Home » , » Η "Αγία Οικογένεια" του Ασημάκη Πανσέληνου & άλλα ποιήματά του

Η "Αγία Οικογένεια" του Ασημάκη Πανσέληνου & άλλα ποιήματά του

Από Δημήτρης Δαμασκηνός , Σάββατο 17 Σεπτεμβρίου 2016 | 7:04 μ.μ.

Από αριστερά, Ασημάκης Πανσέληνος, 
Αλέκος Α. Χρυσούλα και Κρίτων Ελ., 
Έφη Πανσελήνου.
[...] Ο συντοπίτης του Κ(ώστα) Κοντού Ασημάκης Πανσέληνος (γεννήθηκε στη Μυτιλήνη το 1905) είναι ποιητής με άλλη κατεύθυνση. Ανήκει στην παράταξη των πρωτοποριακών, που είναι συνεπαρμένοι από το κοινωνικό πρόβλημα και τη σοσιαλιστική ιδεολογία. Το επάγγελμα του είναι δικηγόρος, αλλά τις «ώρες της σχόλης» του έγραφε ποιήματα, δοκίμια και κριτικές. "Αν δεν κάνω λάθος, πρωτοεμφανίστηκε στους «Πρωτοπόρους». Έχει στιχουργική ευχέρεια. Το ξεχωριστό στην ποίηση του είναι η ειρωνεία και κάποτε ο σαρκασμός. Ξεσηκώνω ένα από τα πρώτα του τραγούδια, που το επιγράφει «Αγία Οικογένεια»:

ΑΓΙΑ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ

Μέσα στο σπίτι λάμπει αποσπερίτης
η μάνα μου, παλιά νοικοκυρά.
Είναι ο μπαμπάς φιλόνομος πολίτης
κι' έχει παρά με φούντα και ουρά.


Δε βγαίνει από το σπίτι πριν τις δέκα
κι' έχει υποθέσεις πάντα σοβαρές,
κι' όταν το φέρει ο λόγος για γυναίκα,
έχει και λίγο αρχές αριστερές.
(Μα σαν ακούει την λέξη «μπολσεβίκοι»
σηκώνονται του οι τρίχες από φρίκη).


Στην αρετή του πάντα είναι ρολόι
και για το σπίτι κάνει σαν τρελλός,
γιατί έτσι κάνουν οι άνθρωποι από σόι,
γιατί έτσι κάνει ο κόσμος ο καλός. 


Μα κάποτε τον ζώνουν κι' οι διάβολοι
κι' η μάνα μου - να φύγη η γρουσουζιά,
παίρνει από του μπαμπά το πορτοφόλι
κι' ανάβει ένα κερί στην Παναγιά
«Συ πουσαι απ' τους άγιους όλους πρώτη
στον ίσιο δρόμο φέρ' τον Παναγιώτη!» 


Την Κυριακή σα βγούμε στο σεργιάνι,
μπράτσο ο μπαμπάς τη μάνα μου κράτα·
δίνει δεκάρες κι' εύχονται οι ζητιάνοι
κι' ό κόσμος ο καλός μας χαιρετά! 


Στο παραπάνω ποίημα του ο Πανσέληνος σατιρίζει τα «κατά συνθήκην» ψευδή της αστικής οικογένειας. Να και ένα άλλο αντιπολεμικό. Ο τίτλος του είναι «Χριστιανικό»: 


ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟ

Τα σπίτια μου, τα ζα μου, τα παιδιά μου
νάναι καλά, - κι' ο πόλεμος ας βράζει!
Αφού σου καίω καντήλι μ' έξοδα μου,
πως πίνω ξένο αίμα τι πειράζει;
Πλερώνω στην πατρίδα μου για νάχει
κανόνια και στρατό - πράματα δίκια,
και για όσους σακατεύονται στη μάχη
πλερώνω κι' αγοράζουν δεκανίκια!
Θεέ μου, εσύ πού παίρνεις δίχως κόπο
της χήρας της φτωχής τον οβολό,
δώσε να ζήσω ανέγνοια κάποιο τρόπο,
και πάστρεψε τον άγιο μας τον τόπο
από καθένα ανήσυχο μυαλό!
-Για το φτωχό, καθένας μας το ξέρει,
η σκέψη είν' επικίντυνο μαχαίρι! 


