Αγαπητοί φίλοι σήμερα και λόγω της μεγάλης κουβέντας που έχει αναπτυχθεί σχετικά με νέα υποβάθμιση της οικονομίας μας, θα επιχειρήσουμε μια ανάλυση σχετικά με τους περίφημους οίκους αξιολόγησης. Είναι μια ενδιαφέρουσα μελέτη, με απλά λόγια, ώστε να μάθουν και αυτοί που δεν γνωρίζουν τι πραγματικά πρεσβεύουν.

ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ

Η ιστορία των οίκων αξιολόγησης ξεκινάει πριν από 100 χρόνια, όταν στις Η.Π.Α. ξεκίνησε η κατασκευή του τεράστιου σιδηροδρομικού δικτύου. Έπρεπε να βρεθούν επενδυτές ώστε να επενδύσουν τα κεφάλαια τους σε αυτό το πραγματικά δύσκολο εγχείρημα για την εποχή.

Εκείνη την περίοδο ο John Moody, ένας ιδιαίτερα αξιόλογος χρηματοοικονομικός αναλυτής, διέκρινε το πρόβλημα και ανακάλυψε τη λύση του, δημιουργώντας το 1909 την πρώτη εταιρεία αξιολόγησης πιστωτικών κινδύνων. Επινοώντας την αξιολόγηση με τα αρχικά γράμματα του αλφαβήτου, καθιέρωσε τη βαθμολογία ΑΑΑ (και τα παράγωγα της), η οποία έκτοτε υποδηλώνει το χαμηλότερο δυνατό ρίσκο, με το οποίο βρίσκεται αντιμέτωπος ένας επενδυτής, όταν δανείζει τα χρήματα του σε μία επιχείρηση η ένα κράτος κλπ.

Το 1916, και αφού είχε κάνει την αρχή ο Moody, εισήλθε στο χώρο η Standard Statistics (η σημερινή Standard & Poor’s), ενώ ακολούθησε το 1924 η Fitch. Αυτό το ολιγοπώλιο κατέχει σήμερα το 95% της παγκόσμιας αγοράς.

Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ

Τόσο ο τζίρος, όσο και τα τεράστια καθαρά κέρδη των εταιριών αξιολόγησης, τα οποία πλησιάζουν το 40%, αναδεικνύουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τη διαχρονική αξία της επιχειρηματικής ιδέας. Φυσικά και δεν θα μπορούσε να μείνει έξω από το παιχνίδι ο γνωστός σε όλους μας Warren Buffet (αυξημένη πληροφόρηση, ενδεχομένως «έγκαιρη» γνώση των αξιολογήσεων πολλών εταιρειών κλπ – εάν τυχόν γνωρίζεις από πριν την «ύστερη» υποτίμηση της πιστοληπτικής ικανότητας μίας εταιρείας ή ενός κράτους, μπορείς να κερδίσεις τεράστια ποσά) ο οποίος επένδυσε την Moody’s, πράγμα το οποίο ερμηνεύει, σε κάποιο βαθμό βέβαια, ένα μέρος των πασίγνωστων επενδυτικών του επιτυχιών.

Σας παραθέτω έναν πίνακα που βρήκα online από το περιοδικό Der Spiegel ώστε να δείτε τους τζίρους των τριών αυτών εταιριών το 2008:

ΕΤΑΙΡΕΙΑ

ΤΖΙΡΟΣ $

ΚΕΡΔΗ $

ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ

Standard & Poor’s

2.645.00.0000

1.055.000.000

8.500

Moody’s

1.755.000.000

748.000.000

3.900

Fitch Rating

882.000.000

246.000.000

3.000

Σε ποσοστά το 2008 η Fitch Rating είχε το 16%, η Moody’s το 39% και η Standard & Poor’s το 40%.

