Συνέχεια από ε
δώ
Αποτελεί, αντίθετα, αποτέλεσμα μιας κοινωνικής πρακτικής, συνιστώντας όχι «μια "φανταστική" δραστηριότητα, αλλά "το προϊόν της αντανάκλασης", άρα μια αναγκαία υλική διαδικασία, "μιας δοσμένης κοινωνικής ζωής"»33.
Στα έργα τέχνης, η ιδεολογία δεν εκφράζεται παρά με τρόπο αντιφατικό, θέτοντας ζητήματα που δεν έχει λύσει, σαν να ήταν, ήδη, λυμένα. Ακριβώς γιατί οι συγκρουόμενες και ασυμβίβαστες ιδεολογικές αντιφάσεις δεν λύνονται με την τέχνη, παρά μόνο φανταστικά34. Έτσι, "το αδύνατον μιας τέτοιας λύσης", που αποτελεί και το "δημιουργό στοιχείο" της τέχνης, την κάνει να "σκηνοθετεί" την παράσταση "σαν λύση των ίδιων των όρων μιας ανυπέρβλητης αντίφασης, έναντι μετατοπίσεων και υποκαταστάσεων λιγότερο ή περισσότερο πολυάριθμων και σύνθετων"35.
Καθώς τα έργα τέχνης "δεν είναι αποκυήματα μυστηριακής έμπνευσης ούτε μπορούν να ερμηνευτούν απλά σε σχέση με την ψυχολογία" του δημιουργού τους, μπορούμε να πούμε πως αποτελούν "μορφές αντίληψης, ιδιαίτερους τρόπους του βλέπειν τον κόσμο και σαν τέτοια σχετίζονται με τον κυρίαρχο τρόπο του βλέπειν ή την ιδεολογία μιας εποχής"36.
Οι σχέσεις μεταξύ τέχνης και ιδεολογίας είναι σύνθετες και "αναφέρονται όχι μόνο στα θέματα και τις ενασχολήσεις, αλλά και στο ύφος, το ρυθμό, τις εικόνες, την ποιότητα και (...) τη μορφή"37. Κατά συνέπεια, δεν αναφερόμαστε στο "περιεχόμενο" ενός έργου τέχνης, όπου δήθεν ενυπάρχει ή διεισδύει η ιδεολογία, σε αντίθεση με τη μορφή, που θα αποτελούσε το εξωτερικό περίβλημα, αλλά στον ταυτόχρονο αισθητικό και ιδεολογικό προσδιορισμό του έργου τέχνης, στο πλαίσιο της ενότητας μορφής - περιεχομένου.
Η τέχνη, την αυτονομία της οποίας αναγνώριζαν οι κλασικοί του μαρξισμού, οι Μαρξ και Ένγκελς38, ο Τρότσκι39 κ.άλ., δεν προσφέρεται για την αναζήτηση "καθαρών" ιδεολογικών στοιχείων και ούτε μπορούμε να εισάγουμε τέτοια στοιχεία "απ' τα έξω"40. Εντούτοις, καθώς το ιδεολογικό στοιχείο ενυπάρχει ταυτόχρονα με το αισθητικό και η ίδια η τέχνη συνιστά μια κοινωνική λειτουργία, μπορούμε να ανιχνεύσουμε αυτό το ιδεολογικό στοιχείο και, κατά συνέπεια, να αποπειραθούμε την ένταξη της τέχνης μιας συγκεκριμένης κοινωνίας, μιας δεδομένης εποχής, στην προσπάθεια μελέτης και ανάλυσης των όρων διεξαγωγής της ταξικής πάλης στο ιδεολογικό επίπεδο. Πόσο μάλλον, όταν πρόκειται για το τραγούδι, με την αμεσότητα και τη μαζική λειτουργικότητα που το χαρακτηρίζει.
Το λαϊκό τραγούδι και η ιδεολογική αντιπαράθεση στη μεταπολεμική Ελλάδα.
Στο βιβλίο αυτό υποστηρίζεται η άποψη ότι η ιδεολογική ηγεμονία της αστικής τάξης, έχοντας αμφισβητηθεί μέσα απ' την έκρηξη του εαμικού αντιστασιακού κινήματος και των εμφυλίων συγκρούσεων της δεκαετίας του '40, παρέμεινε κλονισμένη και στη συνέχεια. Υποστηρίζεται, δηλαδή, ότι οι κοινωνικές τάξεις που δεν συμμετείχαν στον κυρίαρχο μεταπολεμικό συνασπισμό εξουσίας, εξακολούθησαν να επηρεάζονται απ' το πνεύμα της Αντίστασης. Η λαϊκο-δημοκρατική ιδεολογία41, που διαμορφώθηκε στις γραμμές του εαμικού κινήματος, παρά τις σημαντικές αλλαγές στο περιεχόμενο της, που υπήρξαν συνέπεια της ήττας, παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό επηρεασμένη απ' τον μαρξισμό, ο οποίος είχε αναδειχθεί σε ιδεολογία μαζών.
