή που ουδέποτε αναγνωρίστηκαν οι γερμανικές οφειλές στην Ελλάδα η μνήμη αυτών των ανθρώπων παραμένει αδικαίωτη. Σαν να μην αναγνωρίζει κάποιος ό,τι συνέβη. Είναι ζήτημα πολιτικών συμφερόντων και πολλά δεν πάνε καλά, όπως θα έπρεπε».
«Δεν υπέγραψε»
Την ιστορία του παππού του Θρασύβουλου Καλαφατάκη, ακόμη ενός εκτελεσμένου και απεικονιζόμενου στις φωτογραφίες, μοιράστηκε στο Documento ο Θρασύβουλος Μαράκης. «Μετά τη δημοσιοποίηση των φωτογραφιών στην αρχή έψαχνα να βρω πώς θα δω τον παππού μου. Δεν τον ήξερα. Μου τον είχε περιγράψει η μητέρα μου: γεροδεμένος, ψηλός, αλλά δεν τον γνώριζα» αναφέρει. «Την Τρίτη με είχαν ειδοποιήσει από τον Περισσό ότι είναι αυτός. Επειτα πήρα τη φωτογραφία του, πήγα σε μία 97χρονη που ζει ακόμη στο χωριό μου και μου πιστοποίησε και αυτή ότι πρόκειται για τον παππού μου».
Ο Θ. Καλαφατάκης γεννήθηκε το 1914 στον Πλατανιά από εύπορη και πολυμελή οικογένεια. Από νωρίς πρωτοστάτησε στο κομμουνιστικό κίνημα. Για τη δράση του συνελήφθη το 1939 και καταδικάστηκε σε πενταετή φυλάκιση. Το 1943 μεταφέρθηκε στο Χαϊδάρι και από εκεί στο θυσιαστήριο της Καισαριανής.
Κατά τη συζήτηση ο Θ. Μαράκης θυμήθηκε πώς ο παππούς του κατάφερε να σώσει έναν 19χρονο από τον τοίχο της Καισαριανής, τον οποίο και συνάντησε στη συνέχεια της ζωής του: «Ο παππούς μου ήταν αγρότης και κτηνοτρόφος. Σπουδαγμένος για την εποχή του. Είχε τελειώσει το γυμνάσιο. Για να το καταφέρει πήγαινε κάθε μέρα 11 χλμ. (Πλατανιάς – Χανιά) με το ποδήλατο. Ήταν πρωτοπόρος στη δουλειά του. Παντρεύτηκε και απέκτησε δύο κόρες. Τη μητέρα μου και την αδελφή της. Επί Μεταξά τον κυνηγούσαν και έφυγε στο βουνό ως αντάρτης. Έκτοτε δεν ξανακατέβηκε. Η μητέρα μου όταν έγινε τριών τεσσάρων ετών είδε τον πατέρα της μόνο για μία φορά. Άφησε δύο παιδιά και μία γυναίκα και έφυγε για το βουνό, για το κόμμα του και την ιδεολογία του. Τον έπιασαν κάποτε. Τον είχαν καρφώσει κάποιοι επιτήδειοι, δικοί μας. Του ζήτησαν να υπογράψει, να απαρνηθεί τα πιστεύω του. Όμως δεν υπέγραψε. Ο παππούς μου δεν χάρηκε την οικογένειά του όπως άλλοι. Τον έβαλαν εδώ, στις φυλακές των Χανίων.