Ανεξήγητο παραμένει το γεγονός ότι, οι υπόλοιπες ανεπτυγμένες οικονομίες όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση η Ιαπωνία κ.α. (εκτός της Κίνας που έχει δημιουργήσει τον δικό της οίκο αξιολόγησης Dagong Global Credit Rating ο οποίος μάλιστα υποβάθμισε την πιστοληπτική αξιολόγηση των ΗΠΑ στο Α- από ΑΑ) δεν φρόντισαν να δημιουργήσουν ανάλογες εταιρείες, αφήνοντας στην κυριολεξία «έρμαιο» στις διαθέσεις των αμερικανικών εταιρειών αξιολόγησης τόσο τις επιχειρήσεις τους, όσο και τους δημόσιους τομείς τους (σκεφτείτε για παράδειγμα μία επιχείρηση ή ένα κράτος να βρεθεί στο στόχαστρο της Moody’s). (σ.σ. η Γερμανία πάντως ήδη σκέφτεται να δημιουργήσει και αυτή έναν τέτοιο "οίκο", ώστε να έχει και αυτή ένα τέτοιο όπλο εναντίον των άλλων)

Τον Ιούνιο του 1999, όταν ξεκίνησε η συνθήκη της Βασιλείας ΙΙ, μέσα στα πλαίσια της οποίας επιβλέπονται τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, αποφασίσθηκε η «συσχέτιση» της κεφαλαιακής επάρκειας των τραπεζών, με τη «νόμιμη» αξιολόγηση των επενδυτικών τους τοποθετήσεων. Τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα δηλαδή, τα οποία επενδύουν σε «χρεόγραφα» με υψηλή πιστωτική αξιολόγηση, χρειάζονται να «δεσμεύουν» σημαντικά χαμηλότερα «εγγυητικά» κεφάλαια – οπότε μπορούν να πολλαπλασιάζουν τις πιστώσεις τους (ακολούθησε ο «χορός» της υπερχρέωσης και η απόλυτη ηγεμονία των εταιρειών αξιολόγησης).

Ένα πολύ καλό παράδειγμα είναι αυτό που ακολουθεί:

Σύμφωνα με του κανόνες της Βασιλείας ΙΙ, για την αγορά ενός επενδυτικού προϊόντος αξίας 1.000.000 €, με αξιολόγηση ΑΑΑ, η τράπεζα έχει την υποχρέωση να κατέχει ίδια κεφάλαια ύψους μόλις 5.600 € (περίπου 178 φορές λιγότερα). Εάν όμως η αξιολόγηση του προϊόντος μειωθεί στο Ba1, τότε η τράπεζα οφείλει να αυξήσει τα ίδια κεφάλαια της, για το ίδιο προϊόν, στις 200.000 € (μόλις 5 φορές λιγότερα, έναντι 178 του προηγουμένου).

Εάν η αξιολόγηση μειωθεί ακόμη περισσότερο, στο B1, τότε η τράπεζα είναι υποχρεωμένη να διατηρεί ολόκληρο το ποσόν (100%) σαν «αντίκρισμα» – επομένως, χρειάζεται 178 φορές περισσότερα ίδια κεφάλαια για ένα χρεόγραφο Β1, από ότι για ένα χρεόγραφο με την αξιολόγηση ΑΑΑ (ας φαντασθούμε εδώ τι σημαίνει για μία χώρα – η οποία έχει διαθέσει ομόλογα του δημοσίου της στις τράπεζες – η ενδεχόμενη υποτίμηση της πιστοληπτικής της ικανότητας: τόσο σε σχέση με το επιτόκιο που η ίδια πληρώνει, όσο και σε σχέση με τα επί πλέον κεφάλαια που πρέπει να δεσμεύσουν ξαφνικά οι τράπεζες που έχουν ήδη αγοράσει τα ομόλογα της).

