Ένας χρόνος λεηλασίας μέσω Μνημονίου

Από giorgis , Σάββατο 30 Απριλίου 2011 | 11:15 μ.μ.

Αξέχαστο θα μείνει το διάγγελμα του Γιώργου Παπανδρέου, από το μακρινό Καστελόριζο, με το οποίο ανακοίνωνε την προσφυγή στο μηχανισμό ΕΕ - ΔΝΤ, μιλώντας για μια νέα Οδύσσεια τον ελληνικού λαού.
Βεβαίως, στη σύχρονη Οδύσσεια, κατά Γιώργο, την Ιθάκη την έχουν ήδη κουρσέψει οι «μνηστήρες», είτε πρόκειται για τους τραπεζίτες (στους οποίους πήγαν με τη μορφή ενισχύσεων και εγγυήσεων τα 108 από τα 110 δισ. τον δανείου της τρόικας) είτε για τους μεγαλοεπιχειρηματίες (που είδαν να μειώνεται το 2010 η φορολογία των κερδών τους στο 20% από 24%).

Η Οδύσσεια του Γιώργου πιο πολύ μοιάζει με αμερικανικό κόμικ, όπου ο άτυχος ήρωας (στην περίπτωση μας ο ελληνικός λαός) έχει αλλεπάλληλα και ασταμάτητα ατυχήματα... Η πολιτική του Μνημονίου εξελίσσεται σε ανεξέλεγκτη περιδίνηση, όπου η εργαζόμενη κοινωνία βυθίζεται ολοένα και πιο κάτω. Κι όμως, δεν πρόκειται για λάθος. Η πολιτική αυτή είναι μια συνειδητή επιλογή των αστικών δυνάμεων για να ξεπεράσουν την ιστορικών διαστάσεων κρίση τον καπιταλιστικού συστήματος. Όσο πιο βαθιά είναι η κρίση, τόσο πιο βαθιά θέλουν να θάψουν τα εργατικά δικαιώματα.

Στις 31 Αυγούστου του 2009, σαράντα μέρες πριν από τις βουλευτικές εκλογές του Οκτώβρη, ο διευθυντής του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, ο γνωστός -από τις παρομοιώσεις του Γεώργιου Παπαδόπουλου- «γιατρός» Ντομινίκ Στρος Καν, έλεγε σε συνέντευξη του στην Καθημερινή, ότι η Ελλάδα πρέπει να θέσει στόχο για «χαμηλότερο κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος και υψηλότερο ποσοστό απασχόλησης».
Μάλιστα, πρότεινε και τον τρόπο, οριοθετώντας και την αντίδραση της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας, αλλά και την κυβέρνηση που θα ήταν πιο κατάλληλη για κάτι τέτοιο: «Πιθανώς με την υποστήριξη μιας τρίμερους συμφωνίας μεταξύ εργοδοτών, συνδικαλιστικών ενώσεων και δημοσίου τομέα».

Εμείς στο Πριν λέγαμε από τις 6 Σεπτέμβρη του 2009 ότι το χρίσμα του κεφαλαίου πήγε στο ΠΑΣΟΚ, για να κάνει την πιο βρόμικη δουλειά των τελευταίων δεκαετιών. Το Γενάρη του 2011, ο ίδιος ο Στρος Καν αποκάλυψε ότι από τα τέλη του 2009, ο νεοεκλεγμένος πρωθυπουργός Γ. Παπανδρέου είχε ξεκινήσει επαφές με το ΔΝΤ για ένα πιθανό πρόγραμμα «διάσωσης», παρότι ορκιζόταν για το αντίθετο.

Ο ελληνικός λαός αντιμετωπίζει ένα από τα πιο σκληρά, αν όχι το σκληρότερο, πρόγραμμα αστικής απάντησης στην κρίση τον συστήματος. Κορωνίδα αυτόν τον προγράμματος είναι το Μνημόνιο (1,2,3,4) και τα υπόλοιπα που έρχονται. Αλλά παρόμοιες επιθέσεις αντιμετωπίζουν όλοι οι εργαζόμενοι σε όλη την Ευρώπη και όχι μόνο. Ποιος θα περίμενε για παράδειγμα ότι στην Γερμανία 7,3 εκατομμύρια άτομα εργάζονται για λιγότερα από 400 ευρώ το μήνα! Η συγκεκριμένη κατηγορία έχει αυξηθεί κατά 1,6 εκατ. από το 2003... Το πρόβλημα λοιπόν είναι ο καπιταλισμός και όχι απλά το Μνημόνιο. Το οποίο μπορεί να ανατραπεί μόνο από αντικαπιταλιστική σκοπιά.

Ένας χρόνος λεηλασίας μέσω Μνημονίου 

Ενας χρόνος συμπληρώνεται από την 6η Μάη του 2010, ημέρα που η Βουλή επικύρωσε την επομένη της συγκλονιστικής και τεράστιας απεργιακής διαδήλωσης της 5ης Μάη και της προβοκάτσιας της Μαρφίν, το Μνημόνιο της Ελλάδας με την Ευρωπαϊκή Ένωση, το ΔΝΤ και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.
Επρόκειτο για ένα κοινοβουλευτικό πραξικόπημα, καθώς μέσα σε μερικές ώρες οι πρόθυμοι βουλευτές (η κοινοβουλευτική ομάδα του ΠΑΣΟΚ πλην Σ. Σακοράφα, Β. Οικονόμου και Γ. Δημαρά, τα «μπουμπούκια» του ΛΑΟΣ και η «έτοιμη για όλα» Ντόρα) ψήφισαν ένα κείμενο στα Αγγλικά (!), το οποίο κατεδάφιζε κοινωνικές κατακτήσεις δεκαετιών. Ένα κοινοβουλευτικό πραξικόπημα, γιατί ακόμα και στο πλαίσιο των κανόνων της αστικής τους δημοκρατίας και του Συντάγματος, η συγκεκριμένη δανειακή σύμβαση θα έπρεπε να υπέρψηφισθεί από 180 βουλευτές και όχι με απλή πλειοψηφία των 151.

Οι 12 μήνες που πέρασαν από τότε, μαζί με όσα είχαν προηγηθεί το πρώτο τετράμηνο του 2010 όταν η κυβέρνηση του Γ. Παπανδρέου άρχισε την επίθεση στα λαϊκά εισοδήματα για να αντιμετωπίσει δήθεν το δημόσιο χρέος με το Πρόγραμμα Σταθερότητας και Ανάπτυξης που συμφώνησε με τις Βρυξέλλες, μπορούν να χαρακτηρισθούν ως μια περίοδος λεηλασίας του εργατικού μόχθου και κοινωνικής καταστροφής.
Ποτέ άλλοτε, μεταπολεμικά τουλάχιστον, δεν είχε σημειωθεί μια τόσο απότομη και τόσο επώδυνη καθίζηση του βιοτικού επιπέδου, των συνθηκών ζωής και της προοπτικής των εργαζομένων, της νεολαίας, των αυτοαπασχολουμένων, των φτωχών αγροτών, των συνταξιούχων. Ποτέ άλλοτε, η εργοδοσία και το κεφάλαιο δεν είχαν τόση μεγάλη επιθετικότητα, αλλά και λυμένα τα χέρια να επιτεθούν στα δικαιώματα των εργαζομένων, στο πλαίσιο του Μνημονίου και της κρίσης. Ποτέ
άλλοτε δεν έγινε μια τόσο μεγάλη ανακατανομή πλούτου και δεν ψηφίστηκαν τόσοι αντεργατικοί νόμοι.


Αλλά ας δούμε πιο συγκεκριμένα την εικόνα:

Η πρώτη βασική επιδίωξη της «χούντας» κυβέρνησης, ΕΕ, ΔΝΤ και κεφαλαίου ήταν να φτηνύνει δραματικά η εργατική δύναμη, να πέσει η αξία της εργασίας, να περικοπούν μισθοί, μεροκάματα και συντάξεις. Ο πραγματικός λόγος είναι διπλός: Αφενός για να αυξηθεί η κερδοφορία του κεφαλαίου, να αυξηθεί η απόσπαση υπεραξίας, να αντιστραφεί η πτωτική τάση του μέσου ποσοστού κέρδους (που είναι και η βασική αιτία της καπιταλιστικής κρίσης, που μαστίζει όλον τον ανεπτυγμένο καπιταλιστικό κόσμο). Γι' αυτό και οι μειώσεις μισθών κυριάρχησαν και στον ιδιωτικό τομέα, ο οποίος δεν έχει σχέση με το κρατικό έλλειμμα και το χρέος. Μάλιστα, η τρόικα επέμεινε (και η κυβέρνηση πέρασε νόμο) για τη θεσμοθέτηση των επιχειρησιακών συμβάσεων, οι οποίες θα υποσκάπτουν τις κλαδικές συλλογικές συμβάσεις και θα ανοίγουν το δρόμο για τη διάλυση συνολικά των συλλογικών διαπραγματεύσεων και την επικράτηση των ατομικών συμβάσεων δουλεμπορίου, των 600 ευρώ.

Το δεύτερο σκέλος αφορά τη μείωση των μισθών στο δημόσιο τομέα και στις ΔΕΚΟ. Εδώ έχουμε απευθείας μεταφορά των εισοδημάτων στους τραπεζίτες - τοκογλύφους, αλλά και συνολικότερα επιβολή πιο φτηνής εργασίας, μήνυμα και προς τον ιδιωτικό τομέα, αλλά διευκόλυνση του κράτους - συλλογικού καπιταλιστή (στο σκληρό δημόσιο τομέα) και των ιδιωτών που ήδη έχουν εισβάλλει στις ΔΕΚΟ (και επιδιώκουν να τις αγοράσουν πλήρως).

Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδας, εντός του 2010 οι δημόσιοι υπάλληλοι έχασαν το 13,5% των αποδοχών τους, οι εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα 14%, ενώ μειώθηκαν κατά 11,3% και οι συντάξεις. Οι υπολογισμοί αυτοί πάντως εκτιμώνται ως ιδιαίτερα μετριοπαθείς, καθώς στο Δημόσιο και ειδικά στις ΔΕΚΟ οι μειώσεις ξεπερνούν σε πολλές περιπτώσεις και το 20%-25%, ενώ στον ιδιωτικό τομέα οι περικοπές είναι δραματικές και σε μεγάλο βαθμό ανεξέλεγκτες, χωρίς να έχουν καταγραφεί από κανέναν, καθώς βασιλεύει η ασυδοσία του κεφαλαίου.

Το ΙΝΕ της ΓΣΕΕ είχε εκτιμήσει τον Σεπτέμβριο του 2010 ότι οι πραγματικές αποδοχές των εργαζομένων κατρακυλούν σε επίπεδα 1984. Η αφαίμαξη πάντως είναι τρομερή. Σύμφωνα με τα στοιχεία του κρατικού προϋπολογισμού, μόνο από το τσεκούρωμα του 13ου και 14ου μισθού στο Δημόσιο, το κράτος εξοικονόμησε εντός του 2010 1,1 δισ., ενώ από το άθλιο και ανήθικο χαράτσι στις συντάξεις 1,5 δισ. ευρώ.

Πού πήγαν αυτά τα λεφτά και άλλα πολλά που αρπάχτηκαν κυριολεκτικά από το λαό; Το 2010 το ελληνικό κράτος κατέβαλλε για την εξυπηρέτηση του χρέους και των «πιστωτών του» το ποσό των 55,4 δισ. ευρώ, δηλαδή το 24% του ΑΕΠ της χώρας!
Η επίθεση κυβέρνησης και κεφαλαίου στους μισθούς έχει μόνιμα χαρακτηριστικά κι επιδιώκεται να παγιωθεί και να θεσμοποιηθεί.
Σε αυτή την κατεύθυνση ψηφίστηκαν τα εξής μέτρα: Κατάργηση ουσιαστικά του 13ου και 14ου μισθού στο Δημόσιο και αντικατάσταση του -στα χαμηλά κλιμάκια- με ένα ψευτοεπίδομα, επιχειρησιακές συμβάσεις και απαγόρευση αυξήσεων, μείωση προσαυξήσεων σε περίπτωση υπέρβασης ωραρίου εργασίας, συμβάσεις μαθητείας με αμοιβή ακόμα και κάτω από τον κατώτερο μισθό της εθνικής συλλογικής σύμβασης, «δοκιμαστική περίοδος» 12 μηνών, επέκταση των περιόδων για συμβάσεις ορισμένου χρόνου και εκ περιτροπής εργασία κ.λπ.

Η τρομοκρατία στους χώρους δουλειάς διευκολύνεται και από τη γιγάντωση του εφεδρικού στρατού εργασίας, τη γιγάντωση της θλιβερής και οργισμένης στρατιάς των ανέργων.
Σύμφωνα με την Ελληνική Στατιστική Αρχή, η ανεργία τον Γενάρη του '11 πέτάξε στο 15,1%, με πάνω από 750.000 ανέργους. Μόλις 206.000 απ' αυτούς λαμβάνουν το άθλιο επίδομα των 450 ευρώ, το οποίο θέλουν να περικόψουν κιόλας! Στην πραγματικότητα, οι άνεργοι πρέπει να ξεπερνούν το 1.000.000 και η ανεργία το 20%, με τα ποσοστά της να θερίζουν όνειρα και ελπίδες στο χώρο της νεολαίας. Ακόμα και με τα στοιχεία της ΕΛΛΣΤΑΤ, πάνω από 230.000 άτομα προστέθηκαν στη μαύρη λίστα των ανέργων, κάνοντας πλέον την ανεργία τρομερό κοινωνικό πρόβλημα, που υπάρχει σχεδόν σε κάθε σπίτι.

Το Μνημόνιο κυβέρνησης - τρόικας έκανε ό,τι μπορούσε για να αυξήσει τον αριθμό των ανέργων, αφού διευκόλυνε τις απολύσεις και ενίσχυσε την ύφεση, αυξάνοντας τα λουκέτα στην αγορά (τα οποία υπολογίζονται να φτάσουν τη διετία 2010-11 στις 300.000!). Όσον αφορά τις απολύσεις, επέβαλλε δραστικό περιορισμό των αποζημιώσεων σε περίπτωση «προειδοποίησης», καταβολή τους σε δόσεις και αύξηση του ορίου (για τις μεγάλες επιχειρήσεις από 2% τον μήνα σε 5%).

Δεν γλίτωσαν από το μαχαίρι κυβέρνησης και τρόικας ούτε οι συνταξιούχοι, αφού επιβλήθηκε η κατάργηση 13ης και 14ης σύνταξης, αυξήθηκαν τα χρόνια εργασίας για πλήρη σύνταξη στα 40 (!), ενώ μειώθηκαν κατά πολύ οι μηνιαίες συντάξεις με το νέο τρόπο υπολογισμού. Το Μνημόνιο έχει επιβάλει νέες «αναλογιστικές μελέτες» για να προχωρήσουν και άλλα αντιασφαλιστιπά μέτρα, ενώ η ΕΕ προωθεί σύνταξη στα 67.
Κι όλα αυτά με πληθωρισμό 4,7% το 2010 (έναντι στόχου του Μνημονίου 1,9%), ενώ τον Μάρτιο του '11 έτρεχε με 4,5%. Η φοροεπιδρομή της κυβέρνησης και μάλιστα σε είδη ευρείας και καθημερινής κατανάλωσης από το λαό, όπως η βενζίνη, η αύξηση του ΦΠΑ στο 23% και στο 13% για τη χαμηλή κλίμακα, έχουν απογειώσει τον πραγματικό πληθωρισμό που αντιμετωπίζει η εργατική οικογένεια.

Από την επιπλέον φοροαφαίμαξη των εργαζομένων και του λαού υπολογίζεται ότι συγκεντρώθηκαν δυο δισ'. ευρώ επιπλέον το 2010.
Ταυτόχρονα, ενώ ο λαός, μέσα σε αυτό το σκηνικό κατάρρευσης των εισοδημάτων του και πολλαπλασιασμού των δυσκολιών, έχει ολοένα και μεγαλύτερη ανάγκη τις κοινωνικές υπηρεσίες και υποδομές, τη δημόσια δωρεάν ποιοτική υγεία, παιδεία, πρόνοια, συγκοινωνία, πολιτισμό κ.λπ., τα πεδία αυτά αντιμετωπίζουν τρομερές περικοπές και οδηγούνται σε παρακμή, υποβάθμιση και ξεπούλημα, ενώ τα εισιτήρια των συγκοινωνιών αυξήθηκαν (στην Αθήνα η αύξηση φτάνει το 40% και στα τρένα ακόμα και το 50%!). Οι κοινωνικές δαπάνες του κράτους μειώθηκαν κατά 3,5 δισ. ευρώ το 2010, ενώ το γενικό σύνθημα της κυβέρνησης είναι «συγχωνεύσεις παντού», δηλαδή κλεισίματα νοσοκομείων, σχολείων, κοινωνικών υπηρεσιών. Όλα αυτά μαζί με περικοπές στα φάρμακα που διατίθενται και που οδηγούν ειδικά φτωχούς συνταξιούχους, που δεν μπορούν να πάρουν το
φάρμακο τους από το Ταμείο, στην απόγνωση.

