Home » , » Αναμνήσεις με αφορμή μια εκδήλωση αφιερωμένη στον κομμουνιστή λαϊκό ποιητή Γ. Κοτζιούλα

Αναμνήσεις με αφορμή μια εκδήλωση αφιερωμένη στον κομμουνιστή λαϊκό ποιητή Γ. Κοτζιούλα

Από giorgis , Παρασκευή 29 Νοεμβρίου 2013 | 1:46 μ.μ.

Του Γ. Γ.

Διαβάζοντας μια ανάρτηση απ’ το μπλοκ του «Οικοδόμου» (θα την αναπαράγουμε παρακάτω), θυμήθηκα κάποιες προσωπικές μου στιγμές απ’ το κίνημα.
Είχε τύχει να γνωρίσω έστω και ελάχιστα τον Κώστα Κάππο. Τον αγάπησα και τον θαύμασα απ’ την πρώτη στιγμή. Και πραγματικά θα μου μείνει χαραγμένο στην μνήμη το γεγονός τότε που πήρε τον λόγο στην βουλή για να δηλώσει ότι καταψηφίζει την κυβέρνηση Τζαννετάκη:

Κώστας Κάππος: «Ψήφισα λευκό γιατί είμαι αντίθετος στη συνεργασία του Συνασπισμού με τη Νέα Δημοκρατία … Πιστεύω επίσης ότι η συνεργασία αυτή είναι ολέθρια για το ΚΚΕ … Το ΚΚΕ τείνει να υποταχτεί σε μικροαστικές και αστικές "εκσυγχρονιστικές" θέσεις … Αποκορύφωμα αυτής της στάσης υποταγής είναι η στήριξη της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας από τον Συνασπισμό… Βεβαίως, είμαι κατά της συνεργασίας του Συνασπισμού και με το ΠΑΣΟΚ …».

Ηταν το βράδυ που ξενύχτησα για να γράφω μια επιστολή την οποία έστειλα μαζί με το κομματικό μου βιβλιάριο στην ΚΕ του ΚΚΕ δηλώνοντας την αποχώρησή μου απ’ το κόμμα.
Απ’ την πρώτη στιγμή –πιθανόν επηρεασμένος απ’ τα οικογενειακά μου βιώματα- δεν μπορούσα να δεχθώ την συνεργασία του ΚΚΕ με την δεξιά. Η τοποθέτηση του Κ. Κάπου ήταν η αιτία να πάρω μια τόσο οδυνηρή απόφαση για μένα αφού μέχρι τότε η πολιτική μου ζωή ήταν μια διαδρομή από την ΜΟΔΝΕ (για τους νεότερους, ήταν η μαθητική οργάνωση της ΚΝΕ), την ΚΝΕ και το ΚΚΕ.

Επειδή πίστευα και πιστεύω στην οργανωμένη πάλη, άρχισα να ψάχνω που θα ενταχθώ. Τελικά κατέληξα να βρεθώ οργανωμένος στην Σ.Α.Κ.Ε (Συνεπής Αριστερή Κίνηση Ελλάδας). Εδώ να πω ότι απ’ την οργανωμένη ζωή μου στο ΚΚΕ και στην ΣΑΚΕ έχω τις καλύτερες εμπειρίες.

Στην ΣΑΚΕ, λοιπόν, οι σύντροφοι μου έδωσαν μια κασέτα με το μουσικό συγκρότημα της οργάνωσης. Και εδώ κολλάει η αρχική ανάρτηση του «Οικοδόμου» που ανέφερε. Η κασέτα που ανέφερα –δεν νομίζω να υπήρχαν CD τότε- περιείχε μελοποιημένα τραγούδια σε στίχους του λαϊκού ποιητή Γιώργου Κοτζιούλα. Αυτό ήταν το ερέθισμα για να μάθω περισσότερα γ’ αυτόν τον κομμουνιστή.
Ειδικά το παρακάτω κομμάτι ήταν το αγαπημένο μου.

Πού θα πάτε, πού θα πάτε!
Κομποδιάστε τα κλεμμένα,
κρύψτε και τʼ ασημικά σας
 να τα χαίρεται η σκουριά.

Θα ʼβγουμε κι εμείς παγάνα,
θα σας εύρουμε ως τον ένα,
και στην πόλη μέσα αν είστε
 και στʼ απόμερα χωριά.