Παρά την πολιτικο-στρατιωτική συντριβή του αριστερού και λαϊκού κινήματος στα 1949, η αστική κυριαρχία δεν κατόρθωσε να επενδυθεί το στοιχείο της ιδεολογικής νομιμοποίησης στη συνείδηση πλατειών λαϊκών εργαζόμενων μαζών. Το μετεμφυλιακό καθεστώς ήταν, για τις εργαζόμενες λαϊκές μάζες, καθεστώς ξένο ως προς αυτές, εχθρικό. Ήταν το καθεστώς των "άλλων": της εκμεταλλεύτριας πλουτοκρατίας, των αμερικανών συμμάχων και προστατών της, του λαομίσητου βασιλιά, του τρομοκράτη χωροφύλακα, του νεόπλουτου πρώην μαυραγορίτη της Κατοχής που έγινε εργολάβος, του πρώην ταγματασφαλίτη που εξασφάλισε θέση στο δημόσιο.
Η δεδομένη κοινωνικο-πολιτική πραγματικότητα της μετεμφυλιακής Ελλάδας δεν έγινε αποδεκτή και τα οράματα του ΕΑΜ εξακολουθούσαν ν' αποτελούν τη βάση της ιδεολογίας των κυριαρχούμενων τάξεων: Η εθνική ανεξαρτησία (ως αντίθεση, τώρα, στον ιμπεριαλισμό και τη συμμετοχή στην ψυχρο-πολεμική συμμαχία του ΝΑΤΟ), η δημοκρατία (ως άρνηση του παρατεταμένου καθεστώτος έκτακτων μέτρων και διώξεων, των εκλογικών πραξικοπημάτων, των παραεξουσιών του Θρόνου και του στρατού, της δράσης του παρακράτους κλπ.), η κοινωνική δικαιοσύνη (ως "αντιπλουτοκρατισμός", που εμπεριείχε μια αντικαπιταλιστική δυναμική).
Με τη μορφή αυτή, η λαϊκοδημοκρατική ιδεολογία είναι, στον ένα ή στον άλλο βαθμό, παρούσα όλη αυτή την περίοδο, σε όλες τις εκδηλώσεις και συμπεριφορές πλατειών τμημάτων των εργαζόμενων λαϊκών στρωμάτων και κυρίως της εργατικής τάξης. Αντίστοιχα, στον ένα ή στον άλλο βαθμό, οι επιρροές της είναι φανερές και στις πολιτιστικές εκδηλώσεις και συμπεριφορές και ιδιαί-τερα, όπως μπορούμε να διαπιστώσουμε, στο λαϊκό τραγούδι της εποχής.
Στον βαθμό που η κυρίαρχη αστική ιδεολογία διαπερνάει τις κυριαρχούμενες ιδεολογικές τάσεις και διεισδύει στο εσωτερικό της εργατικής ιδεολογικής τάσης, με τη μορφή της μικροαστικής ιδεολογίας, παρατηρούμε ότι η κραυγή διαμαρτυρίας που βγαίνει απ' το λαϊκό τραγούδι, συνήθως μένει εγκλωβισμένη στα πλαίσια του ατομικού ξεσπάσματος, παίρνοντας τη μορφή έκφρασης μιας απόγνωσης. Ακόμη και τότε, όμως, δεν απουσιάζουν τα στοιχεία συνειδητοποίησης της ταξικής αντίθεσης, κάθε άλλο μάλιστα. Συχνά, τα στοιχεία αυτά είναι κυρίαρχα, προετοιμάζοντας, έτσι, το έδαφος για την εμφάνιση του λεγόμενου "έντεχνου" πολιτικού τραγουδιού.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η στάση της Αριστεράς απέναντι στο λαϊκό τραγούδι και -κατ' επέκταση- στην αυθόρμητη ιδεολογική τάση που αυτό εξέφραζε. Διαπιστώνεται πως η στάση αυτή, όπως είχε συμβεί και στην περίπτωση του ρεμπέτικου, κυμαινόταν μεταξύ της αδιαφορίας και της διακηρυγμένης απόρριψης.