Η εικόνα συμπληρώνεται από την ψυχιατρική κρίση, που ξεπετιέται πάνω στο βάλτο της κοινωνικής απόγνωσης. Σύμφωνα με στοιχεία του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων, η κατανάλωση αντικαταθλιπτικών φαρμάκων έχει αυξηθεί δραματικά, καθώς από τα 6,49 εκατομμύρια σκευάσματα (κουτάκια δηλαδή) που πωλήθηκαν το 2006, φτάσαμε στο 2010 στα 8,4 εκατομμύρια! Πάνω από ένα κουτάκι αντικαταθλιπτικά για κάθε ενήλικο Έλληνα... Όσο για τις αυτοκτονίες, αυτές φαίνεται μέσα στο 2010 να διπλασιάστηκαν (!), αφού από μία την ημέρα καταγεγραμμένη σε πανελλαδική κλίμακα, φτάσαμε σε δυο την ημέρα. Βεβαίως, οι δημόσιες ψυχιατρικές δομές, για να υποδεχθούν την αυξημένη κοινωνική ανάγκη θεραπείας, υποβαθμίζονται τραγικά, σαν αποτέλεσμα του Μνημονίου και συνολικά της αστικής επίθεσης για την υπέρβαση της κρίσης σε βάρος των εργαζομένων.

Το Μνημόνιο απονομιμοποιείται σε όλο και πιο πλατιά στρώματα

Το Μνημόνιο απέτυχε! Η εκτίμηση αυτή (την οποία υιοθετεί και η ΝΔ, για να μη θίξει το σύστημα βαθύτερα από το Μνημόνιο) κυριαρχεί αυτή τη στιγμή στις συζητήσεις, ενώ εισχωρεί ακόμα και στα κυρίαρχα ΜΜΕ.
Διαμορφώνονται βέβαια γραμμές άμυνας από το κόμμα του Μνημονίου. Ο κωλοτούμπας Καρατζαφέρης δήλωσε ότι «δεν απέτυχε το Μνημόνιο, αλλά ο Γ. Παπανδρέου», προσπαθώντας λαχανιάζοντας να πάρει αποστάσεις για να αποφύγει τα θραύσματα.

Καθεστωτικά ΜΜΕ ισχυρίζονται ότι το Μνημόνιο δεν εφαρμόστηκε (!) γι' αυτό τα αποτελέσματα δεν είναι ικανοποιητικά. Φανταστείτε να είχε εφαρμοστεί κιόλας, τι θα είχε γίνει... Πραγματικά, εάν το Μνημόνιο κριθεί με βάση τους διακηρυγμένους στόχους του, με τους οποίους κυβέρνηση και τρόικα προσπαθούσαν να εξασφαλίσουν την ανοχή του ελληνικού λαού, είναι μια καραμπινάτη αποτυχία.

Καταρχήν, υποτίθεται ότι έγινε για να αποφευχθεί η χρεοκοπία της χώρας και να μπορέσει μετά από τριετή αποκλειστικό δανεισμό από την τρόικα, να «επιστρέψει στις αγορές»...
Εκατομμύρια εργαζόμενοι βλέπουν τώρα να προετοιμάζεται η αναδιάρθρωση του χρέους (δηλαδή η «ελεγχόμενη» (;) χρεοκοπία της χώρας), η τριετής περίοδος μνημονιακού στραγγαλισμού να γίνεται 10ετής, 20ετής ή για πάντα, μέσω του Συμφώνου για το Ευρώ, ενώ οι «αγορές» -με τα σπρεντ στις 1.200 μονάδες- να διψούν για αίμα.

Τα νούμερα είναι αμείλικτα: Το δημόσιο χρέος εκτινάχθηκε στα 328,5 δισ. ευρώ στο τέλος του 2010 από 289,6 στο τέλος του 2009, ή στο 142,8% του ΑΕΠ από 126,8% το 2009. Η οικονομία βυθίζεται σε μια πρωτοφανή για τις τελευταίες δεκαετίες ύφεση (-4,5% το 2010, με αρχικό στόχο -4%  -6,6% το τέταρτο τρίμηνο του 2010!).

Από 'κει και πέρα, συμβαίνουν αυτά που ο καθένας μπορούσε να εκτιμήσει από τον Μάη του 2010: Τα δημόσια έσοδα δεν μπορούν να ανακάμψουν, παρά τα φοροεισπρακτικά μέτρα, ενώ οι εισφορές στα ασφαλιστικά Ταμεία μειώνονται λόγω ανεργίας κι ελαστικών εργασιακών σχέσεων, την ώρα που τα έξοδα τους ανεβαίνουν, λόγω επιδομάτων ανεργίας, πρόωρης συνταξιοδότησης, δαπανών υγείας (γιατί ο κόσμος τα γράφει όλα τώρα στα Ταμεία κ.λπ.).
Έτσι, τα καθαρά έσοδα του κράτους αυξήθηκαν το 2010 μόλις 5,5%, έναντι στόχου αύξησης 13,7%. Το πρώτο τρίμηνο του 2011 έπεσαν 8% έναντι στόχου ανόδου 8,5%! Το αποτέλεσμα είναι να περικόπτονται κι άλλο οι δημόσιες δαπάνες για επενδύσεις, με αποτέλεσμα παραπέρα ενίσχυση της ύφεσης.

Το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων μειώθηκε το 2010 κατά 12% (ενώ το Μνημόνιο προέβλεπε 4%), ενώ το πρώτο τρίμηνο του 2011 καρατομήθηκε κατά 55%, ενώ υπάρχει δήθεν στόχος για αύξηση ετήσια 0,6%.
Μεγάλα ασφαλιστικά Ταμεία .(ΟΑΕΕ, ΙΚΑ) έχουν πάρει μέσα στο πρώτο τρίμηνο του 2011 το 42% και το 46% αντίστοιχα των ετήσιων επιχορηγήσεων τους! Η κυβέρνηση έχει ήδη κηρύξει στάση πληρωμών σε μια σειρά κοινωνικές υπηρεσίες, αλλά και σε ιδιώτες.

Άρα, απέτυχε το Μνημόνιο; Για να απαντήσεις σε αυτό το ερώτημα, πρέπει να διευκρινήσεις ποιος ήταν όμως ο πραγματικός στόχος του.
Κι αυτός δεν ήταν βέβαια η αντιμετώπιση του χρέους, αλλά η επιβολή μιας καθολικής αντεργατικής αντιδραστικής τομής σε όλα τα επίπεδα, η επίτευξη μιας καθοριστικής για τις επόμενες δεκαετίες, συντριπτικής νίκης σε βάρος της εργατικής τάξης και των εργαζόμενων. Όχι μόνο για να ανατάξει, ο ελληνικός καπιταλισμός την κερδοφορία του, αλλά για να σαρώσει κάθε κοινωνική σύμβαση της προηγουμένης περιόδου, να μετατρέψει τους εργαζόμενους σε μια άβουλη μάζα φοβισμένων, κλεισμένων στο καβούκι τους και στην ατομική σωτηρία τους σκλάβων του 21ου αιώνα.
Χωρίς δικαιώματα, χωρίς ελπίδα.


Γνώριζαν ότι για να βγουν από την κρίση θα πρέπει να καταστραφούν όχι μόνο εργαζόμενοι, αλλά και κεφάλαια, έτσι ώστε να δοθεί χώρος για μια νέα ανάπτυξη του καπιταλισμού.
Ταυτόχρονα, ο συνασπισμός ΕΕ, ΔΝΤ και ελληνικής κυβέρνησης (αυτή είναι η πραγματική τρόικα), διεθνούς με ντόπιου κεφαλαίου, με ηγεμονικό το ρόλο των διεθνών πλευρών, επεδίωκε τη διαχείριση της κρίσης χρέους της Ελλάδας, με τέτοιο τρόπο ώστε και η ληστεία της εργασίας και του δημόσιου πλούτου της χώρας να συνεχιστεί και να κλιμακωθεί (με το ευρωπαϊκό και διεθνές κεφάλαιο να παίρνει μεγαλύτερο απ' ότι πριν κομμάτι) και να μην υπάρξουν απρόβλεπτες εξελίξεις για την ευρωζώνη.

Σήμερα, ένα χρόνο μετά, μετρούν σαφέστατες αποτυχίες και στους πραγματικούς τους στόχους.
Μπορεί να κατάφεραν να περάσουν τα μέτρα που ήθελαν, αλλά δεν κατάφεραν ούτε το κίνημα να συντρίψουν (απεναντίας), ούτε να ανανεώσουν και ίσως να αναπτύξουν την υποστήριξη του κόσμου.
Η νομιμοποίηση της πολιτικής τους πέφτει ραγδαία και αμφισβητείται πλέον η ... διατηρησιμότητα αυτού του μοντέλου.

Η πολιτική και κοινωνική ζωή, ένα χρόνο μετά έχει βρεθεί σε σταυροδρόμι: Ή θα επιβάλλουν νέα ακόμα πιο βαθιά αντιδραστική τομή ή θα πετύχουμε την αντικαπιταλιστική ανατροπή της επίθεσης τους, για να ανοίξει ο δρόμος για την αντικαπιταλιστική επανάσταση και την άλλη κοινωνία.

Πηγή: Εφημερίδα "Πριν" 30/4/2011

Ναι, θα χρειαστούν κι άλλες Πρωτομαγιές

Oσοι αρκέστηκαν στο ρόλο του κομπάρσου στο ιστορικό γίγνεσθαι αλλά και όσοι το πάλεψαν, το έχουν ήδη καταλάβει: θα χρειαστούν κι άλλες Πρωτομαγιές.

Oταν αντί για εργασία προσφέρεται ανεργία ή “τοξικές” εργασιακές σχέσεις (με το “μπλοκάκι”, εκ περιτροπής, μερική απασχόληση, δανεισμένη εργασία), όταν καταστρέφεται ο πρωτογενής μηχανισμός κατανομής του παραγόμενου πλούτου, οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας με τη διαιτησία του O.ΜΕ.Δ. και αποθεώνεται η ατομική σύμβαση εργασίας και το διευθυντικό δικαίωμα, όταν απαλλοτριώνεται η δημόσια περιουσία με “κατοχικού” τύπου αγοραπωλησίες (“για ένα κομμάτι ψωμί”), όταν οι δημόσιες επιχειρήσεις ζωτικής και στρατηγικής σημασίας, όπως OΤΕ, ΔΕΗ, Υδρευση, χάρη στις οποίες το κράτος μπορεί ακόμη να είναι υπολογίσιμος παράγοντας στην πολιτική αγορά και να έχει έσοδα, πωλούνται με τίμημα που οι αγοραστές θα αποσβέσουν με τα κέρδη τριών έως πέντε ετών, όταν συμβαίνουν όλα αυτά, δεν χρειάζεται παρά μόνον κοινή λογική για να καταλάβει κανείς τη βιβλική καταστροφή στην οποία οδηγούνται οι κοινωνίες.

Δεν χρειάζεται παρά μόνο γνώση απλής αριθμητικής για να κατανοήσει ο μη ειδικός, κάθε πολίτης, ότι αυτό που φέρνουν οι πολιτικές του μνημονίου είναι ανεργία, φτώχεια, δυστυχία και ακόμη μεγαλύτερο δημόσιο χρέος, σε απόλυτους αριθμούς και ως ποσοστό του ΑΕΠ. Πλέον, το παραδέχονται, με καθυστέρηση ενός και πλέον έτους, και οι ίδιοι οι “ειδικοί”, που φοβούνται αυτό ακριβώς που θα έπρεπε να είναι το όπλο μας: Τις καταστροφικές επιπτώσεις μιας αναδιάρθρωσης του δημόσιου χρέους μας στο ευρωπαϊκό και το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα.

Μην αφήνετε, λοιπόν, να σας εξαπατήσουν άλλο με τερατώδη ψέματα που αναπαράγουν πρόθυμοι κομισάριοι, βαστάζοι ή απλοί τελάληδες. Προπαντός μην αφήνετε να σας εξαπατήσουν
με αλήθειες.
Η κριτική σε συνδικαλιστικές πρακτικές και συμπεριφορές, ακόμη και όταν είναι βάσιμη, μην αφήσετε να σβήσει από τις συνειδήσεις σας την ανάγκη του μαζί, των συλλογικοτήτων, του συνδικαλισμού. Μην αφήνετε να σας τρομάζουν με εργαλείο το φόβο και τη (συν-)ενοχή. Μην επιτρέπετε να σας
εξαπατούν με την αποσιώπηση των πραγματικών, των γενετικών ελαττωμάτων του παγκοσμιοποιημένου καπιταλιστικού τρόπου.
Αυτού που ανάγει σε σιδερόφρακτο καθεστώς μια “ελευθερία” εμπορίου και κεφαλαίων, την οποία η ανισότητα μετατρέπει σε εργαλείο υποδούλωσης των αδυνάτων.

Μη πιστεύετε πια ότι είναι δυνατή η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών, των πορτογαλικών, των ιρλανδικών, των ισπανικών, των γαλλικών, των ιταλικών, των βρετανικών επιχειρήσεων με τον εξευτελισμό των ανθρώπων, με τη μείωση του μισθολογικού κόστους και τη γενικότερη εσωτερική υποτίμηση. Ανταγωνιστές σ’ αυτό το σαθρό παγκοσμιοποιημένο καθεστώς που γεννά τα τέρατα της ανισότητας και της φτώχειας είναι “λύκοι”, που όπως η Κίνα αποκτούν όλα τα
πλεονεκτήματα κάνοντας “βρόμικο” ανταγωνισμό με την κτηνώδη εκμετάλλευση των εργαζομένων, με κοινωνικό και περιβαλλοντικό ντάμπινγκ, βιομηχανική κατασκοπία και διεθνή πειρατεί
α.

Ναι, θα χρειαστούν κι άλλες Πρωτομαγιές. Θυμόμαστε καλά την παράλογη μοίρα του Σισύφου, όμοια με αυτή των κοινωνιών στις μέρες μας. Θυμόμαστε όμως την ίδια στιγμή και τον υψηλό συμβολισμό του Προμηθέα, που έφερε την εξέγερση και την αλληλεγγύη στο ανθρώπινο γένος.

Το κείμενο είναι του  Αρι Καζάκου, καθηγητή Εργατικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και δημοσιεύεται στην "Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία"

Το υπουργείο και η Ιστορία

Έκδοση του 2010, δηλαδή πέρυσι, είναι η Ιστορία για τους μαθητές των Γ' Λυκείου και Δ' Εσπερινού Λυκείου, με τίτλο «Ιστορία του Νεότερου και του Σύγχρονου Κόσμου (από το 1815 έως σήμερα)». Καλύπτει δηλαδή σχεδόν δύο αιώνες της Παγκόσμιας Ιστορίας, σε 231 σελίδες ή με πίνακες κ.λπ. 252. Μέσα εκεί είναι και η Ελλάδα.

Πώς παρουσιάζεται η Ελλάδα «σήμερα»; Ετσι ακριβώς το λέει, στη σελ. 162 και μάλιστα στο τέλος της «Ιστορίας της Ελλάδας»:

«Η χώρα πλέον έχει ξεπεράσει τα πολιτικά πάθη και τους επικίνδυνους διχασμούς του παρελθόντος, έχει γνωρίσει αξιόλογη οικονομική ανάπτυξη, διαθέτει μια εδραιωμένη σύγχρονη δημοκρατία και μετέχει δημιουργικά, ως πλήρες μέλος, στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Επίσης διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην προσπάθεια σταθεροποίησης των Βαλκανίων».

Ο νέος των 18 ετών, στον οποίο απευθύνεται το κείμενο αυτό, ο οποίος έχει μάλιστα το δικαίωμα να ψηφίζει στις εκλογές, τι μπορεί άραγε να σκεφθεί συγκρίνοντας το «σήμερα», που του λέει η «Ιστορία», με αυτό που ζει κανονικά;

Η «αξιόλογη οικονομική ανάπτυξη», η «εδραιωμένη σύγχρονη δημοκρατία» και το «μετέχει δημιουργικά στην Ε.Ε.» πόση αξία έχουν ως διαπιστώσεις και πόσο αξιόπιστες είναι, όταν τον «βομβαρδίζουν» επί ενάμιση χρόνο με την κρίση, με την «εντατική» όπου είναι η Ελλάδα, με τον «Τιτανικό», με την «αναξιοπιστία» απέναντι στους εταίρους και μετά με το Μνημόνιο, με τα μέτρα, που τα ζει στο πετσί της η οικογένειά του, με την ανασφάλεια, με την ανεργία, με το μαύρο μέλλον, τη μαύρη προοπτική; Αυτή είναι η «αξιόλογη οικονομική ανάπτυξη»; Και με την τρόικα και το Μνημόνιο πώς λειτουργεί η «σύγχρονη δημοκρατία» (και μάλιστα «εδραιωμένη»), όταν έχει εκχωρηθεί κανονικά εθνική κυριαρχία; (σ.σ. επίσης, βάλαμε με bold το σημείο όπου το σχολικό βιβλίο ιστορίας μιλά για το "ξεπέρασμα των πολιτικών παθών": Τα "πολιτικά πάθη" στην πραγματικότητα ΔΕΝ ξεπερνιούνται, παρά μόνο αν εξαλειφθούν οι αιτίες που τα γεννούν. Δηλαδή στην συγκεκριμένη περίπτωση, η εκμετάλλευση. Από τη στιγμή που η εκμετάλλευση όχι μόνο δεν έχει εξαλειφθεί, όπως εσφαλμένα πίστεψε ένα μεγάλο κομμάτι του λαού, προφανώς και δεν έχουν εξαλειφθεί και τα "πάθη του παρελθόντος" - η μάχη ανάμεσα στους εκμεταλλευτές και τους εκμεταλλευόμενους συνεχίζεται, όπως συνεχιζόταν ακατάπαυστα εδώ και αιώνες. Όσο για το "διχασμό", ισχύει το γωνστό ρητό "μην πυροβολείτε τον αγγελιοφόρο": Από τη στιγμή που η άρχουσα τάξη έχει διχάσει την κοινωνία σε λίγους εκμεταλλευτές και πολλούς εκμεταλλευόμενους, είναι προφανές ότι υπάρχει διχασμός, που απλά μερικοί δε θέλουν να τον αναδείξουν, θέλουν όσο μπορούν να τον αποκρύψουν, γιατί τους συμφέρει το σημερινό "στάτους κβο")

Η Ιστορία σταματάει μάλλον το 2004. Μα, δεν θα μπορούσε να γίνει ένα μικρό συμπλήρωμα;

Πηγαίνοντας προς τα πίσω μπορούμε να σταχυολογήσουμε ορισμένα σημεία από την πρόσφατη Ιστορία του τόπου.