Πού θα πάτε, πού θα πάτε!
Κι απʼ τις "άγιες" πίσω εικόνες αν τρυπώστε,
θα σας βρούμε μʼ όλα τα υποκριτικά παρακάλια
στο θεούλη που αναμπαίζεται αιώνες
αδικεύοντας το πλήθος όπου του ʼχατε χαλκά.

Πού θα πάτε, πού θα πάτε!
Φυλακές και ξερονήσια
κι οι κλωτσιές στα κρατητήρια και οι χαφιέδες στα γιαπιά
μας διδάξανε να βαρούμε τους δημίους αλύπητα,
ίσια σαν το φίδι που του δίνουν κατακέφαλα χτυπιά...

Απ’ την ανάρτηση του «Οικοδόμου» έμαθα ότι την Κυριακή που μας πέρασε έγινε στα Εξάρχεια μια εκδήλωση αφιερωμένη σ’ αυτόν τον λαϊκό, κομμουνιστή ποιητή. Κρίμα που δεν το γνώριζα.
Πάμε τώρα στο ρεπορτάζ του Οικοδόμου:

H «επιστροφή» του Γ. Κοτζιούλα (Με αφορμή την παράσταση «Φτενά χωράφια - άφοβη φυλή»)


«Σε αυτήν την εποχή των αποφάσεων, πρέπει ακόμα και η τέχνη να αποφασίσει. Μπορεί να οδηγήσει τους ανθρώπους σε παραλήρημα, αυταπάτες και σε φαντασιώσεις, όπως και μπορεί να τους οδηγήσει στην πραγματικότητα. Μπορεί να μεγαλώσει την άγνοια, όπως μπορεί να μεγαλώσει και τη γνώση».  Μπ. Μπρεχτ

Η βροχή που έπεφτε την Κυριακή (24/11/2013) το πρωί σχεδόν σε ολόκληρη την Αττική ήταν καταρρακτώδης, όμως ο ζεστός και φιλόξενος χώρος του θεάτρου του Γιώργου Αρμένη στα Εξάρχεια πλημμύρισε από βρεγμένα και αναψοκοκκινισμένα πρόσωπα. Από Ηπειρώτες και μη που κατέφταναν για να παρακολουθήσουν την μουσική-θεατρική παράσταση «Φτενά χωράφια... άφοβη φυλή», που ήταν αφιερωμένη στον αλησμόνητο λογοτέχνη, ποιητή, κριτικό και θεατρικό συγγραφέα Γιώργο Κοτζιούλα.

Αναρωτιόμουν μέχρι να φτάσουμε στο θέατρο πώς μπορεί κανείς να «γεμίσει» μια παράσταση αποκλειστικά με ποιήματα, χωρίς να κουράσει. Βλέπετε ανάμεσα στους θεατές που γνωρίζουν και αγαπούν το έργο του Κοτζιούλα, υπήρχαν και αρκετοί που η παράσταση αυτή ήταν η αφορμή να το προσεγγίσουν για πρώτη φορά, κυρίως νεαρά άτομα αλλά και μικρά παιδιά. Ο προβληματισμός μου αυτός άρχισε να αποψιλώνεται όταν έσβησαν τα φώτα και ξεκίνησε η παράσταση με ένα αργό νοσταλγικό ηπειρώτικο τραγούδι. Στη συνέχεια ανέλαβαν οι στίχοι: Να μας ταξιδέψουν, να μας συγκινήσουν, να μας κάνουν να γελάσουμε, να νοσταλγήσουμε, να συλλογιστούμε, να αναθαρρήσουμε, να νιώσουμε την ελπίδα. Ο ρυθμός των συναισθημάτων ήταν  γρήγορος σαν της παράστασης.

Σε ένα λιτό σκηνικό οι δραματοποιημένες απαγγελίες των ποιημάτων εναλλάσσονταν με τα τραγούδια (μελοποιημένοι στίχοι του Κοτζιούλα). Οι ερμηνείες ήταν άλλοτε τρυφερές, όποτε απαιτούνταν σαρκαστικές, λυρικές, υποβλητικές. Η μουσική, λαϊκή ή πιο ηλεκτρική, με ωραίες ενορχηστρώσεις, ήταν το κατάλληλο όχημα για να μεταφέρει την ιδιωματική γλώσσα του Κοτζιούλα στο «σημερινό» αυτί του κατοίκου της πόλης. Και μέσα σε όλη αυτή την ποιητική και μουσική πανδαισία, ένα μονόπρακτο του Κοτζιούλα από το «Θέατρο του βουνού». Ο σπαρταριστός διάλογος μεταξύ του δυνάστη δασικού, εκπροσώπου της σκληρής και βάναυσης εξουσίας, και του ρακένδυτου αλλά καπάτσου χωρικού που θέλοντας και μη αναγκάζεται να συναλλαγεί μαζί του. Ξέρει πως ταΐζοντας το κρατικό παράσιτο θα έχει το κεφάλι του «ήσυχο»…