Γιάννης Κορδάτος, Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, τ. 2, Επικαιρότητα, Αθήνα, 1983, σελ. 671- 672.


    Ο Πανσέληνος (1903-1984), θα γράψει σε κάποια ανάρτησή του ο Νίκος Σαραντάκος (βλ. Εφτά ποιήματα του Ασημάκη Πανσέληνου) ήταν παλιός φίλος με τον παππού και τη γιαγιά μου, ακόμα από τη Μυτιλήνη· τον είχα γνωρίσει κι εγώ, μάλιστα έχω ένα βιβλίο του με αφιέρωση, που μου το έστειλε λίγους μήνες πριν πεθάνει σε αντιχάρισμα του πρώτου μου βιβλίου που του είχα στείλει.
   
ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΕΙΟΝ

Πάνω στην ξύλινη έδρα καθισμένοι,
μια γνώμη, μια καρδιά ευχαριστημένη,-
τρεις ομοιόμορφοι, ήσυχοι ανθρωπάκοι
κι ο εισαγγελέας, με Φαίρμπανξ μουστακάκι!


Ένας εργάτης κάθεται στον μπάγκο,
από ένα σπάγγο κρέμεται ο Χριστός
κι απ’ το Χριστό κρεμιέται, δίχως σπάγγο,
το Καθεστώς!


«Εσύ ήσουν αρχηγός στην απεργία;»
«Αυτό για μένα θα ήτανε τιμή».
«Και τι σας φταίει το Κράτος κι η Θρησκεία»;
«Βοηθούν όσους μας κλέβουν το ψωμί»!


Ο πρόεδρος είναι μάνα στη δουλειά του
κι είναι αυστηρός στα ήθη και στους τρόπους,
κοιτάει το νόμο μέσα απ’ τα γιαλιά του
και μέσα από το νόμο τους ανθρώπους.

Ο Ασημάκης Πανσέληνος (δεξιά) 
με το φίλο του Αλέκο Α. στη Μυτιλήνη, 
σε ηλικία 26 ετών . 
“Ναβάγια της ζωής” 
έχει γράψει αυτοσαρκαστικά 
στο πίσω μέρος της φωτογραφίας, 
σε προκλητική «μαλλιαρή»

«Δυο χρόνια φυλακή και δυο εξορία»!
Και τον ακούει ο εργάτης καθιστός,
κλαίει μια γριούλα με ήμερη πικρία,
μειδιά κάτου απ’ τη σκόνη του ο Χριστός,


Πάνω στην ξύλινη έδρα καθισμένοι,
μια γνώμη, μια καρδιά ευχαριστημένη,
δικάζουνε τον κλέφτη, τον αλήτη
κι απέ παίρνουν το τραμ και πάνε σπίτι.


Τρων και μιλάν για το Άδικο με πάθος,
διδάσκουν τα παιδιά τους ηθική,
βέβαιοι αυτοί πως είναι κατά βάθος,
πιο τίμιοι απ’ όσους κλειουν στη φυλακή.


Φαίρμπανξ μουστακάκι: σαν του διάσημου ηθοποιού Ντούγκλας Φέρμπανκς, λεπτότριχο και μακρύ· ή, ντούγκλας το μουστάκι, που λέει και το τραγούδι του Καπετανάκη.

ΣΤΡΑΤΑΡΧΗΣ ΕΝ ΜΕΓΑΛΗ ΣΤΟΛΗ
ΜΕΤΑ ΣΤΡΑΤΑΡΧΙΚΗΣ ΡΑΒΔΟΥ



Κατά προτίμηση Γερμανός

Μοιάζει στο βλέμμα του όρνιο παλαβό,
με το δεξί του χέρι απά στη ζώνη,
ενώ με τ’ άλλο χέρι το ζερβό
κρατά ένα μαραφέτι σαν τρομπόνι.