Πρόκειται για στάση που δικαιολογούταν με αξιολογήσεις της ποιότητας του, συνήθως ταυτόσημες μ' αυτές που καθόριζαν και την ανάλογη στάση των εκπροσώπων και φορέων του επίσημου αστικού πολιτισμού. Και στη μια και στην άλλη περίπτωση, το λαϊκό τραγούδι θεωρούταν ξένο προς την εθνική (και λαϊκή) μουσική παράδοση. Κι ενώ η επίσημη κρατική ιδεολογία δεν το ενέτασσε στο εθνικό σύστημα μουσικής, για λόγους όχι και τόσο άσχετους με τη δυναμική αμφισβήτησης που περιέκλειε, η Αριστερά το αποκήρυττε, βλέποντας μόνο τη μια πλευρά του, τη "μοιρολατρική", θεωρώντας την ανασταλτική στη διαδικασία πολιτικής και ταξικής συνειδητοποίησης των εργατικών και λαϊκών μαζών.
Στη βάση αυτής της αντιμετώπισης απ' την πλευρά της Αριστεράς, βρίσκεται η κυρίαρχη αντίληψη περί διάκρισης μεταξύ "τάξης καθαυτής" και "τάξης για τον εαυτό της", αντίληψη ιδεαλιστική, κληρονομημένη απ' τις χεγκελιανές επιρροές στο έργο του νεαρού -και όχι μόνο- Μαρξ42.
Σύμφωνα με το σχήμα αυτής της διάκρισης, η εργατική τάξη υπόκειται πλήρως στην επιρροή και κυριαρχία της αστικής ιδεολογίας, μέχρις ότου, συνειδητοποιώντας τα ιδιαίτερα ταξικά συμφέροντα της, "περάσει στο στάδιο" της διεξαγωγής της πάλης των τάξεων.
Η αντίληψη αυτή σχετίζεται με την ιδεαλιστική αντιμετώπιση του ζητήματος της ιδεολογίας, που απ' τη μια θεωρείται ως αυτόματη αντανάκλαση του οικονομικού επιπέδου της κοινωνικής δομής43, κι απ' την άλλη ως "ψευδής συνείδηση", σύνολο ιδεών που η άρχουσα τάξη, συνειδητά και με σκοπό τον αποπροσανατολισμό, περνάει στην εργατική, εμποδίζοντας την να αναδειχθεί σε "τάξη για τον εαυτό της". Έτσι, η εργατική τάξη εμποδίζεται να συνειδητοποιήσει τα ταξικά της συμφέροντα και να ενταχθεί στο επαναστατικό κίνημα, άρα και στο κόμμα που εκφράζει αυτά τα συμφέροντα.
Αποδοχή αυτής της αντίληψης θα σήμαινε πως μπορεί, τάχα, να υπάρξουν τάξεις χωρίς πάλη των τάξεων. Βαθιά οικονομίστικη, η αντίληψη αυτή προϋποθέτει ότι υπάρχει μια αντικειμενική ιστορική εξέλιξη που καθορίζεται απ' την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και διαμορφώνει κοινωνικές τάξεις, οι οποίες μόνο στη συνέχεια και στον βαθμό που συνειδητοποιούν την ύπαρξη τους και την αντίθεση των συμφερόντων τους, εισέρχονται στον στίβο της πάλης αναμεταξύ τους.
Στην πραγματικότητα, "οι κοινωνικές τάξεις συμπίπτουν με τις μορφές ταξικής πρακτικής, δηλαδή με την πάλη των τάξεων"44 και καθώς αυτή διεξάγεται ταυτόχρονα σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικής δομής, η ταξική αντιπαράθεση είναι που καθορίζει την ιστορική εξέλιξη ή, όπως το έλεγε ο Μαρξ, η πάλη των τάξεων είναι η κινητήρια δύναμη της ιστορίας.
Υποστηρίζουμε ότι η ταξική πάλη ενυπάρχει, ήδη, στους ίδιους τους όρους της παραγωγικής διαδικασίας, καθορίζοντας τις παραγωγικές σχέσεις, δηλαδή σχέσεις ταξικές, άρα σχέσεις εγγενούς αντιπαλότητας. Καθώς οι παραγωγικές σχέσεις δεν νοούνται μόνο ως οικονομικές, αλλά εμπεριέχουν και το στοιχείο της ιδεολογίας και της πολιτικής, η ιδεολογική ταξική πάλη διεξάγεται, ήδη, στο επίπεδο της αντικειμενικής συγκρότησης της εργατικής τάξης, με τη μορφή της αντιπαράθεσης μεταξύ της κυρίαρχης αστικής ιδεολογίας και της εργατικής ιδεολογικής τάσης. Αυτή η τελευταία, ως κυριαρχούμενη απ' την πρώτη και υπό τη διαρκή πίεση και επιρροή των άλλων ιδεολογικών υποσυνόλων (μικροαστικής και υποπρολεταριακής ιδεολογικής τάσης), δεν παύει ν' αποτελεί έκφραση επιθυμιών και αυθόρμητα αντιληπτών ταξικών συμφερόντων, έκφραση, δηλαδή, του αυθόρμητου ταξικού ενστίκτου.