Αναφέρει, σελ. 162: «Μετά από μια περίοδο κυβερνητικής αστάθειας, το 1989-1990, κυβέρνηση σχημάτισε η Ν.Δ. με πρωθυπουργό τον Κων. Μητσοτάκη». Με δυο λέξεις, ξεπερνά ένα σταθμό της Ιστορίας, κατά τον οποίο δέσποζε το σκάνδαλο Κοσκωτά, έχασε το ΠΑΣΟΚ τις εκλογές, έγινε για πρώτη φορά κυβέρνηση συνεργασίας Δεξιάς-Αριστεράς για την κάθαρση, έγινε κυβέρνηση εθνικής ενότητας και με το ΠΑΣΟΚ, παρ' όλο που είχε παραπεμφθεί σε δίκη ο Α. Παπανδρέου.

Κατά την περίοδο της μεταπολίτευσης αναφέρονται οι Κων. Καραμανλής, Α. Παπανδρέου, Γ. Μαύρος και Κ. Τσάτσος (Πρόεδρος της Δημοκρατίας), καθώς και οι Γ. Ράλλης και Κ. Σημίτης. Νέα κόμματα το ΠΑΣΟΚ, η Ν.Δ. και η Ε.Κ.-Ν.Δ., ενώ από το χώρο της Αριστεράς μόνο η νομιμοποίηση του ΚΚΕ. Κι αυτό το τελευταίο είναι η μόνη αναφορά στην Αριστερά από το 1974, χωρίς τίποτα απολύτως άλλο. Ο μαθητής μένει με την εντύπωση πως στην Ελλάδα μόνο δύο πολιτικές δυνάμεις υπήρχαν και υπάρχουν, τα δύο κόμματα του δικομματισμού, προς δόξαν της «σύγχρονης δημοκρατίας»!

Για τη δικτατορία των συνταγματαρχών 1967-1974 (έτσι την ονομάζει), ο μαθητής διαβάζει ότι «πρωτοστάτες» του «πολιτικού κόσμου» που «αντιτάχθηκε έντονα και αντιστάθηκε» ήταν ο Γ. Παπανδρέου, ο Γ. Μαύρος, ο Γ. Ράλλης, ο «Κ. Καραμανλής αυτοεξόριστος στο Παρίσι κατήγγειλε τη δικτατορία» (πότε;) . «Επίσης, λέει, στο εξωτερικό ανέπτυξαν αντιστασιακή δράση ο Α. Παπανδρέου (αρχηγός του ΠΑΚ), ο συνθέτης Μίκης Θεοδωράκης, η Μελίνα Μερκούρη». Αναφέρει επίσης τον Αλέκο Παναγούλη και τις φοιτητικές εξεγέρσεις της Νομικής και του Πολυτεχνείου.

Από τον πολιτικό κόσμο απουσιάζουν πλήρως οι της Αριστεράς (ΕΔΑ, ΚΚΕ, ΚΚΕ Εσωτερικού) και ο Μίκης μόνο ως συνθέτης αναφέρεται. Πού είναι το ΠΑΜ, ο Δημοκρατικός Αγώνας, ο Ρήγας Φεραίος, η ΚΝΕ, η ΔΝΛ κι άλλες οργανώσεις; Μόνο το ΠΑΚ υπήρχε;
Πού είναι οι χιλιάδες συλλήψεις, εκτοπίσεις, φυλακίσεις, δίκες, βασανιστήρια, διώξεις, δολοφονίες; Μόνο για το Πολυτεχνείο λέει «πολλοί πολίτες βρήκαν το θάνατο ενώ άλλοι συνελήφθησαν και υπέστησαν βασανισμούς». Μα το όργιο όλων αυτών και κυρίως των βασανιστηρίων έγινε πριν, όταν πρωτοστάτησε η νεολαία και η Αριστερά.

Στην περίοδο 1950-1967 χαρακτηρίζεται «ανορθωτικό» το έργο των κυβερνήσεων. Αναφέρονται πάλι τα κόμματα της Δεξιάς και του Κέντρου και αγνοείται ουσιαστικά πάλι η ΕΔΑ, το νέο κόμμα στο χώρο της Αριστεράς, που το 1958 έγινε αξιωματική αντιπολίτευση με σχεδόν 25%. Και δεν αναφέρεται λέξη για τη μετανάστευση, εσωτερική και εξωτερική.

Η δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη αποδίδεται σε «μια παρακρατική οργάνωση» (!) «χωρίς άμεση ή έμμεση ανάμειξη της κυβέρνησης». Με άλλα λόγια, κανείς δεν ήταν υπεύθυνος για τη δολοφονία!

Για τον εμφύλιο πόλεμο αναφέρει ότι «το σημαντικότερο (είναι ότι) προκάλεσε βαθιά ψυχολογικά τραύματα στην ελληνική κοινωνία, τα οποία χρειάστηκαν πολλά χρόνια για να επουλωθούν». Ωστε «ψυχολογικά τραύματα» είναι οι χιλιάδες εκτελέσεις, οι δολοφονίες, οι φυλακίσεις, οι εξορίες, τα βασανιστήρια, το Μακρονήσι, οι πολιτικοί πρόσφυγες...

Κι όμως, έχει ενδιαφέρον να διαβάσει κανείς αυτό το πόνημα που απευθύνεται στους μαθητές. Είναι η μεθοδευμένη μονόπλευρη θεώρηση της Ιστορίας από την πλευρά των «νικητών», από την πλευρά του δικομματισμού, με προσεκτική τήρηση των ισορροπιών, εξωραϊσμένη, και απούσα την Αριστερά, λες και δεν έχει συμβάλει καθοριστικά στην Ιστορία. Οπως επίσης απουσιάζει η αναφορά στους μεγάλους μαζικούς κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες, με πρώτη τη νεολαία τα τελευταία 60 χρόνια.

Συγγραφείς είναι οι Ι. Κολιόπουλος, Κ. Σβολόπουλος, Ευ. Χατζηβασιλείου (του κεφαλαίου της μεταπολεμικής περιόδου αλλά και της Ελλάδας), Θ. Νημάς, Χάρις Σχολινάκη-Χελιώτη.


Αναδημοσίευση από "Ελευθεροτυπία"

Αφιέρωμα στον κομμουνιστή Λάκη Σάντα

Εφυγε απ’ την ζωή μια εμβληματική μορφή της Εθνικής μας Αντίστασης. Ο Λάκης Σάντας. Ο άνθρωπος που μαζί με τον Μανώλη Γλέζο κατέβασαν τη Γερμανική σημαία από την Ακρόπολη στις 31 Μάη του 1941. Το μπλογκ μας κάνει ένα μικρό αφιέρωμα σ’ αυτόν τον ήρωα που η ανταμοιβή του από το μετεμφυλιακό κράτος ήταν φυλακές και εξορίες, όπως και οι υπόλοιποι αγωνιστές της Εθνικής μας αντίστασης.

Το κομμάτιασμα της χιτλερικής σημαίας κατατάραξε τους χιτλερικούς κατακτητές και τους συνεργάτες τους.
Στις 31 Μάη 1941 η γερμανική Κομαντατούρ εξέδωσε την παρακάτω ανακοίνωση:
«Κατά τη νύκτα της 30ης προς την 31η Μαΐου υπεξηρέθη η επί της Ακροπόλεως κυματίζουσα γερμανική πολεμική σημαία παρ' αγνώστων δραστών. Διενεργούνται αυστηραί ανακρίσεις. Οι ένοχοι και οι συνεργοί αυτών θα τιμωρηθώσι διά της ποινής του θανάτου».

Ας αφήσουμε όμως τον ίδιο τον Λάκη Σάντα να μας αφηγηθεί ένα μέρος από την ιστορία του (Το κείμενο είναι από τα αρχεία του Ηλία Πετρόπουλου. Αλλάξαμε μόνο τον τονισμό και την ορθογραφία):

Όταν το Μέτωπο της Μακεδονίας έσπασε και η Μπότα των Ναζὶ κατέβαινε και μας πλάκωνε στο στήθος, ἡ πρώτη μου σκέψη ήταν να φύγω με τα υποχωρούντα στρατεύματα για την Αίγυπτο για να συνεχίσω εκεί τον πόλεμο. Λογάριασα όμως χωρίς τα Στούκας τα οποία δεν άφησαν ούτε καρυδότσουφλο στον Σαρωνικό Κόλπο. Κι έτσι ανάμεσα στις φλόγες και στις βόμβες των Στούκας είδα να βυθίζονται οι ελπίδες μου για την Αίγυπτο κι έμεινα.

Μπήκαν στην Αθήνα μας μια Κυριακή κι έστησαν αμέσως την πολεμική τους σημαία σ’ έναν ψηλό κοντό πάνω στα Αθάνατα Μάρμαρα της Ακρόπολης.

Άπειρα μάτια Ελληνικά δάκρυσαν το πρωινό εκείνο, βλέποντας το σύμβολο των Ούννων να λερώνει το μοναδικό μνημείο του πολιτισμού και της λευτεριάς, τον Παρθενώνα.

Ἔτσι δάκρυσαν και τα δικά μου. Μα.... ύστερα τα βλέφαρά μου σφίχτηκαν κι άστραψαν από μια φλόγα που θα μπορούσε να λιώσει και ατσάλι ακόμη, κι ήταν αυτή, η φλόγα της συγκρατημένης λύσσας εναντίον τους. Ήταν η φλόγα που μου έλεγε ότι κάτι πρέπει να τους κάνω. Κάτι μεγάλο κάτι πού να τους μαστίγωσει σε εκείνα τα αγέρωχα γουρουνίσια μούτρα τους, κάτι προσβλητικό, κάτι πού να τους κάνει να κατεβάσουν εκείνα τα κρύα γαλανά, χωρίς οίκτο κτηνώδη μάτια τους. Κάτι συμβολικό που να τους χτυπήσει όλους μαζί σαν χώρα, σαν λαό και προπαντός σαν στρατό.

Την ίδια φλόγα είδα τότε στα μάτια πολλών φίλων μου, αλλά προπαντός την διέκρινα και την γνώρισα στα μάτια του Μανώλη του Γλέζου του συμμαθητή μου. Κοιταχτήκαμε στα μάτια και χωρίς κουβέντες συνεννοηθήκαμε. Αρχίσαμε να σκαφτόμαστε τί θα κάναμε. Ἐν τω μεταξύ οι Ναζίδες είχαν αρχίσει επιχειρήσεις εναντίον της Κρήτης. Πηγαίναμε στο Φάληρο μόνοι μας και μπρός στα αφρισμένα κύματα σκεπτόμαστε τί να τους κάνουμε ακούγοντας από πάνω μας την Λουτβάφφε να μεταφέρει αλεξιπτωτιστές για την Κρήτη.

Ἐν τω μεταξύ οι μέρες περνούσαν. Είχε περάσει ένας μήνας που κατέλαβαν την Αθήνα και η Κρήτη είχε λυγίσει πολεμούσαν ακόμη τα παλληκάρια μας μαζί με τούς εγγλέζους σε μερικά σημεία.

Κι έξαφνα ένα δειλινό πού ήμαστε στο Ζάππειο κι ο ήλιος έγερνε λούζοντας τον ορίζοντα με εκείνα τα χρώματα που μόνο ο Αττικός ουρανός έχει, τα μάτια μας γύρισαν στον βράχο της Ακροπόλεως. Μέσα στο υπέροχο φόντο της δύσης σταθήκαμε και κοιτούσαμε. Και τότε το βλέμμα μας έπεσε πάνω στην Σημαία τους που περήφανα κυμάτιζε ψηλά-ψηλὰ και η βαρειὰ σκιά της πλάκωνε καταθλιπτικά όλη την Αθήνα, όλη την Αττική γη.

Να, τί πρέπει να τους κάνουμε! Ήρθε η σκέψη σαν σπίθα. Να τους την πάρουμε. Να την γκρεμίσουμε και να την ξεσχίσουμε και να πλύνουμε έτσι την βρωμιά απ’ τον ιερό βράχο. Την είχαν στήσει αυτήν την ίδια την πολεμική τους σημαία οι Ναζὶ θριαμβευτικά ως τότε, στην Βαρσοβία, στην Βιέννη, στην Αμβέρσα, στην Νορβηγία στο Παρίσι και Βελιγράδι και απειλούσαν να την στήσουν σε όλο τον κόσμο τότε.

Μα εδώ είναι Ελλάδα. Είναι η μικρή χώρα που απ’ αυτήν ξεπετάχτηκε η φλόγα του Πολιτισμού. Είναι η χώρα που δίνει το παράδειγμα πάντα στις κρίσιμες στιγμές της Ιστορίας.

Ήταν πολύ απλό μα και πολύ Μεγάλο. Μια σημαία σήκωσε στις 25 Μαρτίου 1821 ο Παλαιών Πατρών Γερμανός μια σημαία θα κατεβάζαμε και μείς στις 31 Μαΐου 1941. Συμβολικό το πρώτο, συμβολικό και το δεύτερο. Μια φούχτα άνθρωποι τότε απειλούσαν την Πανίσχυρη Τουρκική Αυτοκρατορία. Δύο παιδιά εμείς, θα προσβάλλαμε το φοβερό τότε Γ Ράϊχ.

Και βάλαμε σ’ ενέργεια αμέσως το σχέδιο.

Πήραμε απ’ την Εθνική Βιβλιοθήκη την μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια και διαβάσαμε στην λέξη Ακρόπολις. Ἐκεί είδαμε όλες τις σπηλιές ή τρύπες πού έχει ο βράχος της Ακροπόλεως από την εποχή εκείνη και καταλάβαμε ότι μόνον από ένα σπήλαιο — που είναι στο εσωτερικό του βράχου της Ακρόπολης και λέγεται "Πανδρώσειον άντρον" και στο οποίον κατά την Μυθολογία κατοικούσε ο ιερός όφις της θεάς Αθηνάς και του πήγαιναν οι ιέρειες του Ναού του Παρθενώνα και έτρωγε μελόπιτες στις εορτές των Παναθηναίων — ότι μόνον απ’ αυτήν την τρύπα πού έβγαινε σε ένα βάθρο δίπλα στο Ερέχθειο θα μπορούσαμε να ανεβούμε στην Ακρόπολη χωρίς να μας δουν οι Γερμανοί φρουροί. Την άλλη μέρα κιόλας πήγαμε και ανεβήκαμε σαν επισκέπτες στην Ακρόπολη και είδαμε που ακριβώς είναι αυτή η σπηλιά από την οποία θα ανεβαίναμε την νύκτα. Πέρασε κι αυτή η μέρα και ήλθε η επομένη η 30η Μαΐου 1941. Είχαμε ακούσει το βράδυ απ’ το Ραδιόφωνο του Λονδίνου που μας είπε ότι η Κρήτη εγκαταλείφτηκε πια. Πρωί-πρωί οι Ούννοι με τις Εφημερίδες τους και με προκηρύξεις μας ανήγγειλαν γεμάτοι κομπασμό και υπερηφάνεια ότι κατέλαβαν και την τελευταία γωνιά της Ελλάδας την Ηρωική Κρήτη.

Δεν ξέρω τί ήταν εκείνο που ένοιωθα μα μου φαίνεται πως ήταν ένα παράπονο μαζί με δυνατό πυρετό. Περίμενα μ’ αγωνία να βραδιάσει. Επί τέλους βράδιασε. Συναντηθήκαμε με τον Μανώλη και ξεκινήσαμε. Όπλα δεν είχαμε τότε. Είχα πάρει μαζί μου μόνον ένα φαναράκι ηλεκτρικό κι ένα μαχαιράκι.