Κορδόνια, αστέρια και σταυροί μαζί,
η δόξα του είναι δάφνη από τιρτίρι,
το στήθος του είναι υπαίθριο μαγαζί,
στο τραγικό της ζωής μας πανηγύρι.


Γυναίκειο σκέρτσο, αντρίκια γρουσουζιά
και το μουστάκι του αρειμάνιο τόξο
κι αν του ’χε δώσει η φύση και βυζιά,
θα τα ’βγαζε απ’ τ’ αμπέχονό του απόξω.


Με τέτοια ωραία ρούχα που φορεί,
το μεγαλείο η ύπαρξή του στάζει,
κανείς που τον κοιτάει δεν απορεί
πως έχει το δικαίωμα να μας σφάξει.


Να κόβει εμάς και να ψηλώνει εκείνος
να κάνει τη ζωή μας ρημαδιό.
Ρωτιέσαι αν είναι θεός ή αν είναι κτήνος
και σκέφτεσαι πως είναι και τα δυο.


τιρτίρι: επίχρυσο ελικοειδές σύρμα που χρησιμοποιείται σε κεντήματα, παράσημα κτλ.

ΕΞΩΣΙΣ ΔΥΣΤΡΟΠΟΥΝΤΟΣ ΜΙΣΘΩΤΟΥ

Δεν είναι παγωνιά δεν είναι ζέστα,
είναι μονάχα της καρδιάς το ψύχος
κι οι δικαστές κι οι νόμοι και τα ρέστα
χωρίζονται απ’ τον άνθρωπο με τείχος


κι όπου ζωή σημαίνει απανθρωπία,
ο νόμος λέει τη φτώχεια «δυστροπία».


Παράτα τη ζωή και δες το νόμο·
ήρθε ο κλητήρας με ρυθμό γοργό
και της πετάει τα πράματα στο δρόμο
-χρωστούσε πέντε νοίκια η Μαριγώ-


τα φίδια έχουν φωλιές, τ’ αγρίμια, οι λύκοι
κι οι άνθρωποι έχουν σπίτια με το νοίκι.


Χειμερινή λιακάδα του Φλεβάρη
κι ο κόσμος ζει σ’ αιώνια αποκριά
όσο που να ’ρθει ο μπόγιας να την πάρει
σ’ έν’ άσυλο, νετάρισε η γριά,


η γριά μέσα στο βιος που της ανήκει
μια χύτρα, μια στρωμνή κι ένα καθίκι.



Ασημάκης Πανσέληνος (1903-1984)
Χειμερινή λιακάδα του Φλεβάρη
και σκα η ζωή και στο ξερό κλωνάρι,

σκέπει τα πάντα ελληνική πληρότης,
κοιμάται η γριά σε στρώμα μαλακό


κι η Άνοιξη κουνάει τον πισινό της
σαν παραστρατημένο θηλυκό.


ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΙΚΟ ΜΑΤΣ

Εικοσιδυό λεβέντες και μια μπάλα
τις ώρες της δουλειάς και της σχολής μας
με ιδανικά τις γέμισαν μεγάλα,
να φτιάξουν, λέει, το μέλλον της φυλής μας.
Πόδια στραβά, στραβά μυαλά και χέρια,
κωλοπηδούν να πιάσουνε τ’ αστέρια!


Ορμούν, χτυπούν και κουτουλούν σα βόδια,
να βρουν το νόημα της ζωής στην πάλη,
όλο τους το μυαλό πήγε στα πόδια
και λες κλοτσούν πια τ’ άδειο τους κεφάλι
και ζουν κι αυτοί κι ο λαός μια καταδίκη
ανάμεσο στην ήττα και στη νίκη.


