Home » , » Τα δικά μας παιδιά

Τα δικά μας παιδιά

Από ΒΑΘΥ ΚΟΚΚΙΝΟ , Τετάρτη 10 Φεβρουαρίου 2016 | 2:52 π.μ.

Γράφει η Ε. Χ.

Ραντεβού στις 4 στο σχολείο για μπάλα.
Πέντε –έξι πιτσιρικάδες, δέκα, έντεκα, το πολύ δώδεκα χρονών με μια μπάλα παραμάσχαλα μαζεύονται στην πόρτα του σχολείου. «Ρε μαλάκες που είναι οι άλλοι;» Σιγά σιγά καταφθάνουν και οι υπόλοιποι. Με κοντομάνικα και βερμούδες, κάποια μπουφάν δεμένα στη μέση, σιγά το κρύο Φλεβάρης μήνας, ποιος κρυώνει στο κάτω κάτω.

«Αντε ρε θα νυχτώσει και δεν θα βλέπουμε». Με ένα σάλτο πηδάν τα ψηλά κάγκελα του σχολείου. Παλιότερα είχανε βρει ένα κάπως στραβό και τρυπώναν από κει στο προαύλιο. Μεγάλωσαν όμως πια και την τελευταία φορά κάποιος σφήνωσε, με χίλια σπρωξίματα και βρισιές τον ξεκόλλησαν.
«Άσε ρε μη μας δει κανένα μάτι και μας περάσει για φλώρια που σφηνωνόμαστε ανάμεσα στα κάγκελα, έλα ρε πηδήξε….κότες όποιος φοβάται δεν θα ξαναπαίξει μπάλα». Η παραίνεση καταλυτική. Ποιος τολμάει να μείνει πίσω και να τον λένε οι άλλοι «κότα»; Ο ανδρισμός τους σε αυτή την ηλικία φουντώνει μαζί με το χνούδι στο πάνω χείλος του προσώπου τους. Άσε που η μπάλα τις Κυριακές στη σχολική αυλή είναι θεσμός εδώ και δεκαετίες για την μικρή κοινωνία των παιδιών στη γειτονιά.

Οι μανάδες το ξέρουν δεν ανησυχούν. Ξέρουν ότι με ένα σάλτο οι πιο νευρώδεις είναι στη μέσα μεριά, αλλά και τους άλλους δεν θα τους αφήσουν απ΄έξω, κάποιος θα τραβήξει, κάποιος θα βάλει πλάτη και όλη η ομάδα θα βρεθεί στην τσιμεντένια αυλή.

Οι ομάδες χωρίζονται αμέσως. Ο Κωστής, ο Παύλος, ο Αρτάν, ο Θοδωρής και ο Μάριος από τη μία και ο Ασίφ, ο Νικολάι, ο Σπύρος, ο Μάκης και ο Μιχαλάκης από την άλλη. Οι κανόνες γνωστοί, πουστιές δεν «παίζουν» εδώ με τίποτα. Η μπέσα αν και άγνωστη σαν λέξη για τους περισσότερους γνώριμη σαν έννοια σε όλους.
Δυο και δυο πέτρες για τέρματα και ο αγώνας αρχίζει.
Βρισιές, κλωτσιές, πεσίματα. Ο ιδρώτας τρέχει συμπαρασύροντας τις προεφηβικές ορμόνες. Το ξεκάβλωμα είναι αυτό ακριβώς το κυριακάτικο παιχνίδι.

«Δώσε μπάλα ρε κουτσέ» «Κοίτα ρε έναν παπάρα που έβαλε ανάποδα τα παπούτσια σήμερα» «που ναι η μπάλα οέο που ναι η μπάλα, που ναι η μπάλαααα» και ο αγώνας συνεχίζεται έτσι όπως τον μάθαν από τον πατέρα τους ή ακόμα και από τον παππού τους που τους έλεγε ιστορίες για τον Δομάζο και τον Κούδα. Εκεί στο τσιμέντο του σχολείου χωρίς κανένα τους να λογαριάζει τη καταπόνηση των πελμάτων και τα σακατεμένα καλάμια.

«Γαμώ το νύχτωσε» «ποιος ακούει τη μάνα μου που θα πάω πάλι με σκισμένη φανέλα» «έλα ρε βλάκα πες της ότι σου πιάστηκε στα κάγκελα» «μη ξεστήνεις τις πέτρες να ρθουμε αύριο πρωί πρωί να βαρέσουμε κανένα σουτάκι» «ωραία αύριο 8 παρά 20 να είστε εδώ» «άντε ρε καλό βράδυ την φάγατε πάλι απόψε κότες».

Η πιτσιρικάδα κλωτσώντας την μπάλα μαζεύεται στο σπίτι. Είναι τα παιδιά της γειτονιάς που ξέρεις τη μάνα τους, που σε καλημερίζουν ντροπαλά όταν σε δουν στον δρόμο, που βοηθάν τον πατέρα τους τα πρωινά του Σαββάτου να πλύνει με το λάστιχο το αμάξι, που πάνε στον φούρνο για ψωμί, που ξετσουμίζουν σιγά σιγά και όταν είναι 2-3 μαζί σφυράνε και σε καμιά κοπελιά στο δρόμο και ας είναι πιο μεγάλη.

Είναι τα δικά μας παιδιά.
Μοιράσου το :

Δημοσίευση σχολίου

 
Copyright © ΒΑΘΥ ΚΟΚΚΙΝΟ
Powered by Blogger