Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μενέλαος Λουντέμης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μενέλαος Λουντέμης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Μερικές παρατηρήσεις για τη σπάνια στις μέρες μας συλλογή διηγημάτων «Περιμένοντας το ουράνιο τόξο», του Μενέλαου Λουντέμη

Από Δημήτρης Δαμασκηνός , Σάββατο 7 Μαρτίου 2020 | 8:22 π.μ.

του Δημήτρη Δαμασκηνού

  Όπως είναι γνωστό, ο Δημήτριος (Τάκης) Βαλασιάδης, o γνωστός σε όλους μας λογοτέχνης και αγωνιστής της Εθνικής Αντίστασης Μενέλαος Λουντέμης (1912-22 Ιανουαρίου 1977), τον οποίον ο Νικηφόρος Βρεττάκος χαρακτήρισε «τραγωδιακό πρόσωπο εν εξελίξει[1]», γεννήθηκε στο χωριό Αγία Κυριακή της Ανατολικής Θράκης το 1912.
   Ήταν το μοναδικό αγόρι από τα πέντε παιδιά του Γρηγόρη Μπαλάσογλου (που με την εγκατάσταση του στην Ελλάδα έγινε Βαλασιάδης) και της Δόμνας Τσουφλίδη. Η οικογένεια του ήταν εύπορη, αλλά χρεοκόπησε κατά τη Μικρασιατική Καταστροφή και ο Μενέλαος Λουντέμης αναγκάστηκε να εργαστεί σκληρά στην εφηβεία του.
  Μέσα από μια οδύσσεια συνεχών μετακινήσεων, την Άνοιξη του ’30 φτάνει στην Αθήνα, άγνωστος μεταξύ αγνώστων, δίχως δραχμή στην τσέπη και ψάχνοντας για δουλειά. Μα και δύο χρόνια αργότερα, το 1932, ακόμα περιπλανιόταν στους δρόμους της Αθήνας πεινασμένος και άνεργος. Κάθε φορά που δεν είχε «ποῦ τὴν κεφαλὴν κλῖναι» τρύπωνε στο υπόγειο της Στρέλνας, του κοσμικού κέντρου με το ρώσικο όνομα, στη γωνία Πατησίων και Στουρνάρη: «Χωνότανε κάτω από τις σιδεριές που τις σκέπαζε μια αχρηστευμένη υπόγεια σκάλα και κουλουριασμένος εκεί έβγαζε τις κρύες μα και τις ζεστές αθηναϊκές νύχτες».
Ο Μενέλαος Λουντέμης πρώτος από δεξιά στη δεύτερη σειρά φωτογραφίζεται με συμμαθητές του στην Έδεσσα.
  Εκεί τον είχε βρει κουλουριασμένο να ψήνεται απ’ τον πυρετό ο Κούλης Ζαμπαθάς και τον μετέφερε σηκωτό στο φτωχικό του σπίτι, στο Γαλάτσι μια χειμωνιάτικη βραδιά της 5ης Ιανουαρίου του 1933. Στη μαρμαρόστρωτη κουζίνα, όπου και κοιμόταν, ο Μενέλαος Λουντέμης έγραψε τη «Ράντνικα» και δύο ακόμα διηγήματα «Μια νύχτα με πολλά φώτα κάτω από μια πόλη με πολλά αστέρια», και το «Κοιμήσου, Ανέζα μου, γλυκά»[2] που συμπεριλήφθηκαν στην πρώτη έκδοση της συλλογής διηγημάτων «Τα πλοία δεν άραξαν» το 1936 σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων. 
  Το 1937 το περιοδικό «Νεοελληνικά Γράμματα» δημοσίευσε το διήγημα «Κοιμήσου, Ανέζα μου, γλυκά». Την ίδια χρονιά, μετά από παρέμβαση-παράκληση του Γιάννη Ρίτσου ο Γκοβόστης τύπωσε ξανά ολόκληρη τη συλλογή διηγημάτων «Τα πλοία δεν άραξαν», για την οποία ο νεαρός συγγραφέας τιμήθηκε το 1938 με το Μεγάλο Κρατικό Βραβείο Πεζογραφίας.

  Δύο χρόνια αργότερα ο Μενέλαος Λουντέμης εξέδωσε μια σπάνια στις μέρες μας και δυσεύρετη συλλογή διηγημάτων που φέρει τον τίτλο «Περιμένοντας το ουράνιο τόξο».
    Το αντίτυπο του βιβλίου που φυλάσσεται στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Χανίων κυκλοφόρησε στην Αθήνα το 1940 χωρίς να αναφέρεται ο εκδότης, είχε τη μορφή μιας καλαίσθητης paperback έκδοσης εκατόν δέκα οκτώ (118) αριθμημένων σελίδων, με το σχήμα ενός βιβλίου τσέπης δηλαδή,
διαστάσεων 18×14 εκατοστών, που εύκολα μπορούσε να μεταφερθεί και να διαβαστεί με άνεση παντού και οποιαδήποτε στιγμή της μέρας [3]. Ο ελλόγιμος φίλος, όμως, και δαιμόνιος συλλέκτης του έργου του Μενέλαου Λουντέμη Σταμάτης Κάμπουρας μου υπέδειξε μια άλλη εκδοχή της πρώτης έκδοσης αυτής της συλλογής διηγημάτων που κυκλοφόρησε το 1940 στην Αθήνα από τον εκδότη Θ. Γεωργακόπουλο με εικονογράφηση του Αντώνη Κανά[3α].
  Η έκδοση διέθετε ένα σκληρό χαρτόδετο γκρι-μπλε εξώφυλλο και στο εσωτερικό της κοσμούνταν από τέσσερις λιθογραφίες που έφεραν τον τίτλο των αντίστοιχων διηγημάτων και προτάσσονταν πριν από αυτά.
  Το περιεχόμενο, επομένως, αυτής της συλλογής διηγημάτων είχε διαμορφωθεί ως εξής:

  1. «Είνε οι ακακίες που μοσκοβολούνε…», σελ. 5-16.
  2. «Κάτω από μια λάμπα μόλις 15 κηρίων», σελ. 17-32.
  3. «Αχ.. καιρός γι’ αγάπη..!», σελ. 33-66.
  4. «Πάϊντος! Πάϊντος», σελ. 67-118.
Η λιθογραφία του διηγήματος «Είνε οι ακακίες που μοσκοβολούνε…» που κοσμούσε τη σελίδα 5 της συλλογής.
  Το πρώτο διήγημα με τίτλο «Είνε οι ακακίες που μοσκοβολούνε…» ήταν πρωτότυπο και αδημοσίευτο μέχρι τότε. Η υπόθεσή αφορούσε στον έρωτα του πρωταγωνιστή-αφηγητή με τη νεαρή συνάδελφό του-δακτυλογράφο, τη Γιολάντα, που πρωτοήρθε τον Μάρτη μοσκοβολώντας σα μια λουλουδιασμένη γαζία στο διπλανό γραφείο. Ένα απόγευμα βαστώντας κάποιο γράμμα του το έφερε δειλιασμένη, αφού αναγνώρισε στο φάκελο τ’ όνομά του συναδέλφου της-συγγραφέα ενός διηγήματος που κάποτε είχε διαβάσει:
«Α! μη δοκιμάσετε να το αρνηθήτε. Θα με γεμίσετε ψευτιές».
-Ε… ναι. Δεν ωφελεί να σας το αποκρύψω. Μα να ξέρετε, πως κείνο το διήγημα, όποιο και νάταν, δεν θέλω ούτε να τ’ ακούω. Τώρα θα το γράψω το ωραίο μου και το αληθινό.
-Σας το εύχομαι θερμά», του απάντησε εκείνη που κάποια από τις επόμενες μέρες ντροπαλά τον άφησε να δει μες την άγουρη καρδιά της πως ήταν πλέον έτοιμη για τη θυσία της αγάπης… Κι ο συγγραφέας ήταν πλάι της… πολύ πλάι της, καίγοντάς την με την άχνα του αίματός του και κρατώντας με τα χέρια του δυο ζεστά της δάχτυλα.
  Ήταν 27 τ’ Απρίλη αυτή η πρώτη μέρα της ζωής του που του είπαν πως τον αγαπούν!… Κι αυτός γύριζε απ’ το γραφείο περνώντας καταμεσίς απ’ το δάσος του Ζαππείου σφυρίζοντας μια ρωμάντζα για χάρη των νέων ζευγαριών. Φτάνοντας στο σπίτι του καλησπέρισε τις δυο μικρές ακακίες που ήταν άφυλλες ακόμα και μοσκοβολούσαν αυτή τη νύχτα τη γεμάτη έρωτα και λυποθυμιές…
  Όμως δυο μήνες αργότερα, αποκαλύπτεται αναπάντεχη η αλήθεια. Η Γιολάντα, που το βράδυ στο γραφείο ήλθε μ’ ελεύθερη καρδιά για να του πει ένα πεταχτό «αντίο», μα έμεινε μαζί του σωστή μια ώρα, ξέχασε φεύγοντας ένα μικρό και χαριτωμένο πακετάκι που κρατούσε. Ο συγγραφέας, όταν έμεινε μόνος, με χείλη που έτρεμαν από πυρετό και λαχτάρα το άνοιξε, μα το αίμα του κόπηκε, μαζί και η φωνή. Βρήκε «κάτι λιγοστά φαρμακευτικά προϊόντα,…όλα τα λογής μικροσύνεργα της αλχημείας των σεξουαλικών λειτουργιών» συνειδητοποιώντας πως η γλυκιά του αγαπημένη -παρά τη φαινομενική της ντροπαλότητα- ήταν μια πόρνη! Εκείνη τη στιγμή ένιωθε σα να τον είχε ραπίσει ένα χέρι που σηκώθηκε από βόθρο. Επιστρέφοντας το βράδυ στο καταθλιπτικό σαν τάφο δωμάτιό του, η βρώμα από τις ανθισμένες ακακίες του ράπισε την όσφρηση με οχετούς από μούχλα.
  Συνεπώς τα έντονα και αντιφατικά συναισθήματα του πρωταγωνιστή-αφηγητή για τον σύντομο και άτυχο έρωτα που έζησε με τη συνάδελφο του στο γραφείο αισθητοποιούνται με τις εικόνες (οπτικές και οσφρητικές) που αναδίδουν οι δυο μικρές ακακίες μπρος στο παραθύρι του σπιτιού του: Αυτές μοσκοβόλαγαν γυμνές τη βραδιά που για πρώτη φορά η Γιολάντα του είπε πως τον αγαπά, για να του ραπίσουν δυο μήνες αργότερα με τη βρώμα τους την όσφρηση με οχετούς από μούχλα, όταν βίωσε τη διάψευση του έρωτά του ανακαλύπτοντας την τραγική αλήθεια πως η φίλη του ήταν μια πόρνη. 