Φτάσαμε. Κάναμε μια βόλτα στα προπύλαια μέχρι να φτάσει η ώρα 9 1/2 μ.μ. Τότε είδαμε τους Γερμαναράδες να είναι μαζεμένοι μέσα στο δωμάτιο της εισόδου και να πίνουν κρασί και μπύρες έχοντας και μερικές κακές Ελληνίδες απ’ αυτές που πουλάν τον έρωτα τους στα προπύλαια που είχαν το Φρουραρχείο. Ακούγαμε από μακριά τα κτηνώδη χάχανά τους και τα τραγούδια τους και σφίγγαμε ακόμη περισσότερο τα δόντια μας. Όταν έφθασε η ώρα, κοιταχθήκαμε. Ίσως να μην ξαναβλέπαμε τον ήλιο ν’ ανατέλλει. Είναι αλήθεια ότι νοιώθαμε ένα δυνατό χτυποκάρδι μα αυτό δεν ακουγόταν παρά έξω. Τα στήθη μας τα Ελληνικά το πνίγανε. Είναι γλυκός ο θάνατος όταν πεθαίνεις για τα ιδανικά σου. Σ’ αυτές τις στιγμές δεν έχεις παρά να θυμηθείς την ιστορία. Να θυμηθείς τον Λεωνίδα στις Θερμοπύλες, να θυμηθείς τον Αθανάσιο Διάκο, ή το Μεσολόγγι ή τον Πόλεμο της Αλβανίας κι είσαι εντάξει.

Σφίξαμε τα χέρια, πηδήξαμε τα σύρματα μπήκαμε ανάμεσα στα δέντρα. Συρθήκαμε με την κοιλιά και φτάσαμε στην Σπηλιά. Μπήκαμε μέσα ψηλαφιστά κρατώντας και την αναπνοή μας ακόμη. Αρχίσαμε να σκαρφαλώνουμε απ’ τα μαδέρια της σκαλωσιάς που είχαν φτιάξει οι Αρχαιολόγοι για ανασκαφές. Κάτω μας το βάραθρο άνοιγε το μαύρο του στόμα να μας καταπιεί στο πρώτο ξεγλίστρημα 40 μέτρα κάτω κατέβαινε η σπηλιά και κατόπιν ανοιγόταν το χείλος ενός ξεροπήγαδου άλλα καμιά δεκαριά μέτρα. Σιγά-σιγὰ σκαρφαλώσαμε και κάνοντας μια τελευταία έλξη βγήκαμε στο πάνω βάθρο. Ανεβήκαμε μερικά μαρμάρινα σκαλιά και σηκώσαμε τα κεφάλια μας να δούμε.

Ήταν ένα τέταρτο το φεγγάρι. Και καθώς το ασημένιο του φως έλουζε τα ιερά εκείνα μνημεία του άπαντου της Τέχνης και της ομορφιάς νοιώσαμε μέσα μας ν’ ατσαλώνουμε. Είδαμε με τα μάτια της ψυχής μας τους αθάνατους προγόνους μας να στέκονται σιωπηλοί και μεγαλοπρεπείς μες στις χλαμύδες τους τριγύρω μας και να μας κοιτάνε σιωπηλοί ερωτηματικά αν θα κάνουμε το καθήκον μας ή όχι. Αν και δεν πολυπιστεύω στο μοιραίο εν τούτοις εκείνες τις στιγμές νομίζω ότι το μοιραίων της φυλής μας έριξε τον κλήρο σε μας.

Προχωρήσαμε συρτά με την κοιλιά. Μας χώριζαν περίπου 50-60 μέτρα απ’ τον κοντό που είχαν την σημαία τους. Χωριστήκαμε και πηγαίναμε ανάμεσα στα μάρμαρα. Πετώντας κάθε τόσο πέτρες μήπως ήταν κανένας γερμανός σκοπός κρυμμένος. Όταν φθάσαμε κοντά στον κοντό, είδαμε την ξύλινη σκοπιά τους. Πετάξαμε πάλι κάνα-δυὸ πέτρες κι όταν είδαμε ότι ήταν ησυχία σηκωθήκαμε όρθιοι και προχωρήσαμε θαρρετά. Φθάσαμε στον κοντό. Ψηλά κυμάτιζε η σημαία τους. Λύσαμε το συρματόσχοινο και τραβήξαμε για να την κατεβάσουμε. Μα την είχαν μπλέξει στην κάτω άκρη της με τα τρία συρματόσχοινα που στήριζαν τον κοντό. Κρεμιούμαστε κι οι δύο για να την κατεβάσουμε μα δεν κατέβαινε. Αρχίσαμε τότε με την σειρά να σκαρφαλώνουμε στον σιδερένιο κοντό για να την φτάσουμε και να την κόψουμε. Μα ήταν 20 μέτρα ο κοντός και λείος κι ήταν αδύνατο να την φτάσουμε. Κουρασμένοι σταθήκαμε για λίγο κι απογοητευτήκαμε, σκεπτόμαστε τί να κάνουμε. Να φύγουμε χωρίς την σημαία τους λάφυρο, δεν το σκεφτήκαμε ούτε μια στιγμή. Και μέσα στην ένταση της σκέψης μας, σκεφθήκαμε ότι πρέπει να σπάσουμε τα τρία συρματόσχοινα για να μπορέσουμε να την κατεβάσουμε. Αρχίσαμε τότε με τα χέρια μας, με τα δόντια μας με ότι μπορούσαμε, να προσπαθούμε να ξεκολλήσουμε τα συρματόσχοινα απ’ τους σκουριασμένους χαλκάδες με τους οποίους κρατιόταν στα γύρω μάρμαρα. Κραυγή ενθουσιασμού μου ξέφυγε όταν έσπασε το πρώτο. Κατόπιν έσπασε και το δεύτερο και μετά το τρίτο. Αμέσως ξεμπλέξαμε τα συρματόσχοινα και τότε το μισητό σύμβολο του φασισμού κατέβηκε. Ήταν μια τεράστια σημαία 4μ. μήκος και 2μ. πλάτος. Στην μέση είχε τον Αγκυλωτό σταυρό και στην επάνω άκρη τον Γοτθικό πολεμικό σταυρό του Κάιζερ.

Με λύσσα την κόψαμε απ’ το συρματόσχοινο και την μαζέψαμε. Σχίσαμε από ένα κομμάτι απ’ τον αγκυλωτό σταυρό. Την υπόλοιπη την κάναμε ρολό και την πήραμε. Προχωρήσαμε και φθάσαμε. Είχαν περάσει 3 ώρες περίπου απ’ την ώρα που είχαμε ξεκινήσει. Το φεγγάρι είχε χαθεί και μαζί μ αυτό και οι οπτασίες των προγόνων μας ευχαριστημένες. Ο αέρας μας δρόσιζε τα φλογισμένα πρόσωπά μας και μας έφερνε από μακριά τα χάχανα των Γερμαναράδων.

" Ἄ! τώρα γελάστε και τραγουδήστε όσο θέλετε, αύριο το πρωί θα τα πούμε" σκέφθηκα.

Κατεβήκαμε απ’ το ίδιο μέρος. Για να την πάρουμε μαζί μας ήταν αδύνατο γιατί η ώρα της κυκλοφορίας είχε περάσει. Τότε αποφασίσαμε να την κρύψουμε μέσα στην ίδια την σπηλιά κάτω στο ξεροπήγαδο. Κατεβήκαμε σιγά-σιγὰ μέχρι κάτω φτάσαμε στο χείλος του ξεροπήγαδου και την πετάξαμε όπως ήταν τυλιγμένη σε μπόγο μέσα. Ακούσαμε τον γδούπο της και ησυχάσαμε.

Ανεβήκαμε πάλι και φύγαμε σιγά-σιγά, πηγαίνοντας σύριζα στον τοίχο και προσέχοντας μην συναντήσουμε καμιά Γερμανική περίπολο.

Όταν βρισκόμαστε στην μέση του δρόμου περίπου για το σπίτι μας, μας σταμάτησε ξαφνικά με το πιστόλι στο χέρι ένας Έλληνας αστυνομικός που φύλαγε σκοπός σ’ ένα δημόσιο ταμείο.

Στην αρχή σκέφθηκα να του επιτεθώ με το μαχαίρι. Αλλά κατόπιν του μιλήσαμε ευγενικά και θαρρετά και του δώσαμε να καταλάβει ότι πρέπει να μας αφήσει να πάμε στα σπίτια μας χωρίς βέβαια να του πούμε τίποτε για το ζήτημα της Σημαίας. Μας άφησε και φύγαμε. Φτάσαμε στα σπίτια μας καθησυχάσαμε τους δικούς μας που μας περίμεναν γεμάτοι αγωνία μη ξέροντας που ήμαστε. Όλη την νύχτα δεν κοιμήθηκα. Και το πρωί ήρθε ο Μανώλης και ανεβήκαμε στην ταράτσα του σπιτιού μου και κοιτούσαμε την Ακρόπολη.

Μέχρι, της 11 π.μ. της 31ης δεν υπήρχε Σημαία στην Ακρόπολη. Όπως έλεγαν τώρα τελευταία μετά την απελευθέρωση οι Έλληνες φύλακες της Ακρόπολης, η Γερμανική φρουρά η οποία αποτελείτο από 20 περίπου άνδρες τα είχε χάσει.

Πανικός στο Γερμανικό στρατηγείο. Οι κούρσες πήγαιναν κι ερχόταν. Τί έγινε η πολεμική τους σημαία; Ποιός τόλμησε να την πειράξει;

Κατά την 11η ώρα πήγαν και βαλαν μίαν άλλη στη θέση της πιο μικρή.
Με τις απογευματινές Εφημερίδες βροντοφωνήσανε οι Γερμανοί τις κυρώσεις τους. Πήραν τα δακτυλικά μας αποτυπώματα απ’ το σιδερένιο κοντό και μας καταδίκασαν αμέσως με έκτακτο στρατοδικείο σε θάνατο ερήμην (γιατί δεν μας ήξεραν). Επίσης όλους τους τυχόν συνενόχους μας. Μας επικήρυξαν και με χρηματικό ποσόν. Περιόρισαν τις ώρες κυκλοφορίας των πολιτών και απέλυσαν τον Αρχηγό της Αστυνομίας και τους διοικητές των Αστυνομικών τμημάτων της περιφερείας της Ακρόπολης.

Επίσης συνέλαβαν όλους τούς Έλληνες φύλακες της Ακροπόλεως τους οποίους όμως άφησαν ελεύθερους αφού εξέτασαν τα αποτυπώματα τους και τους ανέκριναν, την δε φρουρά τους την καταδίκασαν εις θάνατον και την εκτέλεσαν.

Μου φαίνεται πως βγήκαν λίγο ξινά τα γλέντια των Γερμαναράδων για τον θρίαμβο της Κρήτης…. Αμέσως το νέο διαδόθηκε σαν αστραπή στην Αθήνα και στον Πειραιά και στα Περίχωρα και κατόπιν σ’ ολόκληρη την Ελλάδα. Το Λονδίνο και το Κάιρο την άλλη νύχτα έπλεξαν εγκώμια γι’ αυτό.

Θα νοιώσω άραγε άλλη φορά τα συναισθήματα που ένοιωθα εκείνες τις μέρες όταν άκουγα γύρω μου παντού τούς Έλληνες με υπερηφάνεια και ειρωνεία για τους Γερμανούς να μιλούν για το γεγονός αυτό και να το χαρακτηρίζουν παίρνοντας κουράγιο για την αρχή του καινούργιου πόλεμου της αντίστασης; Έβλεπες παντού τον κόσμο να έχει αναθαρρήσει: να περπατάει με ψηλά το κεφάλι ξέροντας καλά ότι το καζάνι άρχισε να βράζει πάλι....

Κι έτσι αρχίσαμε....

Έπειτα από 8 μήνες επεχείρησα, να φύγω για την Αίγυπτο για να πάω στο στρατό να πολεμήσω πιο ενεργά μαζί με τον Μανώλη κι ένα άλλο φίλο μου. Μα ύστερα από προδοσία μας πιασαν οι Γερμανοί. Μας κλείσανε στις φυλακές. Τότε σκέφθηκα ότι αν είχαν την εξυπνάδα να παραβάλλουν τα δακτυλικά μας αποτυπώματα όλα τελείωναν. Αλλά δεν την είχαν ευτυχώς.

Καθίσαμε λίγο καιρό στις φυλακές όπου περάσαμε του κόσμου τα μαρτύρια (Ξύλο ανηλεές σχεδόν καθημερινό ντους με κρύο νερό έξω στο κρύο κ.λπ.) αποτέλεσμα των οποίων ήταν όταν βγήκαμε τον Απρίλιο του 1942 ύστερα από μια αμνηστία που μας συμπεριέλαβε να κάνει ὁ Μανώλης αιμοπτύσεις.

Μόλις βγήκα απ’ την φυλακή οργανώθηκα για καλά (είχε φουντώσει εν τω μεταξύ το κίνημα της Αντίστασης) κι άρχισα να κάνω χίλιες δουλειές από κόλλημα προκηρύξεων και γράψιμο στον τοίχο μέχρι μεταφορά όπλων και κρύψιμο κ.λπ.

Το καλοκαίρι του 1943 ένας χαφιές των SS με γνώρισε και κουβάλησε αρκετούς από δαύτους να με πιάσουν. Τους ξέφυγα πηδώντας από παράθυρο σε παράθυρο κι από ταράτσα σε ταράτσα και βγήκα στο Αντάρτικο. Κατατάχθηκα στον Ε.Λ.Α.Σ. και τοποθετήθηκα στην Περιοχή Στερεάς Ελλάδας.

Έλαβα μέρος σε αρκετές μάχες παρατάξεως με τους Ναζίδες και σε πολλές επικίνδυνες αποστολές κι εκανόνισα αρκετούς Γερμαναράδες, τραυματίσθηκα δε στο στήθος (αριστερό ημιθωράκιο) πάνω απ’ την καρδιά από τυφλό τραύμα βλήματος.

Αυτή είναι η ιστορία της συμβολής μου στην αντίσταση του λαού μας εν ολίγοις.

Αλλά τι είναι αυτά, μπροστά στις υπέροχες σελίδες που έχει γράψει ο Ελληνικός λαός, στα τέσσερα αυτά χρόνια, της πιο σκληρής και ανελέητης σκλαβιάς, που είδαμε ποτέ στην ιστορία μας;

Κάθε πέτρα, και κάθε αγκωνάρι, κάθε δρόμος και κάθε πεζοδρόμιο έχει γραμμένη επάνω μίαν ολόκληρη ιστορία ηρωισμού και θυσίας για την λευτεριά, από γνωστούς και άγνωστους μάρτυρες, ήρωες, ατσάλινες ψυχές, που ξεψυχάγανε προφέροντας το όνομα της Ελλάδας μας και φωνάζοντας "θάνατος στο φασισμό!!!"

Οι βουνοκορφές πάλι κι οι ράχες, αχολογούν ακόμα απ’ τις κλαγγὲς των όπλων κι απ’ τα κλέφτικα τραγούδια των λεβεντόκορμων ανταρτών και κάθε στενό και κάθε ρέμα μυρίζει μπαρούτι ακόμα, απ’ αυτό που έπεφτε καφτό επάνω στις Γερμανικές φάλαγγες κάθε λεπτό και τούς έκανε αλαφιασμένοι να μην ξέρουν από που να φυλαχτούν, νομίζοντας ότι κάθε πεύκο και κάθε έλατο ζωντανεύει κι είναι αντάρτης, εκδικητής!!!

Θα μπορούσα να λέω ολόκληρα μερόνυχτα, είναι τόσα πολλά...

Λάκης Σάντας

Ο κομμουνιστής Λάκης Σάντας απ’ το 1942 οργανώθηκε στο ΕΑΜ και στην συνέχεια βγαίνει αντάρτης στο βουνό στις γραμμές του ΕΛΑΣ όπου και πολεμάει τον κατακτητή σε πολλές μάχες για να τραυματιστεί το 1944. Η «τύχη» που του επιφυλάσσουν οι αστικές κυβερνήσεις μετά την απελευθέρωση της χώρας μας από τους Γερμανούς είναι ανάλογη με αυτή που είχαν αρκετοί κομμουνιστές που αντιστάθηκαν ένοπλα στους κατακτητές. Το 1946 εξορίζεται στην Ικαρία, το 1947 φυλακίζεται στην Ψυττάλεια και το 1948 καταλήγει εξόριστος στη Μακρόνησο. Από εκεί κατάφερε να ξεφύγει για να καταλήξει στην Ιταλία και στη συνέχεια στον Καναδά, όπου θα ζήσει έως και το 1962. Στην Ελλάδα επέστρεψε το 1963.

Μπορεί να έφυγε απ’ την ζωή ο Λάκης Σάντας το παράδειγμα του όμως πάντα θα μας εμπνέει.

Αφιέρωμα στην Εργατική Πρωτομαγιά (μέρος 3ο) - Η Πρωτομαγιά στην Ελλάδα

Η εφημερίδα «ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΗΣ» για την Πρωτομαγιά του 1893

Η πρώτη Πρωτομαγιά στην Ελλάδα γιορτάστηκε το 1893, με πρωτοβουλία του Κεντρικού Σοσιαλιστικού Συλλόγου του Σταύρου Καλλέργη, που ιδρύθηκε από τον τελευταίο στις 20 Ιούλη του 1890, ενώ από τις 3 Ιούνη του ιδίου έτους ο Καλλέργης εξέδωσε την εφημερίδα «Σοσιαλιστής». Ο Κεντρικός Σοσιαλιστικός Σύλλογος ήταν βεβαίως μια οργάνωση ουτοπικού σοσιαλιστικού προσανατολισμού, πράγμα καθόλου παράξενο για εκείνη την εποχή, αφού και το ελληνικό εργατικό κίνημα ήταν σε νηπιακή μορφή και η διάδοση του μαρξισμού απελπιστικά περιορισμένη.