Νοικοκυραίοι φτωχοί μαγαζατόροι
κινούν νωρίς τ’ απόγεμα σα λύκοι,
της ζωής οι νικημένοι με το ζόρι
της νίκης ν’ απολάψουν τ’ αλκολίκι
και κλειουν σ’ ενός μαντράχαλου τα σκέλια
του κόσμου την αρχή και τη συντέλεια.


Κι ύστερα χουγιαχτό, βουή και χτύπος
και δεν έχει προβλήματα η ζωή,
καλά που ’ναι κι ελεύτερος ο τύπος,
για να μαθαίνει ο κόσμος το πρωί
πόσο κλοτσάει με νόηση ένα χαϊβάνι
κι η Λίζα η Τέιλορ έρωτα πώς κάνει.


Στείρα καρδιά και δύναμη τυφλή,
παράγουν ήρωες μαζικά στους τόπους,
ω κι αν βρισκόταν δυο άνθρωποι δειλοί,
να σώσουν απ’ τους ήρωες τους ανθρώπους
που ζουν σ’ ενός πολέμου μες στη δίνη,
για να ξεσυνηθίζουν την Ειρήνη.


Κι ω να βρισκόταν και στον κόσμο μια άκρη
που η χλαλοή του ματς να μην τη σκιάζει
να υπάρχει μια χαρά και μες στο δάκρυ
κι ένας καημός στων κοριτσιών το νάζι,
της Κυριακής χρυσή να πέφτει η εσπέρα
χωρίς κραυγή πολέμου και φοβέρα.


ΕΝΤΙΜΟΣ ΒΙΟΣ

Αμέριμνη η ζωή του νοικοκύρη,
δεν κάνει τούμπες, δεν έχει φτερά
και κάποτε σκυμμένος στο ποτήρι,
στο σκύψιμο γυρεύει τη χαρά.


Μοχτάει σκληρά και δε σηκώνει μύτη
και οικονομάει το χρήμα του σοφά,
στα εξήντα του αγοράζει κάποιο σπίτι
και μπαίνει μες στο σπίτι και ψοφά.


ΠΑΙΔΙΚΕΣ ΦΥΛΑΚΕΣ

Στην Κηφισιά, πριν μπεις, είναι μια βίλα
με σύρμα αγκαθωτό, δεντρά και χλόη.
Μέσα της κλειουν παιδάκια εγκληματίες
και τα φρουρούν μαντράχαλοι αθώοι.


Σ’ ΕΝΑ ΠΑΙΔΑΚΙ

Στον Αλέξη

Παιδί μου, αυτές τις μέρες που γεννήθηκες,
κόλαση η ανθρωπότητα είναι κρύα,
λιωμένο ατσάλι βρέχει στον πλανήτη μας
κι οι άνθρωποι ντροπιάζουν τα θηρία.


Έτσι μπορεί μια μέρα κι ο πατέρας σου
πριν σε χαρεί και πριν τον αγαπήσεις,
μ’ έν’ αναμμένο βόλι μες στα στήθια του
να μη σου μείνει ουδέ στις αναμνήσεις.


Η ελευθερία κυβέρνησε τη μοίρα του,
αυτή που ζωογονεί και θανατώνει,
δεν έκανε κακό, μονάχα μίλησε,
που έχει μιλήσει λίγο μετανιώνει.


Ήταν στο βάθος άνθρωπος αδύνατος
και μέθαγε στο πιο εύκολο μεθύσι,
πολλά μπορούσε, τίποτα δεν έκανε
κι έζησε περιμένοντας να ζήσει.


Μα εσύ να ζήσεις άξια και περήφανα
να ζεις και για τη ζωή να μη σε νοιάζει,
μονάχα ό,τι πληρώνεται με θάνατο,
μονάχα αυτό σε ζει και σ’ ανεβάζει.


(1943)

Δείτε ακόμα

  
Μοιράσου το :

Δημοσίευση σχολίου

 
Copyright © ΒΑΘΥ ΚΟΚΚΙΝΟ
Powered by Blogger