Η λιθογραφία του διηγήματος «Κάτω από μια λάμπα μόλις 15 κηρίων» που κοσμούσε τη σελίδα 17 της συλλογής.
  Το δεύτερο διήγημα «Κάτω από μια λάμπα μόλις 15 κηρίων» συμπεριλήφθηκε το 1940 από τον συγγραφέα στη συλλογή «Περιμένοντας το ουράνιο τόξο», αν και είχε δημοσιευθεί για πρώτη φορά στη συλλογή διηγημάτων «Τα πλοία δεν άραξαν».
  Η ιστορία που ξετυλίγεται αποτελεί σχόλιο πάνω στις ανθρώπινες σχέσεις. Περιγράφει κάποιες στιγμές από το ερωτικό παιχνίδι μεταξύ ενός άντρα και μιας γυναίκας που «σκοντάφτει» στις μη αναγώγιμες κοινωνικές διαφορές που εκδηλώνονται στην αντίληψη, τη συμπεριφορά και την κουλτούρα υποδηλώνοντας την έλλειψη βαθύτερης κατανόησης και επικοινωνίας του ενός προς τον άλλο.
  Αυτός που αφηγείται είναι πληγωμένος από τον έρωτα. Ήθελε μόνο να δίνει χάδι και τρυφερότητα στις γυναίκες που πέρασαν αγέρωχες και ακατανόητες απ’ τη ζωή του, ωστόσο αυτές έφευγαν και τον άφηναν μόνο του ακριβώς την ώρα που τις προσλαλούσε με το μελωδικό ερωτικό του κάλεσμα.
  Μια ανάλογη εμπειρία αναμοχλεύει στη μνήμη του, καθώς περιμένει με αγωνία κάτω από μια λάμπα μόλις δεκαπέντε κηρίων να έλθει στο διαμέρισμα του η νέα γυναίκα με την οποία φαίνεται να έχει αναπτυχθεί κάποιο ερωτικό ενδιαφέρον. Η ψυχοφθόρα αναμονή τού γεννά αμφιβολίες κι ερωτήματα ωθώντας τον σε μια ανασκόπηση των πράξεών του αλλά και σε σκέψεις για τη φύση αυτής της σχέσης.
  Δεν έχει και πολλή αυτοπεποίθηση απέναντί της, μιας και είναι υποχρεωμένος -λόγω της φτώχειας και της αναπηρίας του- να κάνει μια ζωή πάνω στα κάρβουνα μαζί της: «να κάθομαι στο κάθισμα με τρόπο που να κρύβω το μπάλωμα του παντελονιού μου, τα ξεφτισμένα ρεβέρ μου. Να κρατώ σαν κουλά τα χέρια μου με τεντωμένα τα μανίκια για να μη βλέπει τις λερωμένες μανσέττες. Να μαζεύομαι στις γωνιές για να κρύβω τα γένια μου, τις ρυτίδες μου. Στο δρόμο που τη συνώδευα ν’ αποφεύγω τα φωτισμένα πεζοδρόμια, να σφίγγομαι να μην κουτσαίνω, να μαλακώνω τη φωνή μου. Κι’ όλα αυτά, να ξέρω καλά, πως θα μου τα πλήρωνε στο τέλος με μια αδικαιολόγητη, σκληρή φυγή[4]».
  Το συναίσθημα της μειονεξίας που βιώνει ο αφηγητής επιτείνεται, αφού η νεαρή γυναίκα ανήκει στην ανώτερη κοινωνική τάξη κι έχει τον εγωισμό να της αναγνωρίζουν ότι αναπνέει ψηλότερα απ’ όλους τον κοπανιστό αέρα, όπως της έγραψε με οργή απαντώντας σ’ ένα δικό της μπιλλιέττο, με το οποίο τον συμβούλευε να υπολογίζει λιγότερο στις μάταιες επιδείξεις φραστικής δεξιοτεχνίας στις οποίες επιδίδεται με τα γράμματά του προς εκείνη, γιατί καταλάβαινε πως αυτό ήταν το μοναδικό βάθρο του χαμηλού του εγωισμού, που μες τα σύννεφά του ζει..
  Τον επισκεπτόταν, ωστόσο, στο σπίτι του συχνά με διάφορες αφορμές και προφάσεις, «διάβαζε γαλλικά περιοδικά, αφού προηγουμένως είχε εξαντλήσει τον κατάλογο των ερωτήσεών της. Το θεωρούσε το πιο ανάξιο πράμμα να πει μαζί μου δυο λέξεις πέρα απ’ τις τυπικές. Άλλες πάλι φορές σταματούσε απρόσμενα το διάβασμα και σκεπτόταν. Παραδινότανε σε μια βαθύτατη άκαρπη συλλογή, σ’ ένα ύφος στοχαστικής ρέμβης. Είναι το ύφος που παίρνουν οι «intellectuelles» δεσποινίδες όταν δε σκέπτονται… τίποτα[5]».
  Πρόκειται ουσιαστικά για μια ατέρμονη επανάληψη τυπικών επισκέψεων και λόγων από τη μεριά αυτής της μοιραίας γυναίκας που εγκαθιδρύουν μεν μια σχετική οικειότητα με τον αφηγητή, χωρίς ωστόσο να οδηγούν σε κάποια ιδιαίτερη μεταξύ τους διαπροσωπική (ερωτική δηλαδή ή φιλική) σχέση.
  Η απομόνωση του αφηγητή και η παράλληλη καταβύθιση στις σκέψεις του δρα άμεσα και υποβλητικά προβληματίζοντας τον αναγνώστη. Ο εσωτερικός διάλογος που αναδύεται από μια πιεστική του ανάγκη να αποκρυσταλλώσει τις αποφάσεις του και να διερευνήσει την ενδεχόμενη υλοποίησή τους, σε συνδυασμό με το μάταιο και μοναχικό σπατάλημα της αναμονής αφήνουν ανοιχτό το τέλος του διηγήματος (που πολύ άρεσε όταν δημοσιεύτηκε) καλώντας τον αναγνώστη σε πολλαπλές ερμηνείες και αναγνώσεις.
Η λιθογραφία του διηγήματος «Αχ.. καιρός γι’ αγάπη..!» που κοσμούσε τη σελίδα 36 της συλλογής.
  Μα και το τρίτο διήγημα της συλλογής «Αχ.. καιρός γι’ αγάπη..!» είχε δημοσιευθεί στη συλλογή διηγημάτων «Τα πλοία δεν άραξαν» πιστοποιώντας τις ομοιότητες της γραφής του Μενέλαου Λουντέμη με τον περίφημο την εποχή εκείνη Νορβηγό συγγραφέα Κνουτ Χάμσουν και τον λογοτεχνικό «αλήτη» του[6].Εξάλλου ο Μενέλαος Λουντέμης διέθετε και στενή βιογραφική ομοιότητα με τον βορινό ομόλογό του: εργασία από μικρό παιδί, ποικίλα βιοποριστικά επαγγέλματα, φτώχεια. Το διήγημά του «Αχ… καιρός γι’ αγάπη!» είναι πολύ κοντά στα χαμσουνικά πρότυπα των περίπλοκων ερωτικών σχέσεων: νέος με βιολί φτάνει σε νησί όπου μπαίνει θεληματάρης σε πλούσιους παραθεριστές, ερχόμενος αντιμέτωπος με την εριστική διάθεση και τις απόπειρες εκμηδένισής του από τις νεαρές κόρες χωρίς ωστόσο να χάσει την αξιοπρέπεια και την ανωτερότητά του.
  Η όμορφη κόρη τού κηρύσσει τον πόλεμο, τον ταπεινώνει διαρκώς, κατά βάθος όμως υπάρχει ένας υφέρπων ερωτισμός ανάμεσα σ’ αυτήν και τον αφηγητή που αποκαλύπτεται πολύ αργά, όταν στο τέλος τον διώχνουν κατηγορώντας τον άδικα ως κλέφτη και η κόρη τού ομολογεί πως τον αγαπά[7].Ο αφηγητής, πικραμένος και καταβεβλημένος ψυχικά, φεύγει για να συνεχίσει την περιπλάνηση σε άλλους τόπους, ενώ «ο τίτλος που αρχικά απηχούσε μια ρομαντική θεώρηση και στάση ζωής αντιστρέφεται κατά έναν ειρωνικό τρόπο από τις περιστάσεις και τα βιώματά του καταλήγοντας να επισημαίνει τη ματαιότητα των ρομαντικών αισθημάτων, ευθύβολο σχόλιο και κριτική για τη συμπεριφορά που δέχθηκε αλλά και γενικά για τις ανθρώπινες σχέσεις[8]».
Η λιθογραφία του διηγήματος «Πάϊντος! Πάϊντος» που κοσμούσε τη σελίδα 67 της συλλογής.
  Το τέταρτο και τελευταίο διήγημα «Πάϊντος! Πάϊντος» αποτελεί στην ουσία μία πρώτη, συνοπτική μορφή του μυθιστορήματος «Συννεφιάζει» που ολοκληρωμένο το εξέδωσε ο συγγραφέας το 1946, εγκαινιάζοντας την περίφημη τετραλογία του Μέλιου[9]. Ήρωάς του ήταν ο Κρίφ[10] που μόλις είχε πατήσει τα δέκα του χρόνια. Αυτός ερωτεύεται ένα απλό κορίτσι, τη Σίϊκα, και δημιουργεί ισχυρούς δεσμούς με μια κοινότητα Μακεδόνων εργατών στο λασπάδικο (=τουβλάδικο)στο οποίο εργάζεται.
  Η εργασία στα τούβλα –ένα ακόμη αυτοβιογραφικό δεδομένο- προσφέρει στο συγγραφέα την ευκαιρία να φιλοτεχνήσει μια μικρή αλλά πυκνή τοιχογραφία του κόσμου των χειρωνακτών και να συμπληρώσει τη λαϊκή θεματογραφία του.
  Όλο το κείμενο του Μενέλαου Λουντέμη αποπνέει συμπάθεια προς τους καλόκαρδους χωρικούς και εργάτες, μπορεί να διαβαστεί συνεπώς σα μια διακήρυξη της αλληλεγγύης των φτωχών, στοιχείο που άλλωστε διαπερνά σα κόκκινη κλωστή το σύνολο του έργου του[11].
  Θέμα του η βροχή που καταστρέφει τα σπαρτά και η σκληρή δουλειά, ενώ ο τίτλος «πάϊντος» είναι μια λέξη παρμένη από τους Τούρκους που στους τελευταίους τονίζεται στη λήγουσα κι σημαίνει σκόλασμα, διακοπή. Αυτή χτυπούσε ο επιστάτης μπίσκα–Πέτρε, όταν το τραίνο ξεπρόβαλε από τη σήραγγα του βουνού και χυνόταν στη γραμμή με τις δενδροσειρές, για να σημάνει το τέλος της δουλειάς την κάθε μέρα. Αυτήν επαναλάμβανε λυπημένος ο Κρίφ στο τέλος του διηγήματος, όταν έμαθε πως ο μπίσκα–Πέτρε σταμάτησε τη δουλειά, γιατί ο έμπορος του έκοψε τα λεφτά:



«Πάϊντος πια τώρα, το τελευταίο, το μεγάλο…
Πάϊντος στην υγειά, στο καλοκαίρι, τη δουλειά.
Πάϊντος στην αγάπη μου… Πάϊντος, πάϊντος, πάϊντος. «Πάϊντος» είπε το πεταμένο φκυάρι, τα άδεια καλούπια, η λάσπη η αφημένη, η ιτιά. «Πάϊντος» είπε και το ποτάμι και θόλωσε.
«Πάϊντος» είπε κι’ ο ήλιος και τον κατάπιε ένα σύννεφο.
Π-ά-ϊ-ν-τ-ο-ς… κι’ εγώ∙ και κάθησα στο χώμα[12]».
Ο Μενέλαος Λουντέμης 
φωτογραφημένος στο σπίτι του στη Βάρη, 
όπου έζησε μετά την επιστροφή του 
από τη Ρουμανία.
  Αυτό είναι με συντομία το περιεχόμενο της δυσεύρετης στις μέρες μας συλλογής διηγημάτων «Περιμένοντας το ουράνιο τόξο» του Μενέλαου Λουντέμη που, όπως διαπιστώνει ο φιλόλογος Χρήστος Σαμουηλίδης έχει ένα έργο που στέκεται και θα σταθεί, «και θα ‘χει διάρκεια, γιατί είναι μέσα από τη ζωή βγαλμένο…, μιας και ο Λουντέμης είναι –ανάμεσα τα’ άλλα- ένας Παπαδιαμάντης της Δυτικής Μακεδονίας, ακολουθεί την παράδοση της ηθογραφίας, γιατί ο Παπαδιαμάντης ηθογραφούσε την Σκιάθο, τους Σκιαθίτες, τους λαϊκούς ανθρώπους της Σκιάθου∙ ο Λουντέμης ηθογραφεί τους λαϊκούς ανθρώπους, τους βοσκούς, τους εργάτες (ενν. της περιοχής που γεννήθηκε και έζησε τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια)[13]».
Χανιά, 18 Φεβρουαρίου 2020
Σημειώσεις-Παραπομπές

[1] «Ο Λουντέμης από τη γέννησή του κι ως το τέλος της ζωής του υπήρξε ένα τραγωδιακό πρόσωπο εν εξελίξει. Δεν υπήρξε βασανισμός που να μην τον δοκίμασε. Βρέφος, παιδί, έφηβος, άντρας. Η ορφάνια, η φτώχεια, η μοναξιά, η εξορία, ο εκπατρισμός. Η ανακάλυψη του ταλέντου του και η αξιοποίησή του μέσα σε συνθήκες όχι απλώς αντίξοες, αλλά τραγικές, μαρτυρούν μιαν ιδιαίτερη δύναμη. Εθελοντής ενός δικαιότερου κόσμου, για τον οποίο προσέφερε την ψυχή του κι ένα μεγάλο μέρος από την υγεία του, με ξάφνιασε το 1972 στο Παλέρμο στέλνοντάς μου μια κάρτα γιομάτη απελπισία: “Αδερφέ μου, σε τί κόσμο ζούμε!” Μέσα στις ελάχιστες αυτές λέξεις εξέφραζε το αδιέξοδο της εποχής μας. Ο συγγραφέας των έργων “Τα πλοία δεν άραξαν”, “Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα”, “Βουρκωμένες μέρες”, υπήρξε μια αυθεντική αξία των γραμμάτων μας -μια αξία κατατρεγμένη που δεν έπαψε να υποφέρει και να αδικείται ως το τέλος. Τελευταία αδικία που του έγινε: Ο πρόωρος θάνατός του». (Βλ. Α[νυπόγραφο] Ά[ρθρο], Σήμερα θα γίνη η κηδεία. Ο θάνατος του Μεν. Λουντέμη προκάλεσε βαθειά συγκίνηση, εφημερίδα «Μακεδονία». Τρίτη 25 Ιανουαρίου 1977, σελ. 3).
[2] Βλ. Δημήτρης Δαμασκηνός, Τα πλοία άραξαν στην όχθη της καρδιάς μας. Ένα δοκίμιο-μελέτη για τη ζωή και το έργο του Μενέλαου Λουντέμη, εκδόσεις Ραδάμανθυς, Χανιά 2017, σελ. 33. 
[3] Το μοναδικό αντίτυπο της συλλογής διηγημάτων του Μενέλαου Λουντέμη «Περιμένοντας το Ουράνιο Τόξο» που φυλάσσεται στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Χανίων, βρίσκεται σε σχετικά καλή κατάσταση. Όπως πληροφορείται ο αναγνώστης το σπάνιο αυτό βιβλίο το 1969 ανήκε στη βιβλιοθήκη του κ. Λεωνίδα Μανολικάκη και περιήλθε στην κατοχή της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Χανίων το 1971 με αύξοντα αριθμό 38794 και χρονολογία εισαγωγής 03-06-1971.
[3α] Βλ. Μενέλαος Λουντέμης, Περιμένοντας το Ουράνιο Τόξο, εκδόσεις Θ. Γεωργακόπουλος, 8ο, εικονογράφηση Αντώνης Κανάς, Αθήνα 1940, σελ.118.
[4] Μενέλαος Λουντέμης, Περιμένοντας το ουράνιο τόξο, χ.ε., Αθήνα 1940 σελ. 26.
[5] Μενέλαος Λουντέμης, Περιμένοντας το ουράνιο τόξο, χ.ε., Αθήνα 1940 σελ. 27.
[6] «[…] Σύμβολο νεορομαντικής φυγής, ο αλήτης του Χάμσουν περιπλανιέται επίμονα μέσα στις σελίδες της λογοτεχνίας μας, επιβάλλοντας την πληθωρική και ανέμελη παρουσία του», θα γράψει ο Παναγιώτης Μουλλάς στο: Αλήτευε τότε ο Κνουτ Χάμσουν, στην Εισαγωγή, στο συλλογικό έργο Η Μεσοπολεμική Πεζογραφία, (επ.) Συντακτική Επιτροπή: Καρβέλης Τάκης κ.α., τόμος 1ος, εκδόσεις Σοκόλης, Αθήνα 1993, σελ. 48.
[7] Μενέλαος Λουντέμης, Τα πλοία δεν άραξαν, εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα Ιανουάριος 2000, σελ. 117.
[8] Κούκουρα Ελευθερία, Ο τρελός με το βέλος στο στήθος: Παρακειμενική ανάγνωση της διηγηματογραφίας του Μενέλαου Λουντέμη (1938-1966), Διπλωματικη εργασία στο ΑΠΘ, Επιβλέπουσα Καθηγήτρια: Τσιριμώκου Ελισάβετ, Θεσσαλονίκη, Σεπτέμβριος 2016, σελ. 22.
[9] Συννεφιάζει (1946), Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα (1956), Αγέλαστη άνοιξη (1971), Κάτω απ’ τα κάστρα της ελπίδας (1972). 
[10] κριφ και «κρίβα πάτσι» = κουτσός.
[11] «Οι απλοϊκοί περιπλανώμενοι του Χάμσουν, οι αγρότες του Γκόρκι και του Παναϊτ Ιστράτι, το πνεύμα οργής και καταγγελίας του Μπαρμπύς, οι ναυτεργάτες του Τζόζεφ Κόνρατ μπορούν σίγουρα να χρησιμεύσουν ως οδηγοί μας για την ανίχνευση σχετικών επιδράσεων. Δεν θα πρέπει, εντούτοις, να περιορίσουμε την εμβέλεια του Λουντέμη σε αυτές. Οι φτωχοί και οι κατατρεγμένοι δεν είναι προϊόντα εγκεφαλικής μεταγραφής αλλά άνθρωποι αληθινοί, προβεβλημένοι στο πλαίσιο μιας σκληρής εποχής –και, μάλιστα, χωρίς φτιασίδια ή υπερβολές: με μετρημένο ήθος και από τη δέουσα απόσταση». (Βλ. Χατζηβασιλείου Βαγγέλης, «Μενέλαος Λουντέμης», Η μεσοπολεμική πεζογραφία· Από τον πρώτο ως τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (1914-1939), τόμος Ε’, σελ. 237, Αθήνα, Σοκόλης, 1992).
[12] Μενέλαος Λουντέμης, Περιμένοντας το ουράνιο τόξο, χ.ε., Αθήνα 1940 σελ. 117-118.
[13] Βλ. τη διατύπωση κριτικής άποψης του Χρήστου Σαμουηλίδη στην εκπομπή της ΕΡΤ «Εποχές και συγγραφείς» αφιερωμένης στον Μ. Λουντέμη.
 
 

Ο Λουντέμης αφηγείται στιγμιότυπα της ζωής του Παναΐτ Ιστράτι!

Από Δημήτρης Δαμασκηνός , Τετάρτη 11 Δεκεμβρίου 2019 | 1:50 μ.μ.

 του Δημήτρη Δαμασκηνού,
φιλολόγου-ιστορικού & συγγραφέα

To κείμενο που ακολουθεί δημοσιεύεται στο τελευταίο τεύχος 61 (ΝΟΕ-ΔΕΚ 2019) του περιοδικού "Μανδραγόρας" (σελ. 72-77) που κυκλοφορεί και περιέχει απομαγνητοφωνένη τη ραδιοφωνική εκπομπή του Μενέλαου Λουντέμη για τον Παναΐτ Ιστράτι στο ελληνικό πρόγραμμα της Ρουμανικής ραδιοφωνίας το 1974 μαζί με κάποιες φιλολογικού και ιστορικού χαρακτήρα πληροφορίες, παρατηρήσεις και σχόλια

Είναι γνωστό πως το 1956, έπειτα από πολλές διαμαρτυρίες και πιέσεις ο λογοτέχνης, αγωνιστής της Εθνικής Αντίστασης Μενέλαος Λουντέμης απολύθηκε από τον Άη Στράτη όπου βρισκόταν εκτοπισμένος. Είχε προηγηθεί, ωστόσο, η δίκη [1] για τη συλλογή διηγημάτων Βουρκωμένες μέρες [2] και η απαγόρευση κυκλοφορίας των βιβλίων του, με αποτέλεσμα το κλίμα στην αμερικανοκρατούμενη Ελλάδα των δωσιλόγων γι’ αυτόν να ήταν βαρύ.