«Ο Κεντρικός Σοσιαλιστικός Σύλλογος - γράφει ο Γιάννης Κορδάτος - ήταν, σα να πούμε η κεντρική διοίκηση των ομίλων και των τμημάτων. Πολλά από τα τμήματα και τους ομίλους είχαν διάφορες ονομασίες. Στην Αθήνα ο σοσιαλιστικός όμιλος λεγόταν ΚΟΣΜΟΣ. Αλλού τα τμήματα είχαν τον τίτλο της Λέσχης και της Αδελφότητας».

Την Πρωτομαγιά του 1891 ο Καλλέργης και 12 Σοσιαλιστές φωτογραφήθηκαν όλοι μαζί και μ’ αυτή τη συμβολική χειρονομία θέλησαν να δείξουν τη συμμετοχή και την αλληλεγγύη τους στην παγκόσμια ημέρα των εργατών. Ενα χρόνο αργότερα, ο Καλλέργης και μια ομάδα συντρόφων του συγκεντρώθηκαν στο χώρο του Σταδίου και διαμαρτυρήθηκαν κατά του «πλουτοκρατικού Αθλίου συστήματος». Το 1893, όμως, ο γιορτασμός της Πρωτομαγιάς και μαζικός ήταν - αν λάβουμε υπόψη το μέγεθος και το βαθμό ωριμότητας του ελληνικού προλεταριάτου - και αισθητός έγινε. Φυσικά, υπήρξε κατάλληλη προετοιμασία και η σοσιαλιστική κίνηση είχε αναπτυχθεί αρκετά σε σχέση με το παρελθόν.

Η απόφαση για το γιορτασμό της Πρωτομαγιάς του 1893 πάρθηκε στη συνεδρίαση του Κεντρικού Σοσιαλιστικού Συλλόγου στις 21 Φλεβάρη του ιδίου έτους. «Απεφασίσθη - αναφέρεται στο πρακτικό της συνεδρίασης - όπως εκλεγή επιτροπή και επιδοθή αποκλειστικώς διά της εορτής της 1ης Μαΐου, γενομένης δε μυστικής ψηφοφορίας εξελέγησαν ως εξής: Καλλέργης, Νάγος, Συνοδινός και Χριστόπουλος». Λίγες ημέρες αργότερα, στις 3 Μάρτη 1893, σε συνεδρίαση της Επιτροπής, ο Καλλέργης πρότεινε να εκδοθεί για την οικονομική ενίσχυση του γιορτασμού της Πρωτομαγιάς ένα βιβλίο «το οποίον θα περιέχει την Σοσιαλιστικήν πολιτικήν … και θα τιμηθεί 25 λεπτά έκαστον». Πρόκειται για την γνωστότερη ίσως μπροσούρα του Σταύρου Καλλέργη που φέρει τον τίτλο «Εγκόλπιον Εργάτου».

protomagia7.jpg
...
Ετσι, από τα μέσα Απρίλη ο «Σοσιαλιστής» ενημέρωσε για την εκδήλωση, δημοσιεύοντας ταυτόχρονα και το διεκδικητικό της πλαίσιο. Εγραφε, για παράδειγμα, στο φύλλο αρ. 23: «Δύο Μαΐου, ημέρα Κυριακή 5 μ.μ. εις το Αρχαίον Στάδιον όπισθεν του Ζαππείου, εις την γέφυραν όπου είνε απέναντι εις τα αγγλικά μνημεία με Κυπαρίσσια. Ολοι οι σοσιαλισταί και οι υπό μισθόν πάσχοντες θα συναθροισθώσι να υπογράψωσι ψήφισμα προς τη Βουλή, διά του οποίου θα ζητώσι πρώτον τας Κυριακάς όλα τα καταστήματα γενικώς να ήναι κλειστά προς ανάπαυσιν των πολιτών. β΄ τον περιορισμόν των εργάσιμων ωρών εις 8 καθ’ εκάστην κατ’ ανώτατον όριον και ολιγώτερον διά τας κοπιώδεις και ανθυγιεινάς εργασίας και διά τους παίδας και τας γυναίκας. γ΄ απονομήν συντάξεως εις τους εκ της εργασίας παθόντας και καταστάντας ανικάνους προς διατήρησιν εαυτών και της οικογενείας των και εις τας οικογενείας των εν τη εργασία φονευομένων».

Οπως ακριβώς είχε καθοριστεί, στις 2 Μάη του 1893, ημέρα Κυριακή και ώρα 5μ.μ. οι Σοσιαλιστές της ομάδας Καλλέργη και εργαζόμενοι συγκεντρώθηκαν στο Στάδιο - και όχι στους στύλους του Ολυμπίου Διός που από λάθος, προφανώς, πληροφόρηση γράφει ο Κορδάτος - όπου και γιόρτασαν αγωνιστικά την παγκόσμια ημέρα της Εργατικής Τάξης. Οι πληροφορίες στον Τύπο της εποχής παρουσιάζουν μεγάλη απόκλιση αναφορικά με τον αριθμό των συγκεντρωμένων, οπότε και δεν είναι εύκολο να αποφανθεί κάποιος σήμερα με ακρίβεια πάνω σ’ αυτό το ζήτημα.

Ο «Σοσιαλιστής» του δευτέρου 15ήμερου του Μάη 1893 κάνει λόγο για πάνω από 2 χιλιάδες συγκεντρωμένους. Γράφει συγκεκριμένα: «Εις τας δύο Μαΐου ώρα 5 μ.μ. παρά το αρχαίον Στάδιον, τα μέλη του “Κεντρικού Σοσιαλιστικού Συλλόγου” και μέγα πλήθος εκ των πασχουσών εργατικών τάξεων των ευρισκομένων υπό τον ζυγόν του μισθού, ακολουθούντες τον διεθνή των πασχουσών τάξεων αγώνα, συνηθροίσθησαν προς διαμαρτύρησιν εναντίον του σημερινού αθλίου συστήματος, όπου δυστυχούν οι πολλοί κοπιωδώς εργαζόμενοι και ευτυχούν οι ολίγοι οκνηροί, πλούσιοι, μη εργαζόμενοι και απολαμβάνοντες τον ιδρώτα των πολλών εργαζομένων… συνήλθον πλέον των 2 χιλιάδων ατόμων…»

Ας δούμε όμως πώς γιορτάστηκε η δεύτερη Εργατική Πρωτομαγιά στην Ελλάδα, ούτως ώστε να έχουμε μια σαφέστερη εικόνα εκείνων των πρώτων βημάτων του ελληνικού προλεταριάτου προς την κατεύθυνση της αυτοσυνειδητοποίησής του.

Μετά τον επιτυχή γιορτασμό της Πρωτομαγιάς του 1893 και τα όσα επακολούθησαν με την επίδοση του ψηφίσματος, τη σύλληψη και την καταδίκη του Καλλέργη, κυριάρχησε ενωτικό πνεύμα στις τάξεις των σοσιαλιστικών ομάδων της εποχής. Είτε από πολιτικό υπολογισμό, είτε γιατί ήταν πλέον φανερό πως ο αντίπαλος ήταν κοινός, οι ομάδες αυτές κινήθηκαν στην κατεύθυνση ενός ενωτικού γιορτασμού της παγκόσμιας μέρας της εργατικής τάξης, κάτι που - παρά τις διαφορές τους - κατάφεραν να φέρουν σε πέρας στις πρωτομαγιάτικες εκδηλώσεις του 1894. «Η κίνηση που έγινε από τους σοσιαλιστικούς ομίλους για το γιορτασμό της Πρωτομαγιάς - γράφει ο Γιάννης Κορδάτος - έβαλε την αστυνομία και την εισαγγελία σε τρεχάματα». Οντως έτσι είχαν τα πράγματα κι αυτό φάνηκε ιδιαίτερα τη μέρα του γιορτασμού, όπου οι αστυνομικές δυνάμεις βρέθηκαν σε κινητοποίηση.
...
Στη συγκέντρωση μίλησε ο Πλάτωνας Δρακούλης πάνω στο ιστορικό της Εργατικής Πρωτομαγιάς. Στη συνέχεια το λόγο πήρε ο Στ. Καλλέργης, του οποίου η ομιλία ήταν σε πολεμικό τόνο και γεμάτη «μίσος κατά της πλουτοκρατίας» και, τέλος, το λόγο έλαβαν ο φοιτητής νομικής Ευάγγελος Μαρκαντωνάτος και ο Δ. Γραμματικός.

Μετά το 1894 - και για αρκετό χρονικό διάστημα - δε φαίνεται να υπήρξαν γιορτασμοί της Εργατικής Πρωτομαγιάς με συγκεντρώσεις. Τα πολιτικά γεγονότα και ιδιαίτερα το γεγονός ότι η χώρα παράδερνε στη δίνη μιας οξύτατης κοινωνικοπολιτικής κρίσης (ο ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897 και η κρίση του αστικοτσιφλικάδικου καθεστώτος, η ανάγκη του αστικού εκσυγχρονισμού και ο αστικός εθνικισμός με το Μακεδονικό, το κίνημα στο Γουδί και όσα επακολούθησαν), σε συνδυασμό με την καθυστέρηση του εργατικού κινήματος, που και στα πιο πρωτοπόρα τμήματά του έμενε πολύ πίσω από το ευρωπαϊκό εργατικό κίνημα, μακριά από τον επιστημονικό σοσιαλισμό και χωρίς να είναι σε θέση να ξεφύγει από το πλαίσιο του ουτοπικού σοσιαλισμού, εξηγούν το φαινόμενο.

---

Η πρώτη οργανωμένη και μαζική εργατική Πρωτομαγιά γιορτάστηκε το 1919. Μάλιστα, όχι την 1η Μαϊου, αλλά στις 18 Απριλίου, σύμφωνα με το νέο ημερολόγιο κι όχι το παλιό, που ίσχυε ακόμη στη χώρα. Η καινοτομία προκάλεσε κακεντρεχή σχόλια...

Ο εορτασμός του 1919 οργανώθηκε από τη Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδος και το Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα Ελλάδος, που είχαν ιδρυθεί τον προηγούμενο χρόνο (Οκτώβριος - Νοέμβριος 1918).

Την περίοδο που ετοιμάζεται ο εορτασμός στην Ελλάδα ισχύει ακόμη ο στρατιωτικός νόμος, η κυβέρνηση Βενιζέλου συμμετέχει με στρατεύματα στη διεθνή επέμβαση για κατάπνιξη της σοσιαλιστικής επανάστασης στη Ρωσία, ενώ διεξάγονται συνομιλίες για τη συνθήκη τερματισμού του Α Παγκοσμίου Πολέμου στο Παρίσι. Η Ελλάδα ετοιμάζεται για τη μικρασιατική εκστρατεία και εκείνες τις μέρες παίρνει το «πράσινο φως» για την απόβαση στη Σμύρνη (Μάιος 1919).

Οι διαφορετικές απόψεις για τα μεγάλα θέματα της χώρας διαπερνούν και τη νεοσύστατη ΓΣΕΕ. Η διοίκηση, που αναδείχτηκε στο καταστατικό της συνέδριο (250 αντιπρόσωποι που εκπροσωπούσαν 65.000 εργάτες), ελέγχεται από τη βενιζελική παράταξη. Μειοψηφούν οι σοσιαλιστές, που ανήκουν στο ΣΕΚΕ.

Ο πρόεδρος της ΓΣΕΕ Ε. Μαχαίρας (φανατικός βενιζελικός) επιδιώκει να μην εορταστεί η Πρωτομαγιά «ένεκα των εξαιρετικών εθνικών περιστάσεων».

Αντίθετη γνώμη έχει η μειοψηφία (5 από τους 11 της διοίκησης), η οποία με βάση την απόφαση του Α Πανεργατικού Συνεδρίου προχωρά στην εξαγγελία και την προετοιμασία του εορτασμού.

Δεν έχει μόνο τη νομιμότητα με το μέρος της, αλλά και τον επαναστατικό άνεμο που φυσάει εκείνη την εποχή στην Ευρώπη. Επειτα από χρόνια κυριαρχίας του εθνικισμού και παύσης των διεκδικητικών και ταξικών αγώνων, λόγω του πολέμου, η 1η Μάη επιστρέφει στις ρίζες του 1889-1890, όταν ορίστηκε ως διεθνής μέρα της εργατιάς.

Παρά τις απαγορεύσεις και την παρουσία στρατού έξω από το εργοστάσιο Ηλεκτρισμού, τα σωματεία και τα γραφεία του ΣΕΚΕ ο εορτασμός θα σημειώσει πρωτοφανή επιτυχία. Θα γίνει με υποδειγματική τάξη, χάρη στα μέτρα που πήραν τα σωματεία και η «εργατική αστυνομία».

Ομιλητές ήταν ο Αχ. Χατζημιχάλης και ο Γ. Παπανικολάου εκ μέρους της ΓΣΣΕ, ο Στ. Κόκκινος από το ΣΕΚΕ. Στιγμάτισαν «την αθλιότητα των συνθηκών υπό τας οποίας ζουν οι εργάται, υφαίνοντες τα μεταξωτά των πλουσίων για να γυρίζουν αυτοί γυμνοί, κτίζοντες τα μέγαρα εκείνων για να κατοικούν αυτοί στας τρώγλας». Εκείνος, όμως, που θα ξεσηκώσει τους συγκεντρωμένους, με την ομιλία του, είναι ο Α. Μπεναρόγια. Ο Θεσσαλονικιός εργατικός ηγέτης ήταν από τους ιδρυτές του οργανωμένου σοσιαλιστικού κινήματος και πολύ γνωστός για τους αγώνες του. Σε φίλους και ταξικούς εχθρούς...

«Είμεθα άπειροι, αλλά...»
"Αι πιέσεις, τα εμπόδια δεν μας απελπίζουν. Είμεθα ακόμη άπειροι, είμεθα αρχάριοι. Η Πρωτομαγιά όλων των εργατών του κόσμου είναι αρχή της αναγεννήσεως. Αναγεννόμεθα, οργανούμεθα. Μια νέα ζωή ήδη αρχίζει για μας, μια νέα ελπίδα μας ενθαρρύνει... Στην τιμία Ελλάδα απομένει να βάλη και εδώ τα θεμέλια του νέου κόσμου, που οικοδομείται..."

https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEg-AoVSy_HvayevcSTFXwofKkrOQ-h2UvJwJLjttGydLCufobymcbgrYvA3kJGZCJmqyNzYObQjeFMTfroZC02PIj7qrjEMNbkWChoa6CnyYzvgm577GXDLJLRCuw7dRD6CqWJdaVbTOMvR/s400/protomag003.jpg
Πρωτομαγιά στην Ελλάδα σε περίοδο καπιταλιστικής κρίσης (1936 - Δικτατορία Μεταξά)

Ήταν 1η Μαΐου του 1936 όταν οι καπνεργάτες της Θεσσαλονίκης αποφασίζουν να κατέβουν σε απεργία για τη διεκδίκηση των δικαιωμάτων τους.

Μέσα σε λίγες μέρες το απεργιακό κύμα είχε εξαπλωθεί σε Ξάνθη, Αγρίνιο, Κομοτηνή, Σέρρες και Ελευσίνα και η απεργία είναι πλέον πανεργατική.

Ο Ι. Μεταξάς σε επίσκεψή του στη Θεσσαλονίκη είναι απόλυτος: οι Αρχές πρέπει να χτυπήσουν τους διαδηλωτές στο ψαχνό.

Η απεργία συνεχίζεται και στις 9 του Μάη στη διασταύρωση Εγνατίας και Βενιζέλου από τις σφαίρες των οργάνων της τάξης πέφτει νεκρός ο οδηγός Τάσος Τούσης.

Οι διαδηλωτές εξοργισμένοι τοποθετούν το νεκρό πάνω σε μια πόρτα και τον περιφέρουν στους δρόμους της πόλης σε μια ιδιότυπη «λιτανεία» καταγγελίας, διαμαρτυρίας και αντίστασης. Οι νεκροί θα φτάσουν τους 12 και οι τραυματίες τους 300.

Στο σημείο της συμπλοκής θα στηθεί αργότερα το Μνημείο του Καπνεργάτη. Η μάνα του νεκρού Τάσου Τούση, που πληροφορήθηκε τα γεγονότα, τρέχει, πέφτει πάνω στο νεκρό παιδί της και μοιρολογεί. Αυτή η Εικόνα ενέπνευσε αργότερα τον Γιάννη Ρίτσο να γράψει τον ΕΠΙΤΑΦΙΟ...

Πηγές: Παραπολιτική (εδώ και εδώ), 'Εθνος (εδώ)

Αφιέρωμα στην Εργατική Πρωτομαγιά (μέρος 2ο)

(συνέχεια από το Α' μέρος...)

Σ. Γιελέν – «1886: Η ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ ΜΕΣΑ ΑΠO ΤΗ ΔΡΑΣΗ
Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑΣ»


[...] Η απεργία ξεκίνησε στο Σικάγο με φοβερή ορμητικότητα και με τεράστιες ελπίδες επιτυχίας. Γύρω στους 40.000 εργάτες κατέβηκαν σε απεργία την 1η Μαΐου όπως είχε κανονιστεί, και τελικά έφτασαν να απεργούν 65.000 εργάτες μέσα σε τρεις ή τέσσερις μέρες. Αλλά κι αυτός ο αριθμός δεν αντιπροσώπευε ολόκληρο το δυναμικό της πόλης: χωρίς να γίνει απεργία ικανοποιήθηκε το αίτημα για μείωση της εργάσιμης ημέρας περισσότερων από 45.000 εργατών. Επιπλέον, απεργούσαν ήδη χιλιάδες εργάτες στο Λέηκ Σωρ, στο Γουώμπας, στο Σικάγο, στο Μιλγουώκη, στο Σαιν Πωλ και σε διάφορους σταθμούς μεταφορών οι απεργοί διαμαρτύρονταν για την πρόσληψη εργατών που δεν ανήκαν στο συνδικάτο.