Από το ανωτέρω παράδειγμα συμπεραίνουμε ότι η αξιολόγηση έχει άμεση σχέση τόσο με την κεφαλαιακή επάρκεια, όσο και με τον όγκο των συναλλαγών μίας τράπεζας αφού, όσο καλύτερη αξιολόγηση διαθέτουν τα προϊόντα (χρεόγραφα) στα οποία επενδύει, τόσο λιγότερα ίδια κεφάλαια χρειάζεται και τόσο περισσότερες πιστώσεις μπορεί να προσφέρει στους υπόλοιπους πελάτες της (χρηματοδότηση μικρομεσαίων επιχειρήσεων, καταναλωτών κλπ). Αντιθέτως, όταν μειώνεται η αξιολόγηση των χρεογράφων, στα οποία έχει ήδη επενδύσει η τράπεζα, είναι υποχρεωμένη να «αποσύρει» πολλαπλάσιες πιστώσεις από την κανονική αγορά, έτσι ώστε να διατηρήσει την υποχρεωτική από τη νομοθεσία κεφαλαιακή της επάρκεια – με δυσμενείς επιπτώσεις αφενός μεν για την πραγματική οικονομία (πιστωτική παγίδα), αφετέρου δε για την ίδια (μείωση του τζίρου και των κερδών της).

Για τις υπόλοιπες επιχειρήσεις πλην τραπεζών, όσο καλύτερη αξιολόγηση έχουν, τόσο ευκολότερα δανείζονται από τις τράπεζες, τόσο χαμηλότερα επιτόκια πληρώνουν και τόσο φθηνότερες τιμές ή μεγαλύτερες πιστώσεις λαμβάνουν από τους προμηθευτές τους (επηρεάζεται ακόμη και η χρηματιστηριακή τιμή τους, αφού πολλά Επενδυτικά Ταμεία είναι υποχρεωμένα να τοποθετούνται μόνο σε τίτλους που διαθέτουν την υψηλότερη αξιολόγηση – ΑΑΑ).

Σχετικά με τις ασφαλιστικές εταιρίες, διαπιστώνουμε αντίστοιχες «επιδράσεις» – ιδιαίτερα δε σε αυτές που ασφαλίζουν, μέσω των CDS, επενδυτικά προϊόντα ή ομόλογα του δημοσίου. Τα ετήσια ασφάλιστρα δηλαδή ή τα «επιτόκια» (αποδόσεις) των CDS, διαμορφώνονται ανάλογα με την αξιολόγηση του ασφαλιζομένου (χε χε χε κάτι μου θυμίζει κάτι μου θυμίζει)

Όλα τα παραπάνω ισχύουν σε μεγάλο βαθμό και για τα κράτη, ο δανεισμός των οποίων, καθώς επίσης το επιτόκιο του, είναι «μεγέθη» απολύτως ανάλογα της αξιολόγησης τους – όσο χαμηλότερη είναι δηλαδή η αξιολόγηση τους, τόσο περισσότερους τόκους εισπράττουν οι πιστωτές τους για το αυξημένο ρίσκο τους (για παράδειγμα, όταν ένα κράτος δανείζεται 100 δις €, όσο περίπου δανειστήκαμε εμείς, τότε ένα 2% μεγαλύτερο επιτόκιο, σημαίνει 2 δις € επί πλέον ετήσιους τόκους) και τόσο δυσκολότερη είναι η πρόσβαση τους στις διεθνείς χρηματαγορές.

.Από την ανάλυση που ακολούθησε, μπορούμε να καταλάβουμε την τεράστια δύναμη και επιρροή των εταιρειών αξιολόγησης, οι οποίες ουσιαστικά αποφασίζουν για τις τύχες των τραπεζών, των επιχειρήσεων, των ασφαλιστικών εταιρειών, των νέων επενδυτικών προϊόντων καθώς (το σημαντικότερο) και των ίδιων των κρατών.

Φυσικά και μπορεί κάποιος να γυρίσει να πει πως μία τόσο ευαίσθητη χρηματοπιστωτική λειτουργία, όσο αυτή της αξιολόγησης, υπόκειται στον αυστηρό έλεγχο του κράτους, στο οποίο έχουν την έδρα τους οι συγκεκριμένες εταιρείες – αν όχι σε έναν διεθνή ελεγκτικό οργανισμό. Τα πράγματα όμως είναι τελείως διαφορετικά : Οι τρεις αυτοί οίκοι είναι ιδιωτικές επιχειρήσεις με έδρα τη Νέα Υόρκη, οι οποίες δεν υπόκεινται στον έλεγχο κανενός και η μοναδική τους υποχρέωση είναι η μεγιστοποίηση του κέρδους τους.