Παναΐτ Ιστράτι (Φωτογραφικό Αρχείο Ε.Λ.Ι.Α./Μ.Ι.Ε.Τ.)
 
Δεν ήταν επομένως έκπληξη το γεγονός πως λίγο καιρό αργότερα η τότε ελληνική κυβέρνηση κι ενώ ο συγγραφέας βρισκόταν στο εξωτερικό, με αφορμή την ομιλία του στα εγκαίνια του μνημείου στο πρώην ναζιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης Μπούχενβαλντ (βρισκόταν τότε στο έδαφος της ΛΔΓ [3]), όπου θύματα υπήρξαν και Έλληνες [4], του αφαίρεσε εντελώς αυθαίρετα την ελληνική ιθαγένεια στερώντας του παράλληλα και τη δυνατότητα να επιστρέψει στην Ελλάδα [5].

Ο Μενέλαος Λουντέμης πικραμένος αποφάσισε να εγκατασταθεί στη Ρουμανία, κάνοντας πολλά ταξίδια σ’ όλον τον κόσμο. Αλλά η βάση του ήταν το Βουκουρέστι.

Η επίσκεψη του το 1958 και 1959 στην τότε ΕΣΣΔ συνοδεύτηκε από την έκδοση τεσσάρων έργων του στα ρωσικά το 1958, 1959, 1960 και 1961.

 Η περίοδος, άλλωστε, της πολιτικής προσφυγιάς ήταν δημιουργική για τον συγγραφέα, αφού όχι μόνο η ΕΣΣΔ [6], μα και στις υπόλοιπες “σοσιαλιστικές χώρες” εκτίμησαν το λογοτεχνικό του έργο, με αποτέλεσμα έργα του να μεταφραστούν και να κυκλοφορήσουν στην Αλβανία, στη Βουλγαρία, στη Λαϊκή Κίνα, στην Τσεχοσλοβακία, την πρώην ΛΔΓ, τέλος στην Πολωνία. Ιδιαίτερα, όμως, στη Ρουμανία ο συγγραφέας υπήρξε πολύ αγαπητός. Πολλά μάλιστα από τα έργα του έχουν γραφεί κατά την περίοδο που έζησε ως πολιτικός πρόσφυγας στο Βουκουρέστι και φυσικά έχουν μεταφραστεί στα Ρουμανικά [7]. ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ

Αιδώς, Αργείοι: Στην Airbnb το "σπίτι του Άρη Βελουχιώτη" στη Γαύδο!

Από Δημήτρης Δαμασκηνός , Παρασκευή 2 Αυγούστου 2019 | 3:38 μ.μ.

Σε τουριστικό κατάλυμα έχει μετατραπεί το ιστορικό διατηρητέο μνημείο στη Γαύδο. Πρόκειται για το σπίτι που έχτισε ο Βελουχιώτης μαζί με άλλα μέλη του ΚΚΕ, όταν εξορίστηκαν στο νησί. Εκτός από τον Βελουχιώτη από το σπίτι πέρασαν ο Μάρκος Βαφειάδης και ο Μενέλαος Λουντέμης. Αρχικά, είχε μετατραπεί σε καφενείο και εδώ και λίγο καιρό μισθώνεται μέσω Airbnb.

  Σε τουριστικό κατάλυμα έχει μετατραπεί το σπίτι που έχτισε ο Άρης Βελουχιώτης μαζί με άλλα μέλη και στελέχη του Κ.Κ.Ε., όταν εξορίστηκαν στη Γαύδο, τη δεκαετία του '30. Τι κι αν υπάρχει σχετική απόφαση του υπουργείου Πολιτισμού, από το 1999, η οποία το χαρακτηρίζει "ιστορικό διατηρητέο μνημείο"… Στο σπίτι έχουν αρχίσει οι παρεμβάσεις από την αμέσως επόμενη χρονιά του χαρακτηρισμού του. Αρχικά, μετατράπηκε σε καφενείο και εδώ και λίγο καιρό ακολούθησε την πορεία του μεγάλου ποσοστού των ακινήτων στην Ελλάδα. Μισθώνεται μέσω… Airbnb!

Το "ιστορικό διατηρητέο μνημείο" που ενοικιάζεται προς 17 ευρώ την ημέρα

  "…Χαρακτηρίζουμε ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο, που χρειάζεται ειδική κρατική προστασία, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 1469/50, το κτίριο που κατασκευάστηκε απ’ τον Άρη Βελουχιώτη και τους συνεξορίστους του στην περιοχή Σαρακήνικο της νήσου Γαύδου, Ν. Χανίων, ιδιοκτησίας Σταύρου Καρυδάκη, με τον περιβάλλοντα χώρο του στα όρια της ιδιοκτησίας, διότι αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα κτιρίου τοπικής αρχιτεκτονικής και είναι σημείο αναφοράς για τους κατοίκους του νησιού, εφόσον συνδέεται άμεσα με τον Άρη Βελουχιώτη και άλλα πρόσωπα της Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας" αναφέρει η απόφαση του υπουργείου Πολιτισμού (Φ.Ε.Κ. 428, τ.2/ 22.4.1999), υπογεγραμμένη από την τότε υπουργό Πολιτισμού, Ελισάβετ Παπαζώη.

  Δεν πέρασε ένας χρόνος από την έκδοση αυτής της απόφασης και κτιριακές επεμβάσεις στο αρχικό κτίσμα, όπως προσθήκες δωματίων και πέργκολες έκαναν αγνώριστο το "Σπίτι του Άρη", το μετέτρεψαν σε κάτι σαν καφενείο. Και σαν να μην έφτανε αυτό, εδώ και λίγο καιρό, το συγκεκριμένο κτίριο λειτουργεί και ως ξενώνας, μάλιστα φιγουράρει και στην Airbnb, από όπου προσκαλεί τουρίστες να μείνουν εκεί, με αντίτιμο 17 ευρώ τη βραδιά.
  Σύμφωνα με τη συγκεκριμένη καταχώριση, προς ενοικίαση διατίθενται σκηνές, με ένα κρεβάτι, χωρίς τουαλέτα. Το συγκεκριμένο κατάλυμα έχει μεγάλη ζήτηση. Όλος ο Αύγουστος, εκτός από τρεις μέρες, είναι αυτή τη στιγμή κλεισμένος και όποιος αποφασίσει να το επισκεφτεί πρέπει να πληρώσει 15 ευρώ για την κάθε διανυκτέρευση, συν 2 ευρώ ως προμήθεια υπηρεσιών.

"The House Of The Exiles": Το… νέο όνομα για το "σπίτι του Άρη"

  Στις 23 Οκτωβρίου 1931, ο Άρης Βελουχιώτης μαζί με άλλα 70 μέλη και στελέχη του Κ.Κ.Ε., μεταφέρθηκε για πρώτη φορά στη Γαύδο. Στο Σαρακήνικο έμεναν κάποιοι εξόριστοι φυματικοί και βαριά άρρωστοι. Και όλοι μαζί, άρχισαν να συγκεντρώνουν πέτρες και χώμα και σιγά σιγά να χτίζουν το "σπίτι" τους. Παρά το ότι δε διέθεταν εργαλεία, το σπίτι που έφτιαξαν ήταν σαφώς καλύτερο από τις κατοικίες των λιγοστών κατοίκων του νησιού και για αυτό το αποκαλούσαν "παλάτι". Δίπλα στο σπίτι οι εξόριστοι δημιούργησαν ένα περιβόλι, φούρνο για να ψήνουν το ψωμί τους και έναν αυτοσχέδιο χειρόμυλο.
  Η Γαύδος λειτούργησε ως τόπος εξορίας μέχρι το Μάιο του 1941. Κάποιοι από τους εξόριστους δραπέτευσαν και κάποιοι άλλοι, με την αναστάτωση που ακολούθησε τη γερμανική εισβολή, διέφυγαν στην Κρήτη, όπου αρκετοί πήραν μέρος τόσο στη Μάχη της Κρήτης όσο και στην Αντίσταση. 


  Τότε, η Γαύδος ήταν ένα έρημο νησί, ένα ξερονήσι στο οποίο πέθαναν αρκετοί εξόριστοι κομμουνιστές από την πείνα, τις στερήσεις και τις αρρώστιες.
  Σήμερα, η Γαύδος έχει αλλάξει και δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από τους υπόλοιπους, ελκυστικούς εκδρομικούς προορισμούς που υπάρχουν στην Κρήτη. Πολλοί την προτιμούν ως εναλλακτικό τόπο διακοπών και την επισκέπτονται κυρίως το καλοκαίρι.
  Έτσι, 88 χρόνια μετά και το "σπίτι των εξόριστων" στο Σαρακήνικο, το "Σπίτι του Άρη", όπως έμεινε στη μνήμη των παλιών κομμουνιστών, άλλαξε. Έγινε "The House Of The Exiles" και εκτός από όνομα άλλαξε και χρήση και πλέον λειτουργεί ως τουριστικό κατάλυμα.



  Ο επισκέπτης το συναντάει οδηγώντας από το Σαρακήνικο, την παραλία με την ξανθιά άμμο και τα ρηχά νερά, προς τον Άι Γιάννη. Το μόνο που υπάρχει εκεί για να θυμίζει την ιστορία του σπιτιού, αλλά και του νησιού, ως τόπο εξορίας, είναι δυο ταμπέλες στην άκρη του δρόμου και μια μαρμάρινη πλάκα του Κ.Κ.Ε. στην οποία αναγράφεται:

"Απ΄ τα μπουντρούμια και την εξορία
η νέα του κόσμου ξεκινά ιστορία"
Κ. Βάρναλης
  Προς τιμήν των εξόριστων κομμουνιστών και άλλων λαϊκών αγωνιστών της Γαύδου (1928-1951).

Το υπουργείο το χαρακτήρισε διατηρητέο και το παράτησε στη μοίρα του

  "Από εκεί, εκτός από το Βελουχιώτη πέρασε και ο Μάρκος Βαφειάδης και ο Μενέλαος Λουντέμης. Ο Λουντέμης έμεινε για περίπου δεκαπέντε μέρες, αλλά οι δυο πρώτοι πήγαν δυο φορές στη Γαύδο. Πήγαν το 1933, πήγαν και το 1940. Εξόριστοι επί δικτατορίας του Θόδωρου Πάγκαλου και επί Μεταξά.
  Όταν ήρθε στο νησί ο Βελουχιώτης, ο χώρος που σήμερα βρίσκεται το σπίτι ήταν στην ιδιοκτησία ενός παπά. Οι εξόριστοι ζήτησαν να τους επιτραπεί να χτίσουν ένα σπίτι.
  Ο παπάς έκανε συμφωνητικό με το Θανάση Κλάρα, αυτό ήταν το πραγματικό όνομα του Άρη Βελουχιώτη, στο οποίο αναφερόταν ότι οι εξόριστοι θα έχτιζαν ένα σπίτι εκεί, όπου θα έμεναν για όσον καιρό θα βρίσκονταν στο νησί και ότι μετά το σπίτι θα παρέμενε στον κάτοχο. Αυτή η συμφωνία έληξε λίγο πριν τον πόλεμο του ’40. Λίγες μέρες πριν ξεσπάσει ο πόλεμος, οι εξόριστοι νοίκιασαν με νέο συμφωνητικό το σπίτι αυτό, πληρώνοντας με κάποια λίγα χρήματα που έβγαζαν από κάποιους κήπους που είχαν φτιάξει και καλλιεργούσαν. 