Ανάμεσα στις απαγγελίες και τα τραγούδια της παράστασης,  πίσω από τους στίχους και τις νότες, τη μαστορικά δοσμένη στιχοπλοκή και την έμπνευση της ρίμας, πίσω από τα δάκρυα συγκίνησης και τα γέλια των θεατών, ξεπρόβαλε, παντού, η δύναμη της ψυχής του Κοτζιούλα. Η ψυχή που δεν χρειαζόταν παρά μόνο ένα μολύβι κι ένα κομμάτι χαρτί για να βρει και να αντλήσει δύναμη από την έκφρασή της μέσω της τέχνης,  για να γίνει η ίδια Τέχνη μοναδική και ασύγκριτη.

Οι αυτοβιογραφικοί στίχοι του Κοτζιούλα σε φέρνουν ανάμεσα στους φτωχούς ξωμάχους της ζωής, στα «φτενά χωράφια» του Ξεροβουνιού και του Τζουμέρκου. Από τη ράχη του φουσκωμένου Άραχθου φτάνεις  στην Άρτα, στη φτωχική, παγωμένη, στρωμένη με πηλό καμαρούλα της κυρα-Βαγγελής. Περπατάς στις γιδόστρατες που διάβηκαν τα μπουλούκια, πλάι στον Κολιό και τους άλλους κουδαραίους. Σκαρφαλώνεις στις ψηλές  σκαλωσιές  των μαστόρων της πέτρας. Δρασκελίζεις περήφανος τα ξάγναντα των ανυπόταχτων Ηπειρώτικων βουνών της Αντίστασης, δίπλα στους μπαρουτοκαπνισμένους καβαλαραίους μαυροσκούφηδες και τον αρχηγό Άρη. Και από κει ροβολάς στους κάμπους. Περνάς από θάλασσες. Φτάνεις στην  πρωτεύουσα. Διασχίζεις τις αφιλόξενες λεωφόρους της. Ακολουθώντας τους στίχους του ποιητή, ακολουθείς τα βήματα του Κοτζιούλα μέχρι το τέλος της σύντομης ζωής του, στη διαρκή αναζήτηση «απάγκιου». Στις προσφυγικές γειτονιές της Καλλιθέας, στις βρώμικες παράγκες της πλατείας Βάθη, στην ανεμόδαρτη καλύβα της ανάρρωσης στην Πάρνηθα. Στα πολύβουα δημοσιογραφικά γραφεία, στα πνιγμένα στο αντιμόνιο υπόγεια τυπογραφεία, στα καφενεία του σιναφιού.

Στίχοι ρομαντικοί, αγνοί ερωτικοί, ονειροπόλοι. Στίχοι πικροί, μελαγχολικοί, πονεμένοι, που δεν σταματούν στην περιγραφή. Στίχοι κοινωνικοί, ποτισμένοι με τη μυρουδιά της φτώχειας, της εκμετάλλευσης και της κοινωνικής αδικίας, της απανθρωπιάς. Στίχοι διδακτικοί, αισιόδοξοι, επαναστατικοί. Ξεσκεπάζουν τις αιτίες της κοινωνικής ανισότητας, αφυπνίζουν συνειδήσεις, ξεσηκώνουν.  Αυτή είναι η ποίηση του Κοτζιούλα. Ατόφια και λαγαρή. Δεν την θάμπωσαν τα δυνατά φώτα της αναγνώρισης. Δεν την έκαναν να λοξοδρομήσει οι Σειρήνες της ευκολίας. Ο Κοτζιούλας αυτά τα απαρνήθηκε. Δεν  καταδέχτηκε ποτέ  να βάλει έστω και μια στάλα νερό στο κρασί της τέχνης του. Ποτέ δεν έχασε το στόχο. Γιατί η τέχνη του Κοτζιούλα είχε στόχο.