Ζήτησαν πάλι να υπογράψει. Όμως δεν υπέγραψε ξανά. Έτσι τον έστειλαν στην πάνω Ελλάδα, στις φυλακές. Δεν ξαναήρθε ποτέ. Εκεί είχε φιλευτεί με διάφορους. Μετά τις διάφορες περιοχές που ήταν φυλακή, αποφασίστηκε να τους σκοτώσουν. Μέσα στη φυλακή είχε φιλευτεί με κάποιον Αθανάσιο Κουρεμέντζα, 19 χρόνων τότε, από τη Θήβα. Όταν οι Γερμανοί μπήκαν στη φυλακή και διάλεξαν τους 200 να τους σκοτώσουν, τους πιο νέους, ο παππούς μου μαζί με άλλους δύο έβγαλαν αυτόν τον 19χρονο από το καμιόνι και στη θέση τους έβαλαν έναν γέρο. Ο 19χρονος έζησε, μπήκε τότε στην Τράπεζα Πίστεως, έκανε καριέρα και το 1975 ήρθε για επιθεώρηση στο κατάστημα Χανίων. Τότε μου πρόσφερε δουλειά στην τράπεζα και πήγα 14 χρόνων».
Μήνυμα στο μαντίλι
Ο Βασίλης Αμπελογιάννης είδε τις φωτογραφίες την Κυριακή το πρωί. Μέσα σε αυτές διέκρινε τον θείο του Σπήλιο Αμπελογιάννη. Παράλληλα είδε το ρεπορτάζ που έγραφε ότι αυτά τα τεκμήρια αποτέλεσαν προϊόν προς δημοπρασία. Όπως λέει: «Τα αισθήματά μου ήταν αλληλοσυγκρουόμενα. Πλημμύρισα από συναισθήματα. Μια περίσσια συγκίνηση γιατί κοιτάζοντας ξανά αυτές τις φωτογραφίες διαπίστωσα τη λεβεντιά αυτών των ανθρώπων, το αγέρωχο βλέμμα τους, που πήγαιναν σταθερά και ήξεραν πού πάνε. Μου έδωσαν την εντύπωση ότι ήταν αποφασισμένοι και κατασταλαγμένοι ότι αυτό που έκαναν ήταν το πρέπον για αυτούς. Ήθελαν να το κάνουν και πήγαιναν να το κάνουν. Αυτό με συντάραξε. Ταυτόχρονα όμως αγανάκτησα και οργίστηκα. Πού να το πεις και να το πιστέψουν ότι τέτοια ντοκουμέντα έβγαιναν σε πλειστηριασμό σαν να είναι φωτογραφίες αστέρων του ποδοσφαίρου».
Για το ποιος ήταν ο Σπήλιος Αμπελογιάννης αναφέρει ο Β. Αμπελογιάννης στο Documento: «Ήταν εργάτης. Είχε έρθει μαζί με τα αδέλφια του από το Ανεμοχώρι της Ηλείας που ήταν η καταγωγή της οικογένειάς μου και έμενε στον Κολωνό. Ήταν πολυμαθέστατος παρότι εργάτης. Διάβαζε πολύ. Την περίοδο της Κατοχής είχε αναδειχθεί σε γραμματέα της Κομματικής Οργάνωσης Κολωνού του ΚΚΕ και πρωτοστατούσε στην αντιστασιακή δράση κατά των Γερμανών ναζιστών. Είχε συλληφθεί έναν χρόνο πριν από την εκτέλεσή του, οδηγήθηκε στο Χαϊδάρι, υπέστη πολλά βασανιστήρια για να υπογράψει δήλωση, παρέμεινε αλύγιστος και στη συνέχεια οδηγήθηκε στην Καισαριανή. Εκτελέστηκε μόλις στα 22 του χρόνια. Έχει σημασία να πούμε εδώ ότι πηγαίνοντας στο Σκοπευτήριο για την εκτέλεση πρόλαβε να γράψει σ’ ένα μαντίλι ένα μήνυμα και το πέταξε από το καμιόνι όταν τον πήγαιναν μαζί με τους συντρόφους του στον τόπο εκτέλεσης. Μεταξύ άλλων έγραψε το όνομά του, τη διεύθυνση που ήθελε να πάει το μήνυμα σε όποιον το έβρισκε, όπως επίσης “ότι πεθαίνει σαν Έλληνας, έτσι πεθαίνουν οι τίμιοι άνθρωποι, ζήτω ο ελληνικός λαός”. Το μαντίλι αυτό έφτασε στο σπίτι, το παρέλαβε η αδελφή του που το έκρυψε περίπου για 75 χρόνια. Εμείς δεν γνωρίζαμε την ύπαρξή του. Στη συνέχεια το έδωσε στον γιο της, τον ξάδελφό μου, τον Νίκο Σοφιανό, με την εντολή να το παραδώσει στον γγ της ΚΕ του ΚΚΕ κ. Κουτσούμπα. Τώρα κοσμεί την προθήκη των αντίστοιχων σημειωμάτων και αντικειμένων των 200 της Καισαριανής που βρίσκονται στο αρχείο του ΚΚΕ».