 Αντιμετωπίζοντας ένα τέτοιο μαζικό κίνημα ο αρχηγός της αστυνομίας Έμπερσολντ κατάλαβε ότι η κατάσταση είναι δύσκολη και ζήτησε να βρίσκεται σ’ επιφυλακή, το Σάββατο, 1η Μαΐου, ολόκληρη η δύναμη της αστυνομίας και των χαφιέδων του Πίνκερτον – δύναμη που ενισχύθηκε από ιδιωτικούς μπασκίνες, μισθωμένους πρώτα από την Εταιρεία Σιδηροδρόμων, καθώς και με ειδικούς χαφιέδες, πολλοί από τους οποίους προέρχονταν από τη Μεγάλη Στρατιά του Πότομακ. Παρόλες όμως τις πολεμικές προετοιμασίες, το Σάββατο κύλησε ειρηνικά. Η πόλη είχε γιορτινή εμφάνιση με τα εκατοντάδες κλειστά εργοστάσια και τους χιλιάδες απεργούς που περιδιάβαιναν τους δρόμους οικογενειακά. Έγιναν πορείες και μαζικές συγκεντρώσεις κι ακούστηκαν λόγοι στα πολωνικά, τα γερμανικά, τα αγγλικά και τη βοημική διάλεκτο.

Αντιμέτωποι με μιαν απεργία που παρουσίαζε απρόβλεπτη δύναμη και διάθεση αλληλεγγύης, οι μεγάλοι επιχειρηματίες και βιομήχανοι συνασπίστηκαν για να τη συντρίψουν. Στις 27 Απριλίου ιδρύθηκε ο Σύνδεσμος Βιομηχάνων Υποδηματοποιίας στον οποίο συμμετείχαν 60 βιομήχανοι αυτοπροσώπως και 160 με γραπτή δήλωσή τους. Ο Σύνδεσμος αποσκοπούσε στο συντονισμό της δράσης των εκμεταλλευτών. Τα μεγαλύτερα χυτήρια σιδήρου, χάλυβος, χαλκού και μπρούτζου διακήρυξαν ότι θ’ αντιτάσσονταν στο αίτημα για την καθιέρωση του οκτάωρου. 

Το πρωί της πρωτομαγιάς συνεδρίασαν οι εκπρόσωποι των μεγάλων πλανιστηρίων για να αποφασίσουν με ποιο τρόπο θα αντιδράσουν ενάντια στους απεργούς. Το ίδιο βράδυ πήραν μέρος σ’ αυτή τη συγκέντρωση οι ξυλέμποροι και οι εταιρείες συσκευασιών -έτσι, σύσσωμη η ξυλοβιομηχανία αποφάσισε να μην κάνει καμιά παραχώρηση στους εργάτες. Παρόλα αυτά, τη Δευτέρα 3 Μαΐου η εξάπλωση της απεργίας ήταν τρομακτική. Το ποτάμι κοντά στην ξυλεμπορική Αγορά είχε πλημμυρίσει από παρατημένη ξυλεία, ενώ έρχονταν 300 μαούνες γεμάτες φορτίο σε εκδήλωση συμπαράστασης. Οι οικοδομικές εργασίες που εκείνη την εποχή βρισκόντουσαν σε άνθιση, παρέλυσαν ξαφνικά. Τα μεγάλα χυτήρια μετάλλων και οι μεταφορικοί σταθμοί μπλοκαρίστηκαν. Για να σπάσει η απεργία ήταν πια αναγκαία μια καθαρά επιθετική ενέργεια. Τη Δευτέρα τα γκλομπ της αστυνομίας άρχισαν να διαλύουν τις πορείες και τις συγκεντρώσεις.

Το απόγευμα της ίδιας μέρας έγιναν σοβαρές φασαρίες στο εργοστάσιο Μακ Γκόρμικ Χάρβεστερ. Η αντιδικία ανάμεσα στον εργοστασιάρχη Μακ Γκόρμικ και τους εργάτες χρονολογείται από τα μέσα Φεβρουαρίου όταν η επιχείρηση κήρυξε λοκ-άουτ ενάντια στους 1.400 υπαλλήλους, αντιμετωπίζοντας έτσι το αίτημά τους να σταματήσει η δίωξη ορισμένων συναδέλφων τους που είχαν απεργήσει παλιότερα. Τους επόμενους δυο μήνες οι απεργοσπάστες, οι χαφιέδες του Πίνκερτον και οι μπασκίνες έκαναν λυσσαλέες επιθέσεις εναντίον των απεργών.

Η αστυνομία εξαπέλυσε την επίθεσή της το απόγευμα της Δευτέρας, 3 Μαΐου. 6.000 απεργοί ξυλεργάτες συγκεντρώθηκαν κοντά στο Μαύρο Μονοπάτι, ένα μίλι βόρεια απ’ το εργοστάσιο Μακ Γκόρμικ, με σκοπό τη δημιουργία μιας επιτροπής που θα στελνόταν στους ξυλεμπόρους. Ενώ ο Σπάιζ μιλούσε στη συγκέντρωση, μια ομάδα 200 περίπου ατόμων αποσπάστηκε αυθόρμητα από το πλήθος των απεργών, έκανε πορεία προς το εργοστάσιο και επιτέθηκε στους απεργοσπάστες που εκείνη τη στιγμή έφευγαν για το σπίτι τους.

Μέσα σε 10-15 λεπτά πλάκωσαν οι μπάτσοι – πάνω από 200. Στο μεταξύ ο Σπάιζ και οι συγκεντρωμένοι απεργοί βλέποντας τα περιπολικά κι ακούγοντας πυροβολισμούς ξεκίνησαν για το εργοστάσιο -στο δρόμο συναντήθηκαν με τη δύναμη των γκλομπ και των όπλων- οι αστυνομικοί πυροβολούσαν ανεξέλεγκτα τους απεργούς που έτρεχαν για να ξεφύγουν. Αποτέλεσμα: τέσσερις νεκροί και πάρα πολλοί τραυματίες.
Ο Σπάιζ αγανακτισμένος από τις νέες αγριότητες της αστυνομίας πήγε βιαστικά στο τυπογραφείο της “Εργατικής Εφημερίδας του Σικάγου” και κυκλοφόρησε την ακόλουθη προκήρυξη στα αγγλικά και τα γερμανικά:
ΕΚΔΙΚΗΘΕΙΤΕ! ΕΡΓΑΤΕΣ ΣΤΑ ΟΠΛΑ!!!

Τ’ αφεντικά εξαπέλυσαν τα λαγωνικά τους -την αστυνομία- και δολοφόνησαν έξι από τα αδέρφια μας σήμερα το απόγευμα στη φάμπρικα του Μακ Γκόρμικ. Σκότωσαν τ’ άμοιρα αδέρφια μας γιατί όπως και σεις είχαν το κουράγιο να μην υπακούσουν στην ανώτατη θέληση των αφεντικών σας. Τους σκότωσαν γιατί τόλμησαν ν’ απαιτήσουν τη μείωση των ωρών σκλαβιάς. Τους σκότωσαν για να αποδείξουν σε σας τους “Ελεύθερους Αμερικανούς Πολίτες” ότι πρέπει να είσαστε ικανοποιημένοι με οτιδήποτε αποφασίσουν να σας επιτρέψουν αλλιώς θα πεθάνετε!

Εδώ και χρόνια υφίστασθε τις πιο χυδαίες ταπεινώσεις, εδώ και χρόνια υποφέρετε αμέτρητα πλήγματα, αμέτρητες αδικίες, εργαζόσαστε μέχρι αναισθησίας, υποφέρετε από τους πόνους της ένδειας και της πείνας· τα παιδιά σας τα θυσιάσατε στον αφέντη της φάμπρικας – με λίγα λόγια όλα αυτά τα χρόνια ήσασταν δυστυχισμένοι και υπάκουοι σκλάβοι. Γιατί; Για να ικανοποιήσετε την αδηφάγα φάρα, για να γεμίσετε τα χρηματοκιβώτια του κοπρίτη, κλέφτη αφέντη σας; Όταν τώρα του ζητάτε να σας ελαφρώσει το φορτίο σας, στέλνει τα λαγωνικά του για να σας πυροβολήσουν, να σας σκοτώσουν!


Αν είσαστε άντρες, αν είσαστε τέκνα των πατεράδων σας που έχυσαν το αίμα τους για να σας ελευθερώσουν, τότε θα σηκώσετε τ’ ανάστημά σας, θα δείξετε τη δύναμή σας και θα καταστρέψετε εσείς το απαίσιο τέρας που θέλει να σας καταστρέψει. Στα όπλα, σας καλούμε στα όπλα!

Τ’ ΑΔΕΡΦΙΑ ΣΑΣ

Το επόμενο βράδυ μια δεύτερη προκήρυξη καλούσε σε μαζική συγκέντρωση διαμαρτυρίας στην Παλιά Αγορά της οδού Ράντολφ.

Το πρωί της Τρίτης, 4 Μαΐου, ξημέρωσε με την αστυνομία να επιτίθεται ενάντια σε 3.000 απεργούς κοντά στην 35η οδό. Οι επιθέσεις κατά των συγκεντρωμένων απεργών συνεχίστηκαν και το απόγευμα, ειδικά στη νοτιοδυτική πλευρά της πόλης. Ο δήμαρχος Χάρρισον έδωσε άδεια για μαζική συγκέντρωση εκείνη τη βραδιά και στις 7 η ώρα ο κόσμος άρχισε να συγκεντρώνεται στην Πλατεία Αγοράς, το κέντρο των ξυλεμπορικών. Μεταξύ 8 και 9 η ώρα είχαν εμφανιστεί περίπου 3.000 άτομα, ανάμεσά τους και ο δήμαρχος Χάρρισον που παρακολουθούσε σαν θεατής για να μην διασαλευτεί η τάξη. Στο αστυνομικό τμήμα της οδού Ντεμπλαίν, μισό τετράγωνο απόσταση από τη συγκέντρωση, ένα αρκετά μεγάλο σώμα αστυνομικών βρισκόταν σ’ ετοιμότητα. Η συγκέντρωση ήταν πολύ ήσυχη. 

Ο Σπάιζ μίλησε στους απεργούς από ένα αμάξι μπροστά στο εργοστάσιο των αδερφών Κραίην. Ύστερα μίλησε ο Πάρσονς που περιορίστηκε στο θέμα του οκταώρου. Ύστερα μίλησε ο Φήλντεν. Γύρω στις 10 μια δυνατή καταιγίδα άρχισε να διαλύει τη συγκέντρωση, ενώ εκείνη την ώρα ο Σπάιζ και ο Πάρσονς είχαν φύγει. Ο μόνος που είχε μείνει ήταν ο Φήλντεν που μιλούσε στον κόσμο που ήταν ακόμα εκεί. Ο δήμαρχος Χάρρισον που είχε κρίνει ότι η συγκέντρωση ήταν ειρηνική και ότι όλα είχαν τελειώσει, έφυγε λίγο μετά τις 10, κάλεσε το αστυνομικό τμήμα για να δώσει αναφορά και μετά πήγε να κοιμηθεί στο σπιτάκι του.

Ύστερα από λίγα λεπτά, ο διευθυντής της αστυνομίας, Τζων Μπόνφηλντ, μισητός σ’ όλη την πόλη για την κτηνωδία του, μπήκε επικεφαλής ενός αποσπάσματος 180 μπάτσων για να διαλύσει όσους είχαν απομείνει από τη συγκέντρωση. Η ενέργεια αυτή δεν είχε κανένα νόημα πέρα από το ότι ο Μπόνφηλντ ήθελε να προκαλέσει άλλο ένα μακελειό. Σύμφωνα με τον κυβερνήτη της Πολιτείας, Ώλντγκενλντ, “ο επιθεωρητής Μπόνφηλντ είναι ο πραγματικός υπεύθυνος για το θάνατο των αστυνομικών”.

 Οι μπάτσοι κρατήθηκαν σε κάποια απόσταση από το αμάξι των ομιλητών και ένας λοχαγός Γουώρντ διέταξε τους συγκεντρωμένους να διαλυθούν. Ο Φήλντεν απάντησε ότι η συγκέντρωση ήταν ειρηνική. Καθώς ο Γουώρντ στράφηκε για να δώσει διαταγή στους άντρες του μια βόμβα έπεσε από ένα σημείο στο πεζοδρόμιο λίγο πιο αριστερά από το αμάξι. Η έκρηξη έγινε εκεί που στέκονταν οι μπάτσοι και τραυμάτισε 66. Απ’ αυτούς οι επτά πέθαναν αργότερα. Η αστυνομία άρχισε αμέσως να πυροβολεί υστερικά το πλήθος, σκοτώνοντας αρκετούς και τραυματίζοντας 200. Πανικός ξέσπασε στη γειτονιά. Έγιναν τηλεφωνήματα σε γιατρούς. Τα φαρμακεία γέμισαν τραυματίες.

Μέχρι και σήμερα ακόμα δεν έχει εξακριβωθεί ποιος έριξε τη βόμβα. Υπάρχουν τρεις πιθανότητες:

1) O κυβερνήτης Ώλντγκελντ υποστήριζε στο απαλλακτικό διάγγελμά του το 1893 ότι ρίχτηκε από κάποιον σαν αντίποινα για όλες τις βιαιότητες του Μπόνφηλντ και της αστυνομίας. “…Αποδεικνύεται ότι κατά πάσα πιθανότητα η βόμβα ρίχτηκε από κάποιον που ζητούσε προσωπική εκδίκηση, ότι οι αρχές ακολούθησαν μια τακτική που ήταν φυσικό να προκαλέσει όλα όσα προκάλεσε, ότι αρκετά χρόνια πριν από το επεισόδιο της Παλιάς Αγοράς δεν είχαν σημειωθεί εργατικές ταραχές και ότι σε αρκετές περιπτώσεις πολλοί εργάτες που δεν ήταν ένοχοι καμιάς κατηγορίας είχαν δολοφονηθεί, και κανένας από τους δολοφόνους δεν πέρασε από δικαστήριο. Οι μαρτυρίες που δόθηκαν στους ανακριτές και εκτέθηκαν εδώ αποδεικνύουν ότι σε δύο τουλάχιστον περιπτώσεις πυροβολήθηκαν άτομα και σκοτώθηκαν καθώς έτρεχαν, πράγμα που αποδεικνύει ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος να πυροβοληθούν· παρόλα αυτά δεν κατηγορήθηκε κανείς. Στο Σικάγο έγιναν πολλές απεργίες κατά τις οποίες η αστυνομία όχι μόνο επιτέθηκε ενάντια στους ανθρώπους, αλλά και χωρίς καμιά νομική δικαιοδοσία εισέβαλε και διέσπασε ειρηνικές συγκεντρώσεις· σε πολλές περιπτώσεις που δεν ήταν ένοχοι στο παραμικρό”.

2) Η πιθανότητα ενός προβοκάτορα δεν πρέπει να απορριφθεί εντελώς. Η αστυνομία του Σικάγου εκείνη την εποχή ήταν ικανή για κάτι τέτοιο. Το πρωί μετά την έκρηξη της βόμβας ο επιθεωρητής Μπόνφηλντ έκανε την εξής ανακοίνωση:
“Θα λάβωμεν δραστικά μέτρα διά την σύλληψιν των ηγετών της υποθέσεως αυτής. Η ενέργεια της χθεσινής νυκτός θα αποδείξει ότι η βομβιστική και δυναμιτιστική φρασεολογία δεν ήτο απλή πομφόλυξ… Η επίθεσις εναντίον ημών ήτο κτηνώδης και θρασύδειλος”. (Η υπογράμμιση έγινε από τον ίδιο τον Μπόνφηλντ).
Η υπογραμμισμένη πρόταση ίσως υποδηλώνει μια παλιά πρόθεσή του να αποδείξει ότι η “δυναμιτιστική φρασεολογία” δεν ήταν “απλή πομφόλυξ”.

3) Υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να ήταν ένοχος ο αναρχικός Ρ. Στσνάουμπελτ, γαμπρός του Μ. Στσουώμπ. Το γεγονός ότι συνελήφθηκε δύο φορές και αφέθηκε ελεύθερος σε περίοδο που η αστυνομία συνελάμβανε και φυλάκιζε όλους τους αναρχικούς και συμπαθούντες που μπορούσε να αρπάξει, δημιουργεί την υποψία ή μάλλον τη βεβαιότητα ότι η αστυνομία ήθελε να τον ξεμπερδέψει για να μπορέσει να καταδικάσει τους οκτώ σημαντικότερους επαναστάτες ηγέτες.