Το χειρότερο όλων όμως είναι ότι οι όποιες αξιολογήσεις τους δεν χρειάζεται καν να είναι σωστές. Απλά εκφράζουν την υποκειμενική άποψη τους – κάτι ανάλογο δηλαδή με αυτήν των δημοσιογράφων του οικονομικού Τύπου, οι οποίοι αναλύουν εισηγμένες ή άλλες επιχειρήσεις, χωρίς να αναλαμβάνουν την παραμικρή προσωπική ευθύνη και χωρίς να ελέγχονται από κάποιους ειδικούς για τα αναγραφόμενα τους. Αυτό ακριβώς το γεγονός (επειδή δηλαδή εκφράζουν απλά τις υποκειμενικές απόψεις τους «επιφυλασσόμενες»), δεν μπορεί κανένας δημόσιος ή άλλος οργανισμός να τις καλέσει σε απολογία – πόσο μάλλον να τις κατηγορήσει ή να καταθέσει αγωγές εναντίον τους. Επί πλέον οι εκτιμήσεις τους πληρώνονται από τους χρεώστες: από αυτούς δηλαδή που ζητούν να αξιολογηθούν για να δανειστούν χρήματα και όχι από τους πιστωτές τους, οι οποίοι τους δανείζουν.

Είναι απολύτως άξιο αναφοράς ότι μεταξύ των ετών 2003 και 2006, ο όγκος των CDO’s τετραπλασιάστηκε, ξεπερνώντας το 1 τρις $ σε ετήσια βάση. Αν και κανένας δεν καταλάβαινε τι αγόραζε (άλλωστε ήταν ρεαλιστικά αδύνατον να γίνουν σωστά τόσες πολλές αξιολογήσεις, από τρεις μόνο εταιρείες), οι πάσης φύσεως επενδυτές, αρκούνταν στην αξιολόγηση ΑΑΑ, η οποία υποδηλώνει σχεδόν μηδενικό ρίσκο και δεν ερευνούσαν τίποτα παραπάνω. Έτσι, από ένα μικρό κομμάτι της συνολικής αγοράς, δημιουργήθηκε μία τεράστια μηχανή παραγωγής «σκοτεινών» χρημάτων, καθ’ όλα νόμιμων, η οποία συνεπήρε τα πάντα στην καταστροφική πορεία της.

Έτσι το 2006, σχεδόν το 44% του τζίρου των εταιρειών αξιολόγησης προερχόταν από τα δομημένα χρηματοπιστωτικά προϊόντα, στα οποία οφείλονταν το 80% των συνολικών κερδών τους. Στην πραγματικότητα, πριν ακόμη «εκδοθεί» ένα τέτοιο δομημένο προϊόν, με στόχο την πώληση του στην αγορά, οι εκδότριες τράπεζες «ρωτούσαν» για την αξιολόγηση του – ουσιαστικά ενημερώνονταν για το πώς θα έπρεπε να «κατασκευασθεί», έτσι ώστε να αξιολογηθεί, εκ μέρους μίας από τις τρείς εταιρίες αξιολόγησης, με ΑΑΑ.

Φυσικά, οι εταιρείες αξιολόγησης «βοηθούσαν» στη σωστή «κατασκευή» (αντί να ελέγχουν δηλαδή εκ των υστέρων το προϊόν, έδιναν εκ των προτέρων τις «προδιαγραφές» του) αφού, αμέσως μετά την εισαγωγή του προϊόντος, εισέπρατταν το 50% της αμοιβής τους -μέχρι και 500.000 $.