Η αναφορά στο μεταπολεμικό λαϊκό τραγούδι, περιλαμβάνει τόσο τα τραγούδια που χαρακτηρίστηκαν "κοινωνικά-λαϊκά" (τραγούδια για την εργασία, τη φτώχεια, την κοινωνική αδικία και εκμετάλλευση, τη μετανάστευση, τη φυλακή κλπ.), όσο και αυτά που, σχηματικά, θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν "καθαυτό προσωπικά". Αναφερόμαστε, έτσι, και στην ερωτική θεματολογία, που και στο μεταπολεμικό λαϊκό τραγούδι καλύπτει τον μεγαλύτερο όγκο της καλλιτεχνικής παραγωγής.
Ο σχηματικός διαχωρισμός κοινωνικού-προσωπικού είναι κατά βάση λαθεμένος, καθώς και με το ερωτικό τραγούδι εκφράζονται οι αυθόρμητες ιδεολογικές τάσεις, σε ζητήματα που αφορούν άμεσα στους τρόπους με τους οποίους βιώνονται οι σχέσεις με καίρια ζητήματα της συνολικής κοινωνικής ζωής, όπως ο έρωτας, η οικογένεια κλπ..
Η σημασία του ερωτικού τραγουδιού της περιόδου που μας απασχολεί αναδεικνύεται ακόμη μεγαλύτερη, αν πάρουμε υπόψη ότι, ακριβώς εκείνη την περίοδο, η ελληνική κοινωνία κινούταν σε διαδικασίες γρήγορων μετασχηματισμών, με την εγκατάλειψη παραδοσιακών συμπεριφορών με ιστορία αιώνων.
Καθώς εκατοντάδες χιλιάδες φτωχών αγροτών έπαιρναν τον δρόμο της εσωτερικής μετανάστευσης, παράλληλα με όσους ξενιτεύονταν στο εξωτερικό, κι οι γειτονιές στις πόλεις έχαναν τον πρότερο χαρακτήρα τους, μετατρεπόμενες όλο και περισσότερο σε ένα σύνολο αδιαφοροποίητων απρόσωπων συνοικιών, οι παραδοσιακές οικογενειακές σχέσεις έμπαιναν σε κρίση, ενώ άλλαζε η παραδοσιακή μορφή σχέσεων των δυο φύλων.
Η μαζική έξοδος των γυναικών απ' το σπίτι κι η ένταξη τους στην καπιταλιστική παραγωγή, η μαζική είσοδος των νέων κοριτσιών στην εκπαίδευση, σε συνδυασμό με την απήχηση των εαμικών μηνυμάτων για την ισότητα των δύο φύλων, αλλά κι οι επιρροές απ' τα κινηματογραφικά πρότυπα και τον τρόπο ζωής σε άλλες πιο αναπτυγμένες καπιταλιστικές κοινωνίες, συνέβαλαν στο να συντελεστούν μεγάλες και γρήγορες αλλαγές στην κοινωνική ηθική. Οι αλλαγές αυτές βιώνονται με αντιφατικό τρόπο, τόσο απ' τους άντρες, όσο κι απ' τις γυναίκες της εργατικής τάξης και των άλλων λαϊκών τάξεων.
Σκεφτόμενος αυτή τη δουλειά για το λαϊκό τραγούδι, είχα υπόψη μου έναν καλλιτέχνη, που το υπηρέτησε όσο κανένας άλλος και συνέβαλε στην ανάδειξη του σε τραγούδι έκφρασης της εργατικής τάξης απ' την οποία προήλθε κι ο ίδιος. Με τη σκέψη αυτή, το βιβλίο αφιερώνεται στη μνήμη του Στέλιου Καζαντζίδη, που μπόρεσε ν' ανταποκριθεί στη "σκηνοθεσία" της λαϊκο-δημοκρατικής ιδεολογίας, μέσα απ' τα τραγούδια που αγάπησε και τραγούδησε η τάξη του.
Είναι πολλοί οι φίλοι που συνέβαλαν στο να γραφτεί αυτό το βιβλίο, να ξανακοιταχτεί, να φτάσει στην τελική του μορφή. Που βοήθησαν με το ενδιαφέρον τους, τις παρατηρήσεις τους, την ηθική και ψυχική ενθάρρυνση και στήριξη. Η Λυδία Ντοκατζή, η Σταυρίνα Μαστορίδου, ο Νίκος Μπαλτούκας, ο Γιώργος Καλημερίδης, ο Θοδωρής Φέστας, ο Διονύσης Ρούσσος, ο Θωμάς Κοροβίνης, ο Γιάννης Αγγελίδης, ο Βασίλης Μαργαρίτης, η Χρυσάνθη Χάντα. Τους ευχαριστώ από καρδιάς.