Ο δικαστής Γκάρυ που αναθεώρησε την υπόθεση επτά χρόνια μετά την πρώτη δίκη παραδέχτηκε πως ήταν πολύ πιθανή η ενοχή του Στσνάουμπελτ και πως η απαλλαγή του μπορεί να έγινε όταν ακριβώς ήταν ο σημαντικότερος ύποπτος. Ο Γκάρυ συμπέρανε, παρόλα αυτά, ότι “ή ο Στσνάουμπελτ ή κάποιος άλλος πέταξε τη βόμβα, πράγμα που δεν έχει και τόσο μεγάλη σημασία”.

Οι εφημερίδες, όχι μόνο στο Σικάγο, αλλά και παντού, άρχισαν να σπέρνουν τον πανικό. Απαίτησαν την εκτέλεση όλων των ανατρεπτικών στοιχείων. Μέσα σε λίγες μέρες η αστυνομία συνέλαβε τους κυριότερους αναρχικούς επαναστάτες της πόλης – τους Σπάιζ, Φήλντεν, Στσουώμπ, Άντολφ Φίσερ, Τζωρτζ Ένγκελ, Λούις Λινγκ, Όσκαρ Νημπ και άλλους, ακόμα και τους 25 τυπογράφους της “Εργατικής Εφημερίδας”. Ο μόνος που διέφυγε ήταν ο Πάρσονς που η αστυνομία δεν μπορούσε να τον συλλάβει παρά το φοβερό κυνηγητό. Όταν ανακοινώθηκε ο θάνατος του μπάτσου Μ. Τζ. Ντήγκαν οι εφημερίδες απαίτησαν κραυγαλέα βιαστικές δίκες στο κακουργιοδικείο. Για αρκετές βδομάδες αναζωπύρωναν το αίσθημα τρομοκρατίας που επικρατούσε στο κοινό. 

Οι τίτλοι τους ήταν χαρακτηριστικοί: Αιμοδιψή κτήνη, Ερυθροί ρουφιάνοι, Ερυθροί ταραξίες, Κατασκευαστές βομβών, Ερυθροί αγκιτάτορες, Αναρχικοί δυναμιτιστές, Αιμοδιψή τέρατα, Εκσφενδονιστές βομβών, Βομβολάτρες. Η εφημερίδα Chicago Tribune έγραφε στις 6 Μαΐου: “Τα φίδια αυτά θράφηκαν και αναζωογονήθηκαν με τη λιακάδα της ανοχής και πήραν θάρρος να επιτεθούν ενάντια στην κοινωνία, το νόμο, την τάξη και την κυβέρνηση”. Και η Chicago Herald της ίδιας ημέρας: “Ο όχλος που παρακινήθηκε από τον Σπάιζ και τον Φήλντεν σε δολοφονίες δεν αποτελείται από αμερικανούς. Είναι καθάρματα από την Ευρώπη που ζήτησαν καταφύγιο σ’ αυτές τις ακτές για να καταχραστούν τη φιλοξενία μας και να περιφρονήσουν τις αρχές της χώρας”. Η Chicago Interocean: “Για μήνες, για χρόνια, αυτά τα μικροπρεπή υποκείμενα διαλαλούσαν τα στασιαστικά κι επικίνδυνα δόγματά τους”. Η Chicago Journal της 7ης Μαΐου: “

Η Δικαιοσύνη θα πρέπει να είναι πολύ αυστηρή όταν θα περιλάβει τους κρατούμενους αναρχικούς. Οι νόμοι που αφορούν τη συνενοχή σ’ εγκλήματα είναι τόσο σαφείς ώστε οι δίκες τους δεν θα πρέπει να κρατήσουν πολύ”.

Η τροφοδότηση της υστερίας του κοινού κατάντησε να είναι πρωταρχική δραστηριότητα της αστυνομίας. Ύστερα από τρία χρόνια, κατά τη διάρκεια μιας συνέντευξής του, ο αρχηγός της αστυνομίας, Έμπερσολντ, παραδέχτηκε: “Ήτο τακτική μου να κατευνάσω τα πνεύματα όσο το δυνατόν ταχύτερον μετά την 4ην Μαΐου 1886. Η γενική αναταραχή ήτο εις βάρος της πόλεως του Σικάγου. Άλλωστε ο λοχαγός Στσάακ επεζητούσε την αναταραχήν. Ήθελε να ανεύρη βόμβας πανταχόθεν… Μετά την διάλυσιν των αναρχικών ομάδων, ο Στσάακ ήθελε να εξαπολύσει τους άνδρας του διά να οργανώσουν εκ νέου τας διαλελυμένας ομάδας”. Η αστυνομία πήρε στα χέρια της τους καταλόγους συνδρομητών της “Εργατικής Εφημερίδας” και άρχισε μαζικές εφόδους.

Στις αίθουσες συγκεντρώσεων, στα τυπογραφεία, στα σπίτια γινόντουσαν διαρρήξεις και έρευνες· συνελάμβαναν και φυλάκιζαν οποιονδήποτε είχε έστω και ελάχιστη σχέση με το ριζοσπαστικό κίνημα. Η αστυνομία φρόντιζε οι επιδρομές της να έχουν αποτελέσματα. Κάθε μέρα ανακάλυπταν πυρομαχικά, καραμπίνες, μαχαίρια, ντουφέκια, πιστόλια, ξιφολόγχες, αναρχικά φυλλάδια, κόκκινες σημαίες, ανατρεπτικά πανό, φυσίγγια, εγχειρίδια, σφαίρες, μολύβι, υλικά για την κατασκευή τορπιλών, κάλυκες σφαιρών, δυναμίτη, βόμβες, οβίδες, καψούλια, μηχανήματα, ψεύτικες πόρτες για κρύπτες, υπόγειες γαλαρίες σκοποβολής. Κάθε εύρημα της αστυνομίας διατυμπανιζόταν από τις εφημερίδες. Απλώθηκε η φήμη ότι ο “Μοστ” θα ερχόταν από τη Νέα Υόρκη, προφανώς για να κλιμακώσει το κύμα δολοφονιών, οπότε η αστυνομία παρέταξε επιδεικτικά έξω από το σταθμό τους χαφιέδες της. Μαζεύτηκε πλήθος για να υποδεχτεί τον επικίνδυνο επισκέπτη, ο Μοστ όμως δεν φάνηκε. Η κατάλληλη ατμόσφαιρα για τη δίκη είχε προετοιμαστεί προσεκτικά.
...
δύο γεγονότα απέδειξαν ότι η δίκη δεν ήταν ούτε κατά προσέγγιση δίκαιη. Πρώτον, ο δικαστής Γκάρυ ανάγκασε και τους οκτώ κατηγορούμενους να δικαστούν μαζί, αυξάνοντας έτσι τον κίνδυνο παραδοχής όλων των ειδών αποδεικτικών στοιχείων. Δεύτερον, χάρη σ’ ένα απίθανο τέχνασμα οι ένορκοι δεν διαλέχτηκαν με το συνηθισμένο τρόπο της τυχαίας κλήρωσης, αλλά αντίθετα από ένα κλητήρα διορισμένο από τον πολιτειακό εισαγγελέα.

Ένας επιχειρηματίας του Σικάγου, ο Ο. Σ. Φαίηβορ, στην ένορκη κατάθεσή του δήλωσε ότι ο κλητήρας του είχε πει μπροστά σε μάρτυρες: “Εγώ χειρίζομαι αυτή την υπόθεση και ξέρω τι πρέπει να κάνω. Τα άτομα αυτά θα κρεμαστούν σίγουρα. Διαλέγω αυτούς ακριβώς τους ενόρκους γιατί οι κατηγορούμενοι θα τους απορρίψουν ασυζητητί και τελικά θα χάσουν τον καιρό τους και τις ενστάσεις τους. Θ’ αναγκαστούν να τους δεχτούν απλώς γιατί τους θέλει ο δημόσιος κατήγορος”. Ο δικαστής με πολύ έξυπνες ερωτήσεις κατάφερε να θεωρηθούν κατάλληλοι ένορκοι πολλοί που είχαν παραδεχτεί ανοιχτά τις προκαταλήψεις τους απέναντι στους κατηγορούμενους και οι οποίοι απορρίπτονταν εντελώς από την υπεράσπιση. Χρειάστηκαν 21 μέρες για να διαλεχτούν οι ένορκοι και εξετάστηκαν 981 υποψήφιοι. Τελικά η υπεράσπιση εξάντλησε το δικαίωμα ένστασης και έτσι διαλέχτηκαν οι 12 ένορκοι που ανάμεσά τους ήταν κι ένας συγγενής θύματος από τη βόμβα.

Η συνοπτική διαδικασία μπροστά στους ενόρκους άρχισε στις 14 Αυγούστου. Έληξε με την αγόρευση του πολιτειακού εισαγγελέα Γκρίνελ: “Δικάζεται ο Νόμος. Δικάζεται η Αναρχία. Οι άνθρωποι αυτοί διαλέχτηκαν από τους ενόρκους και θεωρήθηκαν ένοχοι γιατί ήταν ηγέτες. Δεν είναι περισσότερο ένοχοι απ’ ότι οι χιλιάδες που τους ακολουθούν. Κύριοι ένορκοι, καταδικάστε τους, κάντε τους παράδειγμα προς αποφυγήν, κρεμάστε τους και θα σώσετε τους θεσμούς μας, την κοινωνία μας”. Όπως είχε προβλεφθεί οι ένορκοι ανακοίνωσαν την απόφασή τους στις 20 Αυγούστου: τους χαρακτήρισαν όλους ένοχους και επέβαλαν την ποινή του απαγχονισμού στους επτά κατηγορούμενους, ενώ στον Όσκαρ Νημπ επέβαλαν φυλάκιση 15 χρόνων. Η υπεράσπιση έκανε έφεση για νέα δίκη τον Σεπτέμβριο. Η έφεση απορρίφθηκε και οι καταδικασμένοι κλήθηκαν να απολογηθούν. Οι απολογίες τους ήταν λεπτομερειακές, κράτησαν τρεις μέρες και απευθύνονταν όχι μόνo στο δικαστήριο αλλά και στους εργάτες όπου κι αν βρίσκονταν.

Ύστερα από μια μεγάλη ανάλυση των απόψεών του ο Σπάιζ είπε: “Λοιπόν, αυτές είναι οι ιδέες μου. Αποτελούν μέρος του εαυτού μου, δεν μπορώ να τις αποχωριστώ και δεν θα το έκανα ακόμα κι αν μπορούσα. Κι αν νομίζετε ότι μπορείτε να συντρίψετε αυτές τις ιδέες που κερδίζουν έδαφος κάθε μέρα και περισσότερο, αν νομίζετε ότι μπορείτε να τις στείλετε στην κρεμάλα -αν επιβάλλετε άλλη μια φορά τη θανατική ποινή σε άτομα που τόλμησαν να πουν την αλήθεια – και σας προκαλώ να μας αποδείξετε σε ποιο σημείο είπαμε ψέματα – σας λέω ότι αν ο θάνατος είναι η ποινή γιατί διακηρύχτηκε η αλήθεια, τότε θα πληρώσω το ακριβό τίμημα με περηφάνια και τόλμη! Φωνάξτε το δήμιό σας!”

Ο Τζωρτζ Ένγκελ είπε: “Μισώ και πολεμάω όχι τον καπιταλιστή σαν άτομο, αλλά το σύστημα που του δίνει τα προνόμιά του. Η μεγαλύτερή μου επιθυμία θα ήταν να μπορέσουν να αναγνωρίσουν οι εργάτες ποιοι είναι οι φίλοι τους και ποιοι οι εχθροί τους”.
Και με το θάρρος που είχε δείξει κατά τη διάρκεια της δίκης, ο Λινγκ που ήταν τότε μόνο 21 χρονών, είπε:
“Επαναλαμβάνω ότι είμαι εχθρός της τάξης που επικρατεί σήμερα και επαναλαμβάνω ότι θα την πολεμήσω με όλες μου τις δυνάμεις, όσο μπορώ ακόμα να ανασαίνω… Σας απεχθάνομαι! Απεχθάνομαι την τάξη σας, τους νόμους σας, την εξουσία σας που στηρίζεται στη βία. Κρεμάστε με γι’ αυτό!”

Η εκτέλεση της καταδίκης αναβλήθηκε μια και η υπόθεση παρουσιαζόταν στο Ανώτατο Δικαστήριο του Ιλλινόις. Αφού εξετάστηκε για αρκετούς μήνες και παρά το γεγονός ότι η δίκη έβριθε σφαλμάτων νομικής φύσης, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την απόφαση του κατώτερου δικαστήριου το Σεπτέμβριο του 1887. Όλες οι εργατικές οργανώσεις παντού, εκτός από τους Ιππότες της Εργασίας, ζήτησαν χάρη για τους καταδικασμένους αναρχικούς. Τις τελευταίες μέρες ο Φήλντεν και ο Στσουώμπ έκαναν αίτηση για χάρη και ζήτησαν μετατροπή της ποινής. Οι άλλοι απαίτησαν Ελευθερία ή θάνατο. Ο κυβερνήτης Όγκσλμπυ μετέτρεψε την ποινή του Φήλντεν και του Στσουώμπ σε ισόβια και έτσι μεταφέρθηκαν στις κρατικές φυλακές του Τζόλιετ μαζί με τον Νημπ. Ο Λινγκ απέφυγε το ικρίωμα την προηγούμενη της εκτέλεσης πυροδοτώντας ένα τσιγάρο με δυναμίτη μέσα στο στόμα του. Οι υπόλοιποι τέσσερις κρεμάστηκαν στις 11 Νοεμβρίου 1887.
“Οι θηλιές στήθηκαν γρήγορα, οι κουκούλες κατέβηκαν. Τότε κάτω από τα καλύμματα ακούστηκαν τα εξής:

ΣΠΑΪΖ: Θάρθει μια εποχή που η σιωπή του τάφου μας θα είναι πιο ισχυρή από τις φωνές που στραγγαλίζετε σήμερα.

ΕΝΓΚΕΛ και ΦΙΣΕΡ: Ζήτω η Αναρχία! Αυτή είναι η ευτυχέστερη στιγμή της ζωής μου!

ΠΑΡΣΟΝΣ: Ω, άνθρωποι της Αμερικής, θα μου δώσετε την άδεια να μιλήσω; Αφήστε με να μιλήσω Σερίφη Μαίητσον. Αφήστε να ακουστεί η φωνή του λαού, Ω!”.

Ύστερα από χρόνια, μετά από αναθεώρηση της δίκης, οι Φήλντεν, Στσουώμπ και Νημπ απαλλάχτηκαν της κατηγορίας και απελευθερώθηκαν.

ΣΥΝΕΧΕΙΑ

Αφιέρωμα στην Εργατική Πρωτομαγιά (μέρος 1ο)

Καθώς η άρχουσα τάξη συστηματικά έχει καταφέρει να "εξαφανίσει" σχεδόν από τη λαική μνήμη και συνείδηση τους εργατικούς αγώνες του Σικάγο, που έναν αιώνα πριν κατέκτησαν το 8ωρο. Τα ΜΜΕ προτιμούν αυτές τις μέρες να "παίζουν" διαρκώς -για ευνόητους λόγους- το θέμα των προσαγωγών για τη Marfin στην Πρωτομαγιά του 2010, που αποτέλεσε "σημείο καμπής" για το λαικό κίνημα, με χιλιάδες κόσμου να κατεβαίνουν στην πορεία, και να "κάνουν αισθητή την παρουισία τους" μετά από χρόνια "απραξίας".

Αποφασίσαμε λοιπόν να κάνουμε ένα -πρόχειρο έστω- ιστορικό αφιέρωμα για την Πρωτομαγιά, με τα γεγονότα του Σικάγο, αλλά και τις πρώτες αντίστοιχες προσπάθειες στην Ελλάδα για το 8ωρο:



Από παλιότερο άρθρο της "Ημερησίας" που πλέον δεν υπάρχει στο site της (τουλάχιστον εμείς δε το βρήκαμε):


[...]στη Mεγάλη Bρετανία, τη Γερμανία, τη Γαλλία και τις HΠA, προς το τέλος του 19ου αιώνα, υπάρχουν περίπου 30 εκατ. «προλετάριοι» και άλλα 10 στις υπόλοιπες χώρες, που κινούνται στους ρυθμούς της εκβιομηχάνισης. H αύξηση της μισθωτής εργασίας σε ποσοστά είναι, επίσης, εντυπωσιακή: 80% του ενεργού πληθυσμού είναι οι μισθωτοί στη Bρετανία, γύρω στο 50-60% στις HΠA, τη Γερμανία και τη Γαλλία.

Aν και όλη την περίοδο δεν σημειώνονται επαναστάσεις και υπερτοπικές εξεγέρσεις, όπως στο παρελθόν ( «άνοιξη» του 1848, Kομμούνα του 1871), ξεσπάνε απεργιακές κινητοποιήσεις χωρίς προηγούμενο. Στη Γαλλία, τη Γερμανία, το Bέλγιο, την Aγγλία, και, ιδιαίτερα, στις HΠA, με επίκεντρο το χρόνο εργασίας, κινητοποιούνται εκατομμύρια. Oι εργατικές οργανώσεις γνωρίζουν μια πρωτοφανή ανάπτυξη. Eνδεικτικοί αριθμοί στα τέλη της δεκαετίας του 1890: Tα αγγλικά τρέιντγιούνιορς αριθμούν 1,5 εκατ. μέλη, η Aμερικανική Oμοσπονδία Eργασίας πάνω από 600.000...