Σε μια κοινωνία που απαρτίζεται από τάξεις με συγκρουόμενα συμφέροντα, η τέχνη δεν μπορεί να μείνει -και δεν μένει- ανεξάρτητη. Άμεσα ή έμμεσα υπηρετεί ή τους εκμεταλλευτές ή τους καταπιεσμένους.  Όσο οξύνονται οι ταξικές αντιθέσεις και βαθαίνει η εκμετάλλευση, τόσο μεγαλύτερος και πιο ουσιαστικός είναι ο ρόλος που καλείται να παίξει η τέχνη. Στην εποχή που έζησε και δημιούργησε ο  ποιητής (εποχή μεγάλων αποφάσεων), αλλά και σήμερα (εποχή μεγάλων αποφάσεων επίσης), τότε και τώρα, η τέχνη του Κοτζιούλα παίρνει θέση, αποφασίζει, όπως λέει ο Μπρεχτ. Οδηγεί στην πραγματικότητα, την ξεσκεπάζει. Διευρύνει τη γνώση. Σκίζει τα επιβαλλόμενα σκοτάδια με το φως της. Ανοίγει δρόμους και καλεί τους καταπιεσμένους να τους βαδίσουν.

Η παράσταση ήταν καταπληκτική. Σκηνικό, σκηνοθεσία, ηθοποιοί (ερασιτέχνες), συνθέσεις, μουσικοί, τραγουδιστές, φώτα και ήχος, όλα αντάξια των προθέσεών της: Να τιμήσει τον Κοτζιούλα διαδίδοντας το έργο του.  Οι θεατές, ενθουσιασμένοι, ξέσπασαν πολλές φορές σε παρατεταμένα χειροκροτήματα, ανταποδίδοντας.  Μόλις άναψαν τα φώτα πήραν το λόγο οι διοργανωτές, που απεύθυναν λίγα σεμνά λόγια και πολλά ευχαριστώ  στους συντελεστές της παράστασης και στους θεατές.

Την όμορφη αυτή εκδήλωση έκλεισε ο αεικίνητος Κώστας Κοτζιούλας, ο αφοσιωμένος με πάθος στη διάσωση και διάδοση του έργου του πατέρα του Γιώργου Κοτζιούλα, ο οποίος ανακοίνωσε δυο σημαντικές ειδήσεις που αφορούν εκδόσεις που βρίσκονται αυτή τη στιγμή στα σκαριά. Ενός λευκώματος που θα περιέχει 18 ποιήματα του Κοτζιούλα δίπλα σε 18 ζωγραφιές του Αλέκου Φασιανού, ο οποίος επέλεξε τα συγκεκριμένα ποιήματα και εμπνεύστηκε από αυτά για τα έργα  του, και ενός τόμου πεζών του Κοτζιούλα, που τυπώνονται με χορηγία.

Όμως το σημαντικότερο γεγονός που συνδέθηκε  με την παράσταση αυτή ήταν η επανέκδοση και κυκλοφορία μετά από 57 ολόκληρα χρόνια των τρίτομων απάντων του Γιώργου Κοτζιούλα (θα αναφερθούμε αναλυτικά σε επόμενο σημείωμά μας).

Όλα τα παραπάνω σηματοδοτούν μια μεγάλη προσπάθεια  για να επανέλθει στο προσκήνιο, παίρνοντας τη θέση που του αξίζει, το πολυσχιδές μα παραγνωρισμένο συγγραφικό έργο του Γ. Κοτζιούλα, που δεν περιορίζεται στην ποίηση και την πεζογραφία. Έργο ζωντανό και επίκαιρο, τόσο πολύτιμο στην σημερινή εποχή της παρακμής και της σήψης.

Φύγαμε από το θέατρο πιο «πλούσιοι» και με ανεβασμένο ηθικό, ή, καλύτερα, με ανάταση ψυχής. Νιώθοντας την ευχαρίστηση και τον ενθουσιασμό που έλαμπαν στα μάτια των παιδιών της συντροφιάς μας, σαν δικαίωση  και ευθύνη. Και πιο αισιόδοξοι. Γιατί, όπως οι  νεκροί μας πεθαίνουν μόνο όταν τους ξεχάσουμε, οι ποιητές και το έργο τους σβήνουν μόνο όταν πάψουν να υπάρχουν άνθρωποι να τους αγαπούν.
Μοιράσου το :

Δημοσίευση σχολίου

 
Copyright © ΒΑΘΥ ΚΟΚΚΙΝΟ
Powered by Blogger