«Δεν προσκύνησαν»
Για τον θείο του πατέρα της, αδελφό της γιαγιάς της κι έναν από τους έξι Λέσβιους που εκτελέστηκαν στην Καισαριανή Ηλία Κακαλιό μίλησε στο Documento η Μαρία Βουλβούλη. «Χρέος μας να συνεχίσουμε τον αγώνα που ξεκίνησαν οι σύντροφοί μας» λέει χαρακτηριστικά. Πέραν αυτού, η ίδια στέκεται στο γεγονός ότι αυτά τα τεκμήρια ήταν προς δημοπράτηση. «Η μνήμη δεν μπορεί να εμπορευματοποιείται. Δεν μπορεί αυτά τα ιστορικής σημασίας ντοκουμέντα να πωλούνται λες και είναι προϊόν σε οποιαδήποτε πλατφόρμα».
Γεννηθείς το 1913 στην Αγιάσο της Μυτιλήνης, ο Ηλ. Κακαλιός ήταν 31 ετών όταν τον εκτέλεσαν. Άνθρωπος που αγαπούσε τη μάθηση. Είχε τελειώσει το δημοτικό, αλλά μέσα από το διάβασμα και την αυτομόρφωση ενστερνίστηκε τις επαναστατικές ιδέες και για το κομμουνιστικό κίνημα. Έτσι διατέλεσε γραμματέας της Ομοσπονδίας Κομμουνιστικών Νεολαίων Ελλάδας Αγιάσου, ενώ πρωτοστάτησε στη συγκρότηση της Συνεργατικής Ραφτάδων Αγιάσου. «Από πολύ μικρός μπήκε στο στόχαστρο και τον έστελναν φυλακή. Ξεκίνησαν από τη Σίκινο για τέσσερεις πέντε μήνες. Μετά επέστρεψε στο χωριό της Αγιάσου. Δούλεψε με μεγαλύτερο ζήλο για τις ιδέες του. Μετά, όταν πήγε φαντάρος με τη μεταξική δικτατορία, την τελευταία μέρα που απολυόταν τον συνέλαβαν.
Έκτοτε δεν τον είδε κανένας από την οικογένεια. Έμεινε πέντε χρόνια στη Σίφνο. Μετά στην Ανάφη. Στις φυλακές Αβέρωφ. Κατέληξε στο Στρατόπεδο Χαϊδαρίου, όπου το 1944, μαζί με άλλους 199 εκτελέστηκαν γιατί δεν αποκήρυξαν το ΚΚΕ και τις ιδέες τους. Νιώθουμε μεγάλη περηφάνια ως οικογένεια που είμαστε απόγονοι αυτού του ανθρώπου. Δεν μπορούμε να νιώσουμε κάτι άλλο, ειδικά βλέποντας τις φωτογραφίες. Και μόνο στην ιδέα ότι θα μπορούσαμε να τον αντικρίσουμε στις τελευταίες του στιγμές ήταν συγκινητικό για μας. Παράλληλα, συνειδητοποιήσαμε ότι αυτοί οι άνθρωποι παρέμειναν αλύγιστοι μέχρι τέλους. Δεν προσκύνησαν τους ναζί κατακτητές. Ούτε τους ντόπιους συνεργάτες τους. Άλλωστε είναι γνωστό ότι τους παρέδωσε η εγχώρια αστική τάξη λόγω του ότι ήταν μέλη του ΚΚΕ».







Δημοσίευση σχολίου