Κόμματα

Tο εργατικό κίνημα κάνει πράξη το κομμουνιστικό σύνθημα «Προλετάριοι όλων των χωρών ενωθείτε», ενώ δημιουργούνται τα πρώτα σοσιαλιστικά κόμματα. H εξέλιξη αυτή θεωρείται ως ένα από τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά της εποχής. Aπό την άποψη που ενδιαφέρει εδώ οι εργατικές τάξεις αποκτούν συνείδηση τις δύναμής τους, οργανώνονται. Oι κοινωνίες μεταμορφώνονται. Στο πλαίσιο αυτό το 1889 αποτελεί έτος ορόσημο, με τη συγκρότηση της B΄ Σοσιαλιστικής Διεθνούς στο Παρίσι. Tότε καρποφορούν και οι προσπάθειες που έχουν αρχίσει μερικά χρόνια νωρίτερα για τη διεθνή οργάνωση των εργατών.

H απόφαση για καθιέρωση της Πρωτομαγιάς

Aν και ουσιαστικά η Πρωτομαγιά «φύτρωσε» το 1886 στις HΠA, όμως τυπικά ως διεθνής μέρα των εργατών καθιερώθηκε στο ιδρυτικό συνέδριο της Δεύτερης Διεθνούς. Aυτή ήταν η σημαντικότερη απόφαση που πήραν στο Παρίσι (Iούλιος 1889) οι 400 περίπου εκπρόσωποι των εργατών από 20 χώρες. Στη σχετική απόφαση αναφέρεται:

«... Θα οργανωθεί μια μεγάλη διεθνής εκδήλωση για μια καθορισμένη ημερομηνία, με τέτοιο τρόπο, ώστε οι εργάτες σε όλες τις χώρες και σε όλες τις πόλεις ν’ απευθύνουν ταυτόχρονα μια συγκεκριμένη μέρα, προς τις δημόσιες αρχές, ένα αίτημα για να καθοριστεί η εργάσιμη μέρα σε οκτώ ώρες και να τεθούν σε ισχύ οι άλλες αποφάσεις του Διεθνούς Συνεδρίου του Παρισιού. Eνόψει του ότι μια τέτοια εκδήλωση έχει ήδη αποφασιστεί από την Aμερικανική Oμοσπονδία Eργασίας στο συνέδριό της, το Δεκέμβρη του 1888 στο Σεντ Λούις για την 1η του Mάη 1890, η μέρα αυτή γίνεται δεκτή σαν η μέρα για τη διεθνή εκδήλωση. Oι εργάτες των διαφόρων χωρών θα πρέπει να οργανώσουν την εκδήλωση με τρόπο ανάλογο προς τις συνθήκες της χώρας τους».



Στη διάρκεια της Mεγάλης Ύφεσης στον πυρήνα της σύγκρουσης μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας βρέθηκε το οκτάωρο. Όπου είχαν ως τότε θεσπιστεί όρια στο χρόνο εργασίας παραβιάζονταν, ενώ όπου ακόμη δεν είχε θεσμοποιηθεί το οκτάωρο αποτελούσε αίτημα αιχμής. Aνήκοντας στην πρώτη κατηγορία οι Aμερικανοί εργάτες έδιναν σκληρές ταξικές μάχες. H Aμερικανική Oμοσπονδία Eργασίας αποφάσισε ότι η 1η του Mάη 1886 θα ήταν μέρα αγώνα για το οκτάωρο. Tο Σικάγο αναδείχτηκε στο κέντρο του αγώνα Ήταν τόσο μεγάλη και τόσο επιβλητική η κινητοποίηση, που κράτος και βιομήχανοι θεώρησαν πως έπρεπε να επιβληθούν δυναμικά. Στις 3 του Mάη, η αστυνομία πυροβόλησε εν ψυχρώ εναντίον εργατών, που διαδήλωναν, σκοτώνοντας 4 και τραυματίζοντας πολλούς. Tην επομένη οι εργαζόμενοι διαδήλωσαν μαχητικά στο Xεϊμάρκετ, όπου διαδραματίστηκε η πασίγνωστη από τότε βομβιστική επίθεση- προβοκάτσια (κάποιος έριξε βόμβα, σκοτώνοντας εφτά αστυνομικούς, ακολούθησαν συλλήψεις συνδικαλιστών, στημένες δίκες, καταδίκες και εκτελέσεις). H πρωτομαγιάτικη απεργία του 1886 είχε ως αποτέλεσμα σε πολλούς κλάδους να μειωθούν οι εργάσιμες ώρες, ή να καθιερωθεί η ημιαργία του Σαββάτου και η αργία της Kυριακής κ.λπ.

Έτσι αποφασίστηκε η 1η Mαΐου να καθιερωθεί ως μέρα των εργατών για προβολή και διεκδίκηση των αιτημάτων τους. H αρχή έγινε το 1890. Tότε ακριβώς ο Φ. Eγκελς έγραφε προλογίζοντας το Kομμουνιστικό Mανιφέστο: «Σήμερα που γράφω αυτές τις γραμμές, το προλεταριάτο της Eυρώπης και της Aμερικής επιθεωρεί τις δυνάμεις του, που για πρώτη φορά κινητοποιούνται σε μια στρατιά, κάτω από μία σημαία και για έναν άμεσο σκοπό: Για το νομοθετικό καθορισμό της κανονικής οκτάωρης εργάσιμης ημέρας... Tο θέαμα της σημερινής μέρας θα δείξει στους καπιταλιστές και στους γαιοκτήμονες όλων των χωρών ότι οι προλετάριοι όλων των χωρών είναι σήμερα πραγματικά ενωμένοι. Aς ήταν ο Mαρξ πλάι μου να το ‘βλεπε αυτό με τα ίδια του τα μάτια!» (O Mαρξ είχε πεθάνει εφτά χρόνια νωρίτερα)

Σ. Γιελέν – «1886: Η ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ ΜΕΣΑ ΑΠO ΤΗ ΔΡΑΣΗ
Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑΣ»

Όπως ο πανικός του 1873 (σ.σ. εννοεί την πρώτη ίσως πολύ μεγάλη καπιταλιστική κρίση που είχε ξεσπάσει τότε) σφράγισε τη γέννηση του συνειδητού εργατικού κινήματος σε εθνική κλίμακα, έτσι σφράγισε και τη γέννηση μιας πρακτικής και ρεαλιστικής αντίληψης για το σοσιαλισμό -αντίληψης που επρόκειτο να αντικαταστήσει τους απόμακρους ουτοπικούς πόθους των πρώτων σοσιαλιστών που περιορίζονταν σε “υψηλές” διανοουμενίστικες συζητήσεις και ρομαντικά δοκίμια. Από κείνη την εποχή οι σοσιαλιστές, αντί να τρέφουν ιδεαλιστικές ελπίδες για το αύριο, άρχισαν να δρουν για το σήμερα, οργανώνοντας διαδηλώσεις πεινασμένων, διαδηλώσεις ανέργων, απεργίες, μαζικές συγκεντρώσεις και πολιτικές καμπάνιες. Αρχικά λειτούργησαν μέσα από το Εργατικό Κόμμα των Η.Π.Α. που είχε ιδρυθεί το 1876 και που έπαιξε σημαντικό ρόλο στις απεργίες των σιδηροδρομικών το 1877, ιδιαίτερα στο Σικάγο και το Σαιν Λούις. Μετά την αποτυχία αυτών των απεργιών το Εργατικό Κόμμα αναδιοργανώθηκε και μετονομάστηκε σε Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα που είχε σαν πρωταρχική του λειτουργία την πολιτική δράση, άσχετο αν διατήρησε φιλικές σχέσεις με τα συνδικάτα. Όταν έγινε αυτή η αλλαγή, η Εθνική Εκτελεστική Επιτροπή του Σ.Ε.Κ. διέταξε να σταματήσουν οι μαζικές συγκεντρώσεις για να παρουσιάσει στα νομοθετικά σώματα προτάσεις σχετικές με την καθιέρωση του οκτάωρου, αποφάσεις για την κατάργηση όλων των απαγορευτικών νομοσχεδίων και για την αγορά από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση σιδηροδρομικών και τηλεγραφικών γραμμών.
...

Παρακινημένοι από την αγκιτάτσια του Μοστ, οι εκπρόσωποι των επαναστατικών αντικοινοβουλευτικών ομάδων από 26 πόλεις συγκεντρώθηκαν στο Πίτσμπουργκ στις 14 Οκτωβρίου 1883 για να αναδιοργανώσουν τη Διεθνή Ένωση Εργατών. Και σ΄ αυτή την περίπτωση, υπάρχουν πάλι δύο ξεχωριστά στοιχεία συνενωμένα μόνο από την αντίθεσή τους ως προς την πολιτική δράση. Οι αντιπρόσωποι από τη Νέα Υόρκη και τις ανατολικές Πολιτείες με πρώτο και καλύτερο το Γιόχαν Μοστ, υποστήριξαν την ατομικιστική αναρχική τακτική, ενώ οι αντιπρόσωποι από το Σικάγο και απ’ τις δυτικές Πολιτείες, καθοδηγούμενοι από τους Άλμπερτ Πάρσονς και Ώγκαστ Σπάιζ, υποστήριξαν κάποιο μείγμα αναρχισμού και συνδικαλισμού που τελικά έμεινε γνωστό σαν “Ιδέα του Σικάγου”. Η παραλλαγή αυτή πλησίαζε περισσότερο τον συνδικαλισμό παρά τον αναρχισμό, στο βαθμό που αναγνώριζε το συνδικάτο σαν “εμβρυακή ομάδα” της μελλοντικής κοινωνίας και σαν μονάδα μάχης ενάντια στον καπιταλισμό. Παρόλα αυτά, τα συνδικάτα δεν επρόκειτο να αγωνιστούν για τα επιφανειακά και οπορτουνιστικά προνόμια των μεγάλων μισθών και του μικρού ωραρίου, δεν θα έμεναν ικανοποιημένα παρά μόνο με τον πλήρη αφανισμό του καπιταλισμού και τη δημιουργία της ελεύθερης κοινωνίας. Ο συνδικαλισμός, στον αγώνα του ενάντια στον καπιταλισμό, δεν θα κατέφευγε στην πολιτική δράση αλλά αντίθετα θα δυσπιστούσε απέναντι σε κάθε κεντρική εξουσία και θα διαφύλαττε κάθε προσπάθεια ενάντια στην προδοτική ηγεσία. Θα συγκέντρωνε την προσοχή του στην απευθείας δράση των μελών της βάσης. Δύο μονάχα βασικές αρχές απόμεναν για να εναρμονιστεί απόλυτα η “Ιδέα του Σικάγου” με το σύγχρονο συνδικαλισμό: η Γενική Απεργία και το Σαμποτάζ, απόψεις που εκείνη την εποχή δεν αναπτύχθηκαν θεωρητικά.
Μια και η φράξια των δυτικών Πολιτειών ήταν μεγαλύτερη απ’ όλες τις άλλες, το συνέδριο επικύρωσε τη σπουδαιότητα του συνδικαλισμού. Και η απευθείας δράση -η βία- ήταν η τακτική που θα εφαρμοζόταν.
Η πλατφόρμα της Διεθνούς που δημοσιεύτηκε στο “Συναγερμό” -εφημερίδα του Σικάγου με εκδότη τον Πάρσονς- έλεγε, ανάμεσα σ’ άλλα τα εξής:
“Η σημερινή κοινωνική τάξη πραγμάτων βασίζεται στη ληστεία των μη-ιδιοκτητών από μέρους των ιδιοκτητών, οι καπιταλιστές εξαγοράζουν το μόχθο των φτωχών προσφέροντας μισθούς που αρκούν μονάχα για την επιβίωση, απορροφώντας ολόκληρη την υπεραξία… Μ’ αυτό τον τρόπο, ενώ οι φτωχοί στερούνται ολοένα και περισσότερο τις δυνατότητες εξέλιξης, οι πλούσιοι θησαυρίζουν ληστεύοντας ολοένα και περισσότερο… Το σύστημα αυτό είναι άδικο, παράλογο και καταστροφικό. Άρα εκείνοι που υποφέρουν κάτω απ’ αυτό το σύστημα και δεν θέλουν να είναι υπεύθυνοι για τη συνέχισή του πρέπει να πολεμήσουν για την καταστροφή του με όλα τα μέσα και με όλες τους τις δυνάμεις. Οι εργάτες δεν μπορούν να ζητήσουν βοήθεια από καμιά εξωτερική πηγή στον αγώνα τους ενάντια στο τωρινό σύστημα· πρέπει να πετύχουν την απελευθέρωσή τους με τις δικές τους μόνο προσπάθειες. 
Μέχρι τώρα, καμιά προνομιούχα τάξη δεν παραιτήθηκε από την τυραννία, και οι σημερινοί καπιταλιστές δεν παραιτήθηκαν ποτέ από τα προνόμιά τους κι από την εξουσία τους χωρίς να εφαρμόσουν κατασταλτικά μέτρα… Είναι λοιπόν αυτονόητο ότι ο αγώνας του προλεταριάτου ενάντια στη μπουρζουαζία πρέπει να έχει βίαιο χαρακτήρα, ότι οι διαμάχες που αφορούν τις διάφορες μισθολογικές αυξήσεις δεν μπορούν να οδηγήσουν στον τελικό στόχο… Σ’ αυτές τις συνθήκες, υπάρχει μονάχα μια λύση -η βία… Η αγκιτάτσια για οργάνωση, για οργανώσεις με σκοπό την εξέγερση, στην περίπτωση βέβαια που οι εργάτες θα πετάξουν τις αλυσίδες τους”.
Πρόκειται για πρόγραμμα που διακήρυττε χωρίς προσχήματα την καταστροφή της υπάρχουσας οικονομικής και πολιτικής τάξης πραγμάτων, ένα πρόγραμμα που δεν θα μπορούσε να περάσει απαρατήρητο. 
Για ένα χρόνο η ανάπτυξη του νέου Κεντρικού Εργατικού Συνδικάτου ήταν μικρή, παρόλα αυτά, στο τέλος του 1885 είχαν προσχωρήσει σε αυτό 13 συνδικάτα, ενώ η Συνασπισμένη Συνέλευση διατηρούσε 19. Ύστερα από λίγους μήνες όμως, τον Απρίλιο του 1885, συμμετείχαν στο Κεντρικό Εργατικό Συνδικάτο 22 συνδικάτα από τα οποία τα 11 ήταν τα μεγαλύτερα στην πόλη. Διατήρησε την επαφή του με τη Διεθνή και προσχώρησε στις διαδικασίες της, συμμετέχοντας στις μαζικές συγκεντρώσεις της. 
Άρχισε μια έντονη αγκιτάτσια για την καθιέρωση του οκτάωρου, παρόλο που όσον αφορά τα κίνητρα διέφερε από τη συντηρητική Συνασπισμένη Συνέλευση και τους Ιππότες της Εργασίας – δεν θεωρούσε σημαντική τη μείωση της εργάσιμης ημέρας αλλά τη δημιουργία κοινού εργατικού μετώπου και την πάλη των τάξεων. Ύστερα από εισήγηση του Σπάιζ, τον Οκτώβριο του 1885, υιοθέτησε την ακόλουθη απόφαση:
“Απόφασή μας είναι να κάνουμε έκκληση στην τάξη των μισθωτών να πάρει τα όπλα για να προβάλει στους εκμεταλλευτές της το μοναδικό επιχείρημα που μπορεί να θεωρηθεί αποτελεσματικό: ΒΙΑ. Μολονότι περιμένουμε ελάχιστα από την καθιέρωση του οκτάωρου, υποσχόμαστε με πίστη να βοηθήσουμε τα αδέλφια μας που βρίσκονται σε μειονεκτικότερη θέση σ’ αυτή την ταξική πάλη με όλα τα μέσα και τη δύναμη που διαθέτουμε, εφόσον κι αυτοί θα συνεχίσουν να διατηρούν ένα ανοιχτό και αποφασισμένο μέτωπο ενάντια στους κοινούς μας καταπιεστές, τους αριστοκράτες αλήτες και τους εκμεταλλευτές. Η πολεμική μας κραυγή είναι: “θάνατος στους εχθρούς του ανθρώπινου γένους!” 
Στο Σικάγο, την πρωτοβουλία για την καθιέρωση του οκτάωρου την ανέλαβε ο Σύνδεσμος για την Καθιέρωση του Οκτάωρου, στον οποίο συμμετείχαν η Συνασπισμένη Συνέλευση, το Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα και οι Ιππότες της Εργασίας – παρόλο που το Κεντρικό Εργατικό Συνδικάτο συνεργάστηκε ενεργητικά. Την τελευταία Κυριακή πριν από την Πρωτομαγιά οργανώθηκε μια τεράστια διαδήλωση για το οκτάωρο στην οποία πήραν μέρος 25.000 άτομα και μίλησαν οι Πάρσονς, Σπάιζ, Φήλντεν και Στσουώμπ. Όταν έφτασε η μέρα του αγώνα, τα περισσότερα μέλη της κίνησης για την καθιέρωση του οκτάωρου υποστήριξαν τα συνθήματα του Κεντρικού Εργατικού Συνδικάτου και της Διεθνούς. 
ΣΥΝΕΧΕΙΑ
 
Copyright © ΒΑΘΥ ΚΟΚΚΙΝΟ
Powered by Blogger