  "Τώρα, υπάρχει διαμάχη ανάμεσα στο υπουργείο Πολιτισμού και στον ιδιοκτήτη, μια περίεργη, μπερδεμένη κατάσταση… Εδώ και πολύ καιρό μένουν εκεί τουρίστες. Έχει μετατραπεί σε κάτι σαν ταβέρνα, μπαρ, κατάλυμα. Ο ιδιοκτήτης τι φταίει; Το υπουργείο το χαρακτήρισε διατηρητέο και το παράτησε στη μοίρα του" λέει κάτοικος του νησιού στο Newsit.gr.

Διαφημίζεται και η ιστορικότητα του χώρου

  "Ξαπλώστε στη φύση, σε ένα κρεβάτι κάτω από μια κουνουπιέρα και έναν μεγάλο γεμάτο άστρα ουρανό. Με ασφάλεια, σε μια καταπράσινη τοποθεσία, κοντά σε εστιατόρια, πάρκα, τέχνη και πολιτισμό. Θα αγαπήσετε το μέρος, λόγω της θέας, της κουζίνας και της άνεσης. Είναι ιδανικό για ζευγάρια, για όσους αγαπούν την περιπέτεια, για μεγάλες ομάδες και κατοικίδια ζώα" είναι το κείμενο με το οποίο οι ιδιοκτήτες διαφημίζουν το χώρο τους στην πασίγνωστη πλατφόρμα. "Προσπαθούμε να σεβόμαστε τη φύση και συνεχίζουμε να δίνουμε ζωή στον μεγάλο μας κήπο λαχανικών και λουλουδιών. Συνεχίζουμε με την ανοικτή βιβλιοθήκη μας για όλους τους ανθρώπους και δίνουμε στους υποστηρικτές μας το καλύτερο που μπορούμε για χαλαρωτικές διακοπές. Ελάτε μαζί μας, στο νοτιότερο τμήμα της Ευρώπης και απολαύστε την ευχαρίστηση να συμμετέχετε με τις κρατήσεις σας σε έναν εξαιρετικό τρόπο ζωής. Απλό, αλλά μαγικό. Αληθινό, αλλά όμορφο σαν σε όνειρο" συνεχίζει το κείμενο στο οποίο διαφημίζεται και η ιστορικότητα του χώρου.

  "Ο χώρος μας είναι ένας ιστορικός χώρος, είναι ένα καταπληκτικό κτίριο από ξύλο και πέτρες, μέσα στη φύση, με φανταστική θέα και υπέροχα καταγάλανα νερά" αναφέρεται χαρακτηριστικά.

Τα σχόλια των πελατών

  Σύμφωνα με τα σχόλια όσων έχουν επισκεφτεί το χώρο και έχουν διαμείνει σε αυτόν, έχοντας κάνει κράτηση μέσω της Airbnb:
  • "Είναι ένα υπέροχο κομμάτι του παραδείσου. Η Γαύδος είναι ένα κρυμμένο κόσμημα. Έμεινα σε μια ξύλινη καλύβα με ένα στρώμα, μια καλύβα που καλύπτεται από διάφορα υλικά και κουνουπιέρες με ένα στρώμα. Είχε την καλύτερη θέα στον ωκεανό και δροσιά από το θαλασσινό αεράκι. Ήταν απίστευτα άνετα και χαλαρωτικά. Η τοποθεσία είναι δίπλα στην παραλία και το σπίτι διαθέτει όλες τις βασικές παροχές που χρειάζεστε. Όλοι είναι πολύ φιλόξενοι και θα σας κάνουν να αισθανθείτε σαν να μην θέλετε ποτέ να φύγετε! Το σπίτι διαθέτει καταπληκτικό φαγητό και βιβλιοθήκη, ώστε να μπορείτε να τρώτε, να κοιμάστε και να διαβάζετε κάποιο ένα βιβλίο. Είναι σαν μια μικρή κοινότητα".
  • "Το δωμάτιο δεν είναι τίποτα ιδιαίτερο, αλλά, για εμάς ήταν περισσότερο από αρκετό. Στη μικρή, κοινόχρηστη κουζίνα, δίπλα στα δωμάτια, μπορείτε να μαγειρέψετε ό,τι θέλετε, χωρίς πρόβλημα ή να αποθηκεύσετε τα αντικείμενα στο ψυγείο. Για να μετακινηθείτε γύρω από το νησί μπορείτε να νοικιάσετε ένα αυτοκίνητο στο ίδιο σπίτι ή να ζητήσετε να τον πάρετε και να πάρετε εκεί όπου θέλετε, θα σας δώσουν κάποια λύση. Θα ήθελα να το επαναλάβω χωρίς δισταγμό".
  • "Μείναμε σε μια πολύ απλή σκηνή από κουνουπιέρες και ωραία υφάσματα, με στρώμα πάνω σε παλέτες. Η εξωτερική κουζίνα και οι χώροι μπάνιου και τουαλέτας ήταν βασικά εξοπλισμένοι, αλλά, απολύτως, αποδεκτά. Το ίδιο το σπίτι είναι πολύ ενδιαφέρον και αποτελεί σημαντικό κομμάτι της ιστορίας της Γαύδου".
  • "Δεν είναι ένα φανταχτερό μέρος για να μείνετε, αλλά αν θέλετε κάτι περισσότερο από το κάμπινγκ, είναι τέλειο, με μια φιλική αίσθηση κοινότητας. Τα δωμάτια που προσφέρονται είναι πολύ ωραία, πολύ καθαρά και έχουν μεμονωμένα μπάνια με ζεστό νερό. Τα κοινόχρηστα μπάνια είναι ηλιακά και έχουν ζεστό νερό εκτός από το διάστημα από τα μέσα της νύχτας έως το πρωί".

"Ο χώρος είναι ιδιόκτητος, ο ιδιοκτήτης έχει αποφασίσει να τον βάλει στην Airbnb"

  "Εμείς εδώ συντηρούμε το “Σπίτι των Εξόριστων” και υπάρχει ένα καφενείο, όπου ο κόσμος αφήνει όσα χρήματα θέλει για να μας βοηθήσει να συντηρούμε το χώρο. Έρχονται και φίλοι και συμβάλλον με προσωπική εργασία. Η καταχώριση στην AirBnb έχει γίνει λόγω του ιδιοκτήτη, ο οποίος ήθελε ένα κάπως πιο συγκεκριμένο ποσό, ως έσοδο. Έχουν γίνει τα απαραίτητα, γιατί ο χώρος είναι ιδιόκτητος. Ο ιδιοκτήτης έχει αποφασίσει να βάλει το χώρο στην AirBnb, με όλα τα κατάλληλα και νόμιμα στοιχεία. Έχει δικαίωμα να το νοικιάσει, εφόσον έχει τα κατάλληλα έγραφα καταχωρημένα στην Εφορία. Εμείς, απλώς συντηρούμε το χώρο. Μας αρέσει να μένουμε στη Γαύδο και έχουμε κάνει σχετική συμφωνία με τον ιδιοκτήτη. Ο συγκεκριμένος χώρος διαθέτει δυο σημεία στα οποία μπορούν να φιλοξενηθούν επισκέπτες" λέει η γυναίκα που φροντίζει το χώρο και υποδέχεται τους τουρίστες, σε αυτόν.

"Δεν τιμάει κανέναν αυτό που συμβαίνει εκεί"

"Το κτίριο από τότε που χτίστηκε διέθετε ένα ενιαίο χώρο για περίπου 50 κρεβάτια, στρατιωτικού τύπου, όπου κοιμόνταν οι εξόριστοι. Ο κήπος που έχει ήταν ο μοναδικός στο νησί την εποχή που φτιάχτηκε.
  Έχουν περάσει πολλοί από αυτό το σπίτι. Βαφειάδης, Βελουχιώτης, Πορφυρογένης… Όλα τα ιστορικά και, μάλιστα, προκατοχικά στελέχη του κόμματος και μετά ηγέτες της Εθνικής Αντίστασης. Από εκεί δραπέτευσαν και πήραν μέρος στη μάχη της Κρήτης. Αυτό το σπίτι είναι ένα κομμάτι της ιστορίας της Ελλάδας.
  Έχουμε πιέσει να απαλλοτριωθεί και να γίνει μουσείο. Είναι χώρος μνήμης, είναι χαρακτηρισμένος ως ιστορικός και διατηρητέος. Το κόστος δεν είναι τεράστιο, αλλά δεν υπάρχει ανταπόκριση. Θα παλέψουμε για να γίνει μουσείο ο χώρος. Έχουμε κάνει πολλές ενέργειες, αλλά δεν καταφέραμε κάτι. Πρέπει να πάρει πρωτοβουλία του υπουργείο Πολιτισμού. Πρέπει να ενδιαφερθεί το κράτος. Και η Περιφέρεια. Πρέπει το κτίριο να αξιοποιηθεί. Δεν τιμάει κανέναν αυτό που συμβαίνει εκεί.
  Έχουν γίνει πολλές αλλοιώσεις στο χώρο. Έγιναν προσθήκες, άλλαξε η διαρρύθμιση του χώρου, έχουν εξαφανιστεί τα ονόματα των αγωνιστών που έμειναν εκεί και ήταν χαραγμένα στον κορμό του δέντρου που στηρίζει τη στέγη του σπιτιού" λέει στο Newsit.gr ο Αλέκος Μαρινάκης, γραμματέας Τοπικής Οργάνωσης ΚΚΕ Χανίων.

Ρεπορτάζ: Έφη Κουλοχέρη

«ΑΙΔΩΣ, ΑΡΓΕΙΟΙ…», του Κώστα Βάρναλη:

Με ζήλο στα σκολειά της προδοσίας 

του σάπιου αιώνα σέπεται η γενιά!  
Χαίρονται της σκλαβιάς την ξεγνοιασιά 
και τρέμουν του λαού την παρουσία.

Κι αν στα βουνά κράξ’ η τρομπέτα: «Ανάστα!» 

 θα τρέξουν τον οχτρό να διπλαρώσουν, 
να ξαναδέσουν τη φτωχιά πατρίδα, 
κι όσοι απροσκύνητοι, όλους ντουφεκίδι.

Μακρυγιάννη, οι πληγές σου από τα βόλια 

 τρέχαν αίματα κι όμπυο ολοζωής, 
 μα τώρα διπλοτρέχουνε, Πατέρα, 
της ψυχής σου οι πληγές από ντροπή. 
[ΟΡΓΗ ΛΑΟΥ και άλλα μεταθανάτια ποιήματα]

Δείτε ακόμα:  

  'Εχουν περάσει κιόλας τέσσερα χρόνια από το καλοκαίρι του 2015, όταν -με ευθύνη της τότε αντιδημάρχου Λίλιαν Στεφανάκη μια καλαίσθητη επιγραφή σχεδιασμένη από τον Vassilis Pitsonis τοποθετήθηκε στο Σαρακήνικο της Γαύδου μπροστά στο "σπίτι του Βελουχιώτη" που χτίστηκε το 1933 και ήταν το καμάρι της Ο.Σ.Π.Ε. (Ομάδας Συμβίωσης Πολιτικών Κρατουμένων). Τα στοιχεία και οι φωτογραφίες της επιγραφής αντλήθηκαν από το πρωτότυπο κείμενο του Δημήτρη Δαμασκηνού: "Εξόριστοι στο νησί του θανάτου" που είχε δημοσιευθεί το καλοκαίρι του 2014 και αναδημοσιεύτηκε σε πολλές ηλεκτρονικές εφημερίδες, περιοδικά και blogs.

Αύγουστος 1962: Ο Τάσος Βουρνάς συναντά τον εξόριστο Μενέλαο Λουντέμη στο Βουκουρέστι – Η λογοτεχνική παραγωγή στην πολιτική προσφυγιά και οι μεταφράσεις των έργων του

Από Δημήτρης Δαμασκηνός , Τετάρτη 26 Ιουνίου 2019 | 4:08 μ.μ.

Αύγουστος 1962: Ο Τάσος Βουρνάς συναντά τον εξόριστο Μενέλαο Λουντέμη στο Βουκουρέστι – Η λογοτεχνική παραγωγή στην πολιτική προσφυγιά και οι μεταφράσεις των έργων του

 

του Δημήτρη Δαμασκηνού

   Είναι γνωστό πως ο πολυγραφότατος αγωνιστής της Εθνικής Αντίστασης  και προοδευτικός λογοτέχνης Μενέλαος Λουντέμης παρέμενε αρκετά χρόνια μετά τη λήξη του Εμφύλιου πολέμου εκτοπισμένος στα νησιά του Αιγαίου  μαζί με μια δράκα 1 ανυπότακτων καλλιτεχνών, όπως ήταν ο Θέμος Κορνάρος, οι ποιητές Φ. Αγγουλές, Σάκης Ρετσινάς, Γ. Μαντζομελέκης, Μ. Φουρτούνης, Μέμος Παναγιωτόπουλος, Τ. Σπυρόπουλος, Σπ. Μήλας, οι Καλλιτέχνες Χρήστος Δαγκλής, Ν. Σκυριανός, Β. Βλασίδης, Γ. Φαρσακίδης, Π. Τζαννετέας κ.α. καθώς και άλλοι σπουδαστές Ανωτάτων Σχολών, που “το μοναδικό τους έγκλημα”, όπως σημείωνε τον Νοέμβριο του 1955 η σύνταξη του περιοδικού “Επιθεώρηση Τέχνης”, “είναι ότι δεν δέχτηκαν ποτέ να κάνουν συμβιβασμούς με τη συνείδηση τους και να υποστείλουν τη σημαία της ανεξαρτησίας του πνευματικού ανθρώπου” 2.

Μια αδημοσίευτη έως τώρα φωτογραφία: Ο πολιτικός πρόσφυγας Μενέλαος Λουντέμης σε εκδρομή στο Σίμπιου της Ρουμανίας κοιτάζει από ψηλά την πόλη.
   Άλλωστε τον Γενάρη του 1955, από το Πρόχειρο Αναρρωτήριο στον Άη-Στράτη είχε ήδη γραφεί ιδιοχείρως από τον Λουντέμη το “Ανοιχτό Γράμμα Σ’ όλους τους πνευματικούς ανθρώπους της χώρας και σ’ έναν –χωριστά” 3, στο οποίο περιέγραφε τον τόπο της εξορίας του σαν “ένα αλλόκοτο στίβο, έναν πειραματικό σταθμό αντοχής της ανθρώπινης Συνείδησης. Ένα τσίρκο από βουβούς μάρτυρες με θεατές τα αέναα 4 κύματα” με τη θάλασσα να τριγυρίζει τους εξόριστους σ’ επάλληλους κύκλους σαν τους επτά κύκλους της Κόλασης.


   Το “Ανοιχτό γράμμα…” δημοσιεύτηκε στην “Επιθεώρηση Τέχνης τον Ιούνιο του 1955, αποτυπώνοντας με σπάνια ευαισθησία το αγωνιστικό ήθος και τις αξίες του πολιτισμού που υπερασπιζόταν ο Λουντέμης και οι σύντροφοί του, επιμένοντας να υψώνουν με το κορμί, την καρδιά και το μυαλό τους πύργο ατίθασο μπρος στην κτηνώδη αυθαιρεσία του αυταρχικού μετεμφυλιακού κράτους.

Στο αφιερωμένο στη Σοβιετική Λογοτεχνία 
τεύχος 96 της “Επιθεώρηση Τέχνης” 
που κυκλοφόρησε στην Αθήνα τον Δεκέμβριο του 1962 
δημοσιεύτηκε και το κείμενο του Τάσου Βουρνά 
“Συνάντηση με τον Λουντέμη” 
που μετέφερε τις εντυπώσεις 
από τη συνάντησή τους τον Αύγουστο 
του ίδιου χρόνου στο Βουκουρέστι.

   Σ’ αυτό σημείωνε χαρακτηριστικά: “Δέκα ολόκληρα χρόνια μας κυνηγά η αποτροπιαστική επωδός 5: «Απαρνήσου!»  Πρέπει να απαρνηθείς εσύ τις ιδέες σου για χάρη εκείνου που δεν έχει ιδέες. Ν’ απαρνηθείς εσύ το ιδανικό σου για χάρη κείνου που ιδανικό του είναι να σκοτώνει το δικό σου ιδανικό”.
   Και αφού στη συνέχεια διατράνωνε την απόφασή του να πει αυτός κι οι σύντροφοί του απλά, λιτά, ατάραχα όχι, το “Ανοιχτό γράμμα…” κατέληγε σε μια έκκληση στους συναδέλφους του να ενώσουν στο όνομα του πολιτισμού τη φωνή τους για την απόλυση των εκτοπισμένων συναδέλφων τους, μιας και “σε καμμιά στιγμή της ιστορίας δεν νικήθηκε το πνεύμα παρά μόνο όταν απαρνήθηκε τον εαυτό του”. “Ήρθε η ώρα”, σημείωνε ο Λουντέμης “τον τίτλο σας να τον πάρετε από τη Ζωή, αλλοιώς θα σας τον αφαιρέσει η Τέχνη”.
Πράγματι οι διαμαρτυρίες και οι πιέσεις έφεραν κάποιο αποτέλεσμα: το 1956 είχαν μείνει στον Άη Στράτη μόλις 820 εξόριστοι. Ο Λουντέμης, ωστόσο, αν και απολύθηκε  από τον Άη Στράτη, μετά τη δίκη 6 για τη συλλογή διηγημάτων “Βουρκωμένες μέρες” 7 και την απαγόρευση κυκλοφορίας των βιβλίων του συνειδητοποιούσε ημέρα με την ημέρα πως το κλίμα στην αμερικανοκρατούμενη Ελλάδα των δωσιλόγων γι’ αυτόν ήταν βαρύ. Δεν ήταν ακριβώς έκπληξη, λοιπόν, το γεγονός πως λίγο καιρό αργότερα η τότε ελληνική κυβέρνηση κι ενώ ο συγγραφέας βρισκόταν στο εξωτερικό, με αφορμή την ομιλία του στα εγκαίνια του μνημείου στο πρώην ναζιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης Μπούχενβαλντ  (βρισκόταν τότε στο έδαφος της ΛΔΓ 8, όπου θύματα υπήρξαν και Έλληνες 9 του αφαίρεσε εντελώς αυθαίρετα την ελληνική ιθαγένεια στερώντας του παράλληλα και τη δυνατότητα να επιστρέψει στην Ελλάδα 10.
   Ο Μενέλαος Λουντέμης πικραμένος αποφάσισε να εγκατασταθεί στη Ρουμανία, κάνοντας πολλά ταξίδια σ’ όλον τον κόσμο. Αλλά η βάση του ήταν το Βουκουρέστι. Εκεί τον συνάντησε τον Αύγουστο του 1962 ο Τάσος Βουρνάς. Καρπός της συνάντησης του αυτής ήταν και το κείμενο “Συνάντηση με τον Λουντέμη” (παρατίθεται στη συνέχεια αυτούσιο), που δημοσιεύτηκε στην “Επιθεώρηση Τέχνης” τον Δεκέμβρη του ίδιου χρόνου:



Συνάντηση με τον Λουντέμη 11

Μια αδημοσίευτη έως τώρα φωτογραφία: 
Ο Μενέλαος Λουντέμης (τρίτος από αριστερά) 
μπροστά “στο σπίτι των καλλιτεχνών” 
στη Μογκοσόγια.
   Το Σαββατοκύριακο 10-12 Αυγούστου βρισκόμουν στο φλεγόμενο Βουκουρέστι. Ζέστη να ιδούν τα μάτια σας. Οι αχνοί της παχειάς Βουκουρεστιάνικης καμπίσιας γης σε τυλίγουν να σε πνίξουν. Υγρασία μαζί και κουφόβραση που κάνει τους Βουκουρεστιάνους να αερίζονται σαν τρελλοί στους δρόμους, στα τρόλλεϋ, στα κέντρα και στα σπίτια τους.
Μέσα στην μεσημεριάτικη άπνοια, καθώς προσπαθώ να δροσισθώ στα λινά φίνα σεντόνια του “Ατενέ”, χτυπάει το τηλέφωνο δίπλα μου. Συνέρχομαι από τη νάρκη μου και αρπάζω το ακουστικό. 
   - Ποιός;   
   - Λουντέμης, εδώ! Καλώς όρισες στο Βουκουρέστι. Ντύνομαι κ’ έρχομαι!
   Πριν προφτάσω καλά – καλά ν’ απαντήσω στα καλωσορίσματά του, το τηλέφωνο κλείνει. Ρίχνω μια απελπισμένη ματιά στα ρούχα μου που καίνε σαν τη φλεγόμενη βάτο 12, σηκώνομαι, ντύνομαι. 
   Και νάτος σε λίγο εισβάλλει ζωηρός, κεφάτος, θορυβώδης, πηγαίος, συγκινημένος. Αγκαλιαζόμαστε και φιλιόμαστε σταυρωτά, ρωμέικα. Πώς να το κάνεις τέσσερα χρόνια λείπει από την Ελλάδα, μια μικρή ζωή.
   - Άντε ‘τοιμάσου, φεύγουμε! μου κάνει φουριόζος 13 
   - Μέσα στο λιοπύρι 14.
   - Ίσα – ίσα μέσα στο λιοπύρι. Θα σε πάω εγώ κάπου να δροσερέψει ο νους σου και το κορμί σου!    Μπροστά στην πόρτα του ξενοδοχείου έχει παρκαρισμένο το αυτοκίνητό του, ένα “Μόσκοβιτς”. Με ρίχνει κυριολεκτικά μέσα και βάζει μπρος ξεκινώντας σαν σίφουνας. Όλοι οι “τροχαίοι” του Βουκουρεστίου τον ξέρουν και του χαμογελάνε με επιείκεια. Είναι ο “σκριτόρ Γκρέκου”, ο Έλληνας συγγραφέας.    - Λέγε! μου κάνει.    - Σαν τί θες να μάθεις;    - Για όλα! Για τους φίλους, για την πατρίδα, για την πνευματική κίνηση, για το λαό μας!   Εγώ λέω κ’ εκείνος οδηγεί το αυτοκίνητο προσεκτικά, πετώντας ανάκατα τις ερωτήσεις του. Πηγαίνουμε έξω από το Βουκουρέστι και παίρνουμε τη θαυμάσια “αουτομπάν”, το φαρδύ αυτοκινητόδρομο που τραβάει βορειοδυτικά. Ο αέρας μας χτυπάει δροσερός, γύρω το πράσινο οργιάζει. Οι περίφημες λίμνες του Βουκουρεστιού είναι γεμάτες από κολυμβητές.    Κάπου δέκα χιλιόμετρα έξω από την πόλη είναι το “Πάρκουλ Μπανιάσα”, το πάρκο της Μπανιάσας. Πώς να σου δώσω, Έλληνα αδελφέ μου, να καταλάβεις τί θα πει πάρκο εδώ αφού δεν τόχεις πιάσει ούτε στις πιο τολμηρές στιγμές της φαντασίας σου; Απέραντες απλόχωρες εκτάσεις γιομάτες δένδρα, παρτέρια και χλόη, όσο φτάνει το μάτι σου. Το σοφό ανθρώπινο χέρι καθοδηγώντας τη φύση έχει φτιάξει ένα αριστούργημα. Το αυτοκίνητο περνάει από θαυμάσιους ασφαλτοστρωμένους δρόμους, που τους σκιάζουν τα πανύψηλα δένδρα. Το φως είναι πράσινο, φιλτραρισμένο από τα φύλλα. Το μάτι ξεκουράζεται, η καρδιά ελαφρώνει.    Ο Λουντέμης χαίρεται τη χαρά μου, λες κι’ ο ίδιος τάφτιαξε με τα χέρια του τούτα τα θαύματα και μου τα προσφέρει με την καρδιά του.    Στην πιο πυκνή συστάδα του πάρκου ένα χαριτωμένο κέντρο μας περιμένει. Παρκάρουμε και καθόμαστε στη βεράντα για καφέ.    - Τώρα λέγε εσύ! του κάνω. Ο κόσμος κει κάτω στην πατρίδα θέλει να μάθει για σένα. Δούλεψα, γύρισα τον κόσμο, έχω χορτάσει τόπους και ανθρώπους. Τώρα κυκλοφόρησε στα ρουμάνικα ένα καινούργιο μου βιβλίο, “Το ρολόι του κόσμου χτυπάει μεσάνυχτα” και τυπώνεται ένα δεύτερο “Οδός Αβύσσου αριθμός 0″. Ελπίζω μέσα στο χρόνο να τελειώσω ένα τρίτο σε δυο τόμους συνολικού όγκου χιλίων σελίδων.    - Δεν νοστάλγησες τον τόπο μας;    - Η ψυχή μου το ξέρει, λέει και μελαγχολεί απότομα. Ένας συγγραφέας όσο κι’ αν ζει άνετα εδώ, ανήκει στον τόπο του και το λαό του.    Ο ήλιος κατεβαίνει χαμηλά στον κάμπο. Το πάρκο της Μπανιάσας ευωδιάζει. Μένουμε κάμποσο σιωπηλοί. 
   Ξεκινάμε από φαρδειούς δρόμους τραβάμε τώρα κατά το νότο. Μπροστά μας προβάλλει ένα νέο πάρκο. Μια πελώρια σιδερένια πόρτα κλείνει την είσοδο. Ο Λουντέμης κορνάρει, βγαίνει ο θυρωρός. Τον αναγνωρίζει, τον χαιρετά εγκάρδια και η πόρτα ανοίγει διάπλατα. Είμαστε στο παλάτι της Μογκοσόγιας του παλιού Ρουμάνου άρχοντα Μπραγκοβάνου, ένα αριστούργημα του 18ου αιώνα με κόκκινα τούβλα σαν και τα δικά μας τα βυζαντινά παλάτια του Μυστρά. Μόνο εδώ που το διατηρούν ανέπαφο.  Το κτίριο (πέρασε κι ο Ρήγας από δω σα γραμματικός του άρχοντα στα 1790), ζει και σήμερα. Το κεντρικό είναι Μουσείο. Τα γύρω παλάτια είναι το “σπίτι της ανάπαυσης των καλλιτεχνών”. Καθώς βαδίζουμε στο πάρκο έρχεται από αντίκρυ ένας γεράκος με μπαστούνι. Είναι ο “μαέστρου” Τσυπριάν, μεγάλος απόμαχος ηθοποιός της Ρουμανίας.
   Ο Μενέλαος του κάνει χαρές:
   - Τί το θέλεις το μπαστούνι μαέστρο;
   - Για να σκοτώνω φίδια, απαντάει ο γεράκος με ψεύτικη σοβαρότητα.
   Και κει μπροστά στα μάτια μας, σ’ ένα εύθυμο διάλογο, συντελείται μια εξαίσια θεατρική παράσταση.
   Φύγαμε από τη Μογκοσόγια, με το σούρουπο. Ακολούθησε μια “ελληνική βραδιά” στο σπίτι του συγγραφέα Δήμου Ρεντή με μελιτζάνες, κολοκυθάκια τηγανητά, σκορδαλιά, τσιροσαλάτα και ούζο. Τάχε φέρει όλα από την Αθήνα η μητέρα του που ήρθε να τον επισκεφθεί. Και φυσικά δεν έλειψαν τα τραγούδια του Θεοδωράκη και του Χατζιδάκι στο πικ-απ.
   Φεύγουμε αργά. Το νυχτωμένο και εργατικό Βουκουρέστι, η σοσιαλιστική πολιτεία, κοιμάται. Αποχαιρετώ τον Λουντέμη που φεύγει τα ξημερώματα για την εξοχή, στη θάλασσα, με ένα αδελφικό αγκάλιασμα και την καλύτερη ευχή που μπορείς να δώσεις εδώ στους Ρωμιούς: “Καλή πατρίδα”!


ΤΑΣΟΣ ΒΟΥΡΝΑΣ
Μια αδημοσίευτη έως τώρα φωτογραφία: Ο Μενέλαος Λουντέμης (πρώτος καθισμένος από αριστερά) σε μια “ελληνική βραδιά” στο Βουκουρέστι. Όρθιος πάνω του με το ζιβάγκο και το μαύρο σακάκι στέκεται ο γιος του Αιμίλιου Βεάκη, ο Γιάννης, διακεκριμένος σκηνοθέτης στη Ρουμανία 15. Ο Γιάννης Βεάκης υπήρξε επίσης ο μεταφραστής στα Ρουμανικά του μυθιστορήματος “Το ρολόγι του κόσμου χτυπάει μεσάνυχτα” που κυκλοφόρησε στο Βουκουρέστι το 1962 με μεγάλη επιτυχία.
 Η λογοτεχνική παραγωγή στην πολιτική προσφυγιά και οι μεταφράσεις των έργων του
 
  Κατά τη διάρκεια της πολύχρονης εξορίας του ο Μενέλαος Λουντέμης επισκέφθηκε αρκετές χώρες, ανάμεσά τους και την πρώην ΕΣΣΔ σε δύο ταξίδια που πραγματοποιήθηκαν το 1958 και το 1959 αντίστοιχα 16. Στο πρώτο μάλιστα το 1958 βρέθηκε με τον Ναζίμ Χικμέτ στην Τασκένδη, πρωτεύουσα της πρώην Σοβιετικής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας του Ουζμπεκιστάν, όπου διεξαγόταν το Β’ Συνέδριο Συγγραφέων Ασίας – Αφρικής, στο οποίο ήταν και οι δύο προσκεκλημένοι. Ο Φώτης Σιούμπουρας αναφέρει πως η συνάντηση τους ήταν συγκινητική και οι σύνεδροι ζήτησαν ν’ ανέβουν οι δύο ποιητές στη σκηνή για ν’ απαγγείλουν τα ποιήματά τους 17
   Η επίσκεψη το 1958 και 1959 του Μενέλαου Λουντέμη στην ΕΣΣΔ συνοδεύτηκε από την έκδοση τεσσάρων έργων του στα ρωσικά το 1958, 1959, 1960 και 1961. Η περίοδος, άλλωστε, της πολιτικής προσφυγιάς ήταν δημιουργική για τον συγγραφέα, αφού όχι μόνο η ΕΣΣΔ, μα και στις   υπόλοιπες “σοσιαλιστικές δημοκρατίες” εκτίμησαν το λογοτεχνικό του έργο,  με αποτέλεσμα έργα του να μεταφραστούν και να κυκλοφορήσουν στην Αλβανία, στη Βουλγαρία, στη Λαϊκή Κίνα, στην Τσεχοσλοβακία,  την πρώην ΛΔΓ, τέλος στην Πολωνία 18.

 
Μια αδημοσίευτη έως τώρα φωτογραφία: Ο Μενέλαος Λουντέμης (τέταρτος από αριστερά) ανάμεσα σε φίλους του στο Βουκουρέστι. Δεύτερη από αριστερά διακρίνεται η μεταφράστρια πολλών έργων του στα Ρουμανικά Dorina Anton-Talaz.

  Ιδιαίτερα, όμως, στη Ρουμανία ο συγγραφέας υπήρξε πολύ αγαπητός. Άλλωστε πολλά από τα έργα του έχουν γραφεί κατά την περίοδο που έζησε ως πολιτικός πρόσφυγας στο Βουκουρέστι και φυσικά έχουν μεταφραστεί στα Ρουμάνικα, Η Elena Lazar στο βιβλίο της Η Νεοελληνική Λογοτεχνία στη Ρουμανία (1837-2005). Βιβλιογραφία 19 καταγράφει αναλυτικά τους τίτλους που κυκλοφόρησαν σ’ αυτή την όμορφη χώρα της Βαλκανικής Χερσονήσου. Ακολουθώντας τη χρονολογική σειρά οι τίτλοι είναι οι εξής:


  1. Un copil numara stelele / Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα, μετάφραση: Stefan Popescu – Dimos Rendis, εκδόσεις: Tineretului, σελ. 476, Βουκουρέστι 1959.
  2. Cerul se innoureaza / Συννεφιάζει, μετάφραση: Marcel Gafton – Ion Halianis, εκδόσεις: De Stat Pentru Literatura Si Arta, σελ. 196, Βουκουρέστι
  3. Orologiul lumii batea miezul noptii / Το ρολόγι του κόσμου χτυπάει μεσάνυχτα, μετάφραση: Stefan Popescu – Iannis Veakis, εκδόσεις: Tineretului, σελ. 356, Βουκουρέστι 1962.
  4. Zile zbuciumate. Povestiri / Βουρκωμένες μέρες. Αφηγήσεις, μετάφραση: Stefan Popescu, εκδόσεις: Tineretului, σελ. 200, Βουκουρέστι 1963.
  5. Strada Abisului numarul Roman / Οδός Αβύσσου αριθμός 0. Μυθιστόρημα, μετάφραση: I. Halianis, εκδόσεις: pentru Literatura, σελ. 400. Βουκουρέστι 1964.
  6. Moara muta. Roman / Ο βουβός μύλος. Μυθιστόρημα, μετάφραση: Dorina Anton-Talaz, εκδόσεις: Tineretului, σελ.  180, Βουκουρέστι
  7. Naluca Marathonului / Το φάντασμα του Μαραθώνα, μετάφραση: Ion Halianis, εκδόσεις: Cartea Romaneasca, τόμοι 2, σελ. 296 & 292, Βουκουρέστι
  8. Spicele minioase / Τα στάχια της οργής, μετάφραση: Dorina Anton-Talazu, εκδόσεις: Tineretului, σελ. 272, Βουκουρέστι 1969.
  9. Vinul lasitor. Roman / Το κρασί των δειλών, μετάφραση: Dorina Anton-Talazu, εκδόσεις: Pentru Literatura, σελ. 164, Βουκουρέστι 1969
  10. Eroii dorm nelinistiti. Roman / Οι ήρωες κοιμούνται ανήσυχα. Μυθιστόρημα, μετάφραση: Dorina Anton-Talaz, εκδόσεις: Eminescu, σελ. 224, Βουκουρέστι
  11. Fiul pamintului / Της γης οι αντρειωμένοι, μετάφραση: Dorina Anton-Talaz, εκδόσεις: Albatros, σελ. 368, Βουκουρέστι 1970.
  12. Ingerul cu aripi de ghips. Roman / Ο άγγελος με τα γύψινα φτερά. Μυθιστόρημα, μετάφραση: Dorina Anton-Talaz, εκδόσεις: Eminescu, σελ. 332, Βουκουρέστι 1971.
  13. Cintece sugrumate / Απόδοση στην ελληνική: Στραγγαλισμένα τραγούδια, μετάφραση: Ioanichie Olteanu – Dorina Talaz, εκδόσεις: Eminescu, σελ. 164, Βουκουρέστι 1972.
  14. Cetatea sperantei. Roman / Κάτω από τα κάστρα της ελπίδας. Μυθιστόρημα, μετάφραση: Dorina Anton-Talaz, εκδόσεις: Albatros, σελ. 400, Βουκουρέστι.
  15. Dedal. Roman / Δαίδαλος, Μυθιστόρημα, μετάφραση: Dorina Anton-Talaz, εκδόσεις: Ion Creanga, σελ. 208, Βουκουρέστι 1974.
  16. Icar (Povestire) / Ίκαρος (Αφήγηση), μετάφραση: Dorina Anton-Talaz, εκδόσεις: Ion Creanga, σελ. 160, Βουκουρέστι 1974.
  17. Theseu-fiul gloriei. Roman / Θησέας. Ο γιος της δόξας. Μυθιστόρημα, μετάφραση: Lambros Zogas, εκδόσεις: Ion Creanga, σελ. 198, Βουκουρέστι.
  18. Turbarea / Η λύσσα, μετάφραση: Victor Ivanovici – Dorina Anton, εκδόσεις: Cartea Romaneasca, σελ. 348, Βουκουρέστι. 
  19. Poezii / Ποιήματα, μετάφραση: Μενέλαος Λουντέμης, εκδόσεις: Univers, σελ. 57, Βουκουρέστι 1976.
  20. Memoria incendiata / Πυρπολημένη μνήμη, μετάφραση: Lampros Zogas, εκδόσεις: Eminescu, σελ. 116, Βουκουρέστι 1977.
  21. Heracles / Ηρακλής, μετάφραση: Lambros Zogas, εκδόσεις: Ion Creanga, σελ. 90, Βουκουρέστι 1982.
  22. Heracles Theseu Icar / Ηρακλής Θησέας Ίκαρος, μετάφραση: Lambros Zogas, εκδόσεις: Hyperion, σελ. 320, Βουκουρέστι 1993.
Μια αδημοσίευτη έως τώρα φωτογραφία: Πικ-νικ στην εξοχή. Όρθια διακρίνεται η Dorina Anton-Talaz.
 Πολλές, όμως, ήταν και οι μεταφράσεις σύγχρονων Ρουμάνων συγγραφέων (ποιητών, πεζογράφων και θεατρικών συγγραφέων) που πρόσφερε στο ελληνικό κοινό ο Μενέλαος Λουντέμης συμβάλλοντας στη βαθύτερη γνωριμία και προσέγγιση των δύο λαών της βαλκανικής χερσονήσου. Ο επίκουρος καθηγητής στο Τμήμα Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών του Πανεπιστήμιου της Μακεδονίας Τσιπριάν – Λουκρέτσιους Ν. Σούτσιου ακολουθώντας τα βήματα των Ρουμάνων συγγραφέων στην Ελλάδα παράθεσε στη μελέτη που κυκλοφόρησε το 2017 20 12 τίτλους έργων που η μετάφρασή τους φέρει την υπογραφή του Μενέλαου Λουντέμη. Ακολουθώντας τη χρονολογική σειρά της έκδοσής τους στην Ελλάδα αυτοί είναι οι εξής:

  1. Elegie pentru floarea secerata / Το λουλούδι της στάχτης (ποίηση) του Εουτζέν Ζεμπελεάνου / Eugen Jebeleanu, εκδόσεις: Δωρικός, σελ. 76, Αθήνα 1974.
  2. Caii de foc / Πύρινα άλογα (ποίηση) του Ίον Μπραντ / Ion Brad, εκδόσεις: Δωρικός, σελ. 68, Αθήνα 1975.
  3. Ingerul a strigat / Πέρα απ’ τους αμμόλοφους (μυθιστόρημα) του Φάνους Νεάγκου / Fanus Neagu, εκδόσεις: Δωρικός, σελ. 296, Αθήνα 1975.
  4. O casa onorabila / Άσπιλοι κι αμόλυντοι (θέατρο) του Χόρια Λοβινέσκου / Horia Lovinescu, εκδόσεις: Δωρικός, σελ. 63, Αθήνα 1975.
  5. Cavalerul singuratatii / Ο ιππότης της μοναξιάς. Ποιήματα του Τζέο Ντουμητρέσκου / Geo Dumitrescu, εκδόσεις: Δωρικός, σελ. 43, Αθήνα 1976.
  6. Moartea lui Ipu / Και τους καταδίκασα όλους σε θάνατο (νουβέλα) του Τίτους Πόποβιτς, εκδόσεις: Δωρικός, σελ. 114, Αθήνα 1976.
  7. Σαρκασμοί και εφιάλτες (ποιήματα) του Μαρίν Σορέσκου, εκδόσεις: Δωρικός, σελ. 50, Αθήνα 1976.
  8. Sentinela aerului / Οι φρουροί των ανέμων (ποίηση) του Βιρτζίλ Τεοντορέσκου / Virgil Teodorescu, εκδόσεις: Δωρικός, σελ. 49, Αθήνα 1976.
  9. Un om in Agora / Ένας άνθρωπος στην αγορά (ποίηση) του Ντουμήτρου Ποπέσκου / Dumitru Popescu, εκδόσεις: Δωρικός, σελ. 47, Αθήνα 1976.
  10. Ρουμάνοι Πεζογράφοι και ποιητές, πρόλογος: Ion Brad, εκδόσεις: Δωρικός, σελ. 246, Αθήνα 1978.
  11. Ανθολογία βαλκανικού διηγήματος, εκδόσεις: Νίκος Βότσης, σελ. 414, Αθήνα 1981.
  12. Casa cu neguri / Το σπίτι της ομίχλης (μυθιστόρημα) του Κονσταντίν Τεοντόρ / Constantin Theodor, εκδόσεις: Δωρικός, σελ. 219, Αθήνα 1984.
   Συμπερασματικά, η περίοδος της πολιτικής προσφυγιάς υπήρξε ιδιαίτερα δημιουργική για τον Μενέλαο Λουντέμη. Πολλά βιβλία του γράφτηκαν όταν ο συγγραφέας έζησε ως εξόριστος στο Βουκουρέστι, αρκετά απ’ αυτά μεταφράστηκαν κυρίως στις λεγόμενες “σοσιαλιστικές χώρες”, ο ίδιος αγαπήθηκε από τους Ρουμάνους μα κι έγινε γνωστός σ’ ένα διεθνές κοινό που εκτίμησε την αμεσότητα και τον λυρισμό,  τη δύναμη και το ρεαλισμό της “πένας” του.

Χανιά, 10 Οκτωβρίου 2017

Μια αδημοσίευτη έως τώρα φωτογραφία: Ο Μενέλαος Λουντέμης (τρίτος από αριστερά) μαζί με φίλους του στο Βουκουρέστι. Δίπλα του διακρίνεται η μεταφράστρια πολλών έργων του στα ρουμανικά Dorina Anton-Talaz.
 Αναδημοσίευση από το blog "Τα πλοία άραξαν στην όχθη της καρδιάς μας"
 
Copyright © ΒΑΘΥ ΚΟΚΚΙΝΟ
Powered by Blogger