Τελειώνοντας την ανάλυση για τους οίκους αξιολόγησης και τα εγκλήματα κατά κρατών και επιχειρήσεων που συντελούνται θα αναφέρω κάποια παραδείγματα:

  1. Το δομημένο ομόλογο «Balta 2006-8 1Α2», το οποίο εμπεριέχει ενυπόθηκα δάνεια χαμηλής εξασφάλισης των Η.Π.Α. (subprime), σε μία καινούργια «συσκευασία». Το «χρεόγραφο» αυτό, αξιολογήθηκε το Μάρτιο του 2008 με ΑΑΑ – δηλαδή θεωρήθηκε τόσο σίγουρο, όσο ένα βιβλιάριο καταθέσεων. Τέλη Αυγούστου του 2008, οι ίδιοι αναλυτές αξιολόγησαν το ίδιο προϊόν με Β3 - 14 «σκάλες» χαμηλότερα και επομένως ως προϊόν υψηλού ρίσκου. Αυτό το χρόνο (2009), η αξιολόγηση του είναι πια Ca– δηλαδή, είναι σχεδόν άνευ αξίας και οφείλει να «αποσβεστεί» (ως ζημία) από τις τράπεζες ή τους επενδυτές που το αγόρασαν.
  2. Η Lehman Brothers είναι ένα ακόμη εξαιρετικό παράδειγμα. Μία μόλις ημέρα πριν “σκάσει” το μεγάλο αυτό κανόνι οι τρεις οίκοι είχαν την αξιολόγηση τους αμετάβλητη σε Α, Α2 και Α+.

ΤΟ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Τρεις ιδιωτικές εταιρίες ΜΗ ΔΙΝΟΝΤΑΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΣΕ ΚΑΝΕΝΑΝ ελέγχουν την παγκόσμια οικονομία και είναι ΑΠΟΛΥΤΑ ΣΤΟ ΧΕΡΙ τους αν θα καταστρέψουν η θα εκτινάξουν στα ύψη (με βάση πάντα τα συμφέροντα τους) ένα κράτος η μία επιχείρηση. Στην παρούσα φάση θέλουν την Ελληνική οικονομία όσο το δυνατόν χαμηλότερα, τα ομόλογα μας όσο το δυνατόν με μεγαλύτερη απόδοση ώστε να εγγράψουν σε όχι και πολύ μακρύ χρονικό διάστημα ΤΕΡΑΣΤΙΕΣ ΑΠΟΔΟΣΕΙΣ. Μην ξεχνάτε ότι ήδη οι τιμές των Ελληνικών μετοχών βρίσκονται σε επίπεδα ίσως και κατώτερα του 1997 ΔΗΛΑΔΗ ΑΡΚΕΤΕΣ ΑΠΟ ΑΥΤΕΣ διαπραγματεύονται σε εξευτελιστικά επίπεδα. Όταν θα ολοκληρωθεί το “μάζεμα” τότε να είστε βέβαιοι ΩΣ ΔΙΑ ΜΑΓΕΙΑΣ θα αρχίσουν οι αναβαθμίσεις και το Χρηματιστήριο ΔΕΝ ΘΑ ΔΩΣΕΙ ΤΗΝ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΣΕ ΕΣΑΣ, ΤΑ ΠΡΟΒΑΤΑ, να μπείτε χαμηλά. Θα ξυπνήσετε στις 3.000 μονάδες και τότε θα είναι ήδη αργά…….

Τελειώνοντας σας παραθέτω αναλυτικά τι σημαίνει το κάθε επίπεδο αξιολόγησης:

Standard & Poor’s ratings levels explained in terms of likelihood of credit repayment
extremely strong AAA
very strong AA+/AA/AA-
still strong A+/A/A-
weakened capacity BBB+/BBB/BBB-
significant speculative characteristics BB+/BB/BB-
more vulnerable B+/B/B-
currently vulnerable CCC+/CCC/CCC-
in default D
Source: Standard & Poor’

Πηγές που χρησιμοποίησα για το άρθρο

Der Spiegel

Βασίλης Βιλιάρδος


Αναδημοσίευση